Church glossary

Τί είναι ο όρθρος; Ποιά είναι τά μέρη του όρθρου σε γενικές γραμμές;

Πρόκειται γιά μία ἐρώτηση πού πραγματικά βοηθάει πολύ στό νά κατανοήσουμε τά περί τοῦ τυπικοῦ της ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἀκόμα καί μέ μία μόνο ἀνάγνωση τοῦ παρακάτω, τήν ἑπόμενη Κυριακή πού θά ἐκκλησιαστοῦμε, θά ξέρουμε σέ ποιό σημεῖο βρίσκεται ἡ ἀκολουθία ἐκείνη τήν στιγμή καί μέ λίγη προσοχή θά μποροῦμε νά κατανοήσουμε σιγά σιγά τό νόημα ἀλλά καί νά γευτοῦμε τήν πραγματική ὠφέλεια πού προκύπτει ἀπό τόν τακτικό ἐκκλησιασμό.
ἀπό ἀναδημοσίευση*:
Ὄρθρος λέγεται ἡ Ἀκολουθία πού τελεῖται πρίν τή Θεία Λειτουργία. Εἶναι δοξολογία στό Χριστό, πού Ἐκεῖνος εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου καί ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καί εἶναι ἐπίσης παράκληση στόν Κύριό του Σύμπαντος μέ τήν ἀνατολή τῆς καινούργιας ἡμέρας.
Συγχρόνως εἶναι ἡ καλύτερη ψυχική προετοιμασία γιά τή Θ.Λειτουργία (τό Μυστήριο τῶν Μυστηρίων) πού θά ἐπακολουθήσει.

 

1. ΕΞΑΨΑΛΜΟΣ:

 

 

Κατανυκτική ἀνάγνωση (ὅλοι ἱστάμεθα ὄρθιοι) τῶν 6 ἀπό τούς 150 ψαλμούς τοῦ Ψαλτηρίου, τούς περισσότερους τῶν ὁποίων ἔγραψε ὁ Δαβίδ. Εἶναι συγχρόνως ὕμνος ,δέηση καί προφητεία.:
• 3ος : εἰκονίζει τή σταθερή ἐλπίδα τῆς ψυχῆς στό Θεό.
• 37ος : Θρῆνος τῆς ψυχῆς γιά τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν.
• 62ος : Ἁπαλή παρηγορητική πρωινή προσευχή.
• 87ος : Δέηση ψυχῆς τσακισμένης ἀπό τίς συμφορές.
• 102ος: Προσευχή εὐγνωμοσύνης γιά τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ.
• 142ος : Θερμή παράκληση βοήθειας .


2. ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ

 

Σύντομα τροπάρια πού περιγράφουν περιληπτικά τήν ὑπόθεση τῆς ἑορτῆς. Λέγονται ἀπολυτίκια διότι ξεκινοῦν ψαλλόμενα ἀπό τόν Ἑσπερινό πρίν τήν Ἀπόλυση καί μετά τή φράση τοῦ πρεσβύτη Συμεών πού ἐπαναλαμβάνει ὁ ἱερεύς: «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου Δέσποτα…».Συνήθως εἶναι τρία: Τό πρῶτο εἶναι τοῦ Ἤχου τῆς ἡμέρας ἀναφερόμενο στήν Ἀνάσταση , τό Δεύτερο στόν Ἅγιο πού ἐκείνη τήν ἡμέρα ἑορτάζει καί τό τρίτο στή Θεοτόκο.


3. ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ

 

Σύντομα τροπάρια τῆς Ἀναστάσεως στόν ἦχο τῆς ἡμέρας.Ὀνομάζονται καθίσματα ἐπειδή οἱ πιστοί ἐκάθοντο γιά νά κατανοήσουν πιό ἄνετα τά βαθιά νοήματα πού περιέχουν. Καί ἀποτελοῦσαν ἀνάπαυλα σέ Ἀναγνώσεις μακρές ἀπό τό Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ.


4.ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ

 

Ψάλλονται πάντα σέ ἦχο Πλάγιό του Α΄. Ἐκφράζουν τήν κατάπληξη τῶν Ἀγγέλων, τῶν Μυροφόρων καί τῶν Ἀποστόλων γιά τό Θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως καί καταλήγουν σέ ὑμνολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος καί τό ἐνθουσιῶδες «Ἀλληλούια».


5. ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ

 

Ψαλμοί στόν Ἦχο τῆς ἡμέρας, πού διηγοῦνται τά μεγαλεία τῆς δημιουργίας καί μοιάζουν μέ σκαλοπάτια πού ἀνεβάζουν τή ψυχή πρός τόν οὐράνιο Δημιουργό. Εἶναι ἐμπνευσμένα ἀπό τούς Ψαλμούς τῶν Ἀναβαθμῶν (119-133) ἀπό τούς ὁποίους ἔχουν πάρει πολλές ἐκφράσεις.


6. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ

 

Ἀναγιγνώσκεται μέσα στό ἹερόΒημα, ὅπου ἡ Ἄγ.Τράπεζα συμβολίζει τόν Πανάγιο Τάφο καί ὁ ἱερεύς τόν Ἄγγελο πού ἀναγγέλλει τό χαρμόσυνο γεγονός τῆς Ἀναστάσεως «καθήμενος ἐν τοῖς δεξιοις». Ὑπάρχουν 11 Ἑωθινά Εὐαγγέλια . Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ὁ ἱερεύς τό περιφέρει μέσα στό Ναό γιά νά τό ἀσπαστοῦν οἱ πιστοί, ἐνῶ ψάλλεται κατανυκτικά ὁ 50ος ψαλμός τῆς μετανοίας συνήθως στόν ἦχο τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἀπαγγελθεῖ τό «Ἀνάστασιν χριστοῦ θεασάμενοι», ἡ Διακήρυξη αὐτή τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως καί τοῦ Πάθους καθώς καί τοῦ μεγάλου Θαύματος τῆς Ἀναστάσεως πού ἀποτελεῖ τόν Θεμέλιο Λίθο τῆς Πίστεώς μας.


7. ΚΑΝΟΝΑΣ

 

 

Ψάλλεται στόν ἦχο τῆς ἡμέρας καί περιέχει τροπάρια Ἀναστάσιμα , Σταυρώσιμα καί τῆς Θεοτόκου. Ἄν ἑορτάζεται Ἅγιος ὑπάρχει καί κανόνας τοῦ Ἁγίου. Μεσολαβοῦν τά Μεσώδια καθίσματα (συνήθως τοῦ Ἁγίου καί τοῦ γεγονότος τῆς ἡμέρας καί ἐπίκαιρο τροπάριο στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τό λεγόμενο Θεοτοκίον) καί ἀνάγνωση/ἀπαγγελία τοῦ Ἀναστασίμου κοντακίου καί τοῦ οἴκου (ὅλα του ἤχου τῆς ἡμέρας). Ἀναφέρονται (κοντάκιο καί οἶκος) στήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τίς συνέπειες αὐτῆς, πού εἶναι ἡ Λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους , ἀφήνοντας ἔτσι στούς ἐκκλησιαζομένους ἕνα ἄρωμα χαρᾶς ἀνακουφίσεως καί ἐλπίδας. Καταλήγομε στό Συναξάριο ὅπου ἀπαγγέλλεται τό ἑορτολόγιο τῆς ἡμέρας.


8. ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ

 

Ψάλλονται μεγαλοπρεπῶς συνήθως τά πρῶτα τροπάρια (εἱρμοί) τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου «Ἀνοίξω τό στόμα μου..». Ἄν εἶναι περίοδος Χριστουγέννων ἤ Κοιμήσεως Θεοτόκου ἤ Τιμίου Σταυροῦ ἤ Ἀναστάσεως ἤ Ὑπαπαντῆς ψάλλονται εἰδικές Καταβασίες. Ἔχουν πολλές φράσεις ἀπό τή Παλαιά Διαθήκη καί συγκεκριμένα ἀπό τή σωτηρία τῶν Ἑβραίων ἀπό τούς Φαραώ (ὅταν πέρασαν τήν Ἐρυθρά Θάλασσα οἱ Ἰσραηλίτες μέ ἐπικεφαλῆς τήν ἀδελφή του Μωυσῆ Μαριάμ τραγούδησαν μέ τύμπανα καί χόρεψαν τή σωτηρία τούς δοξάζοντας τό Θεό), τή σωτηρία τῶν τριῶν παίδων ἀπό τήν Κάμινο κ.α. Λέγονται καταβασίες διότι συνηθιζόταν οἱ ψάλτες νά κατεβαίνουν ἀπό τά στασίδια καί νά ψάλουν στό μέσον του Ναοῦ ἀτενίζοντας τήν Ὡραία Πύλη.


9. Θ΄ (ἐνάτη) ΩΔΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Ἐδῶ τελειώνουν οἱ καταβασίες μέ τήν «Τιμιωτέρα» πού ἀπευθύνεται πρός τήν Παναγία μέ στίχους ἀπό τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, ἐνῶ ὁ ἱερεύς θυμιατίζει τήν Ἄγ.Τράπεζα, τά Ἱερά Εἰκονίσματα καιέναν-ἕναν ὅλους τους πιστούς.


10. ΕΞΑΠΟΣΤΕΙΛΑΡΙΑ

 

Σέ ρυθμό περιγραφικό καί σύντομο ψάλλεται ἡ διήγηση τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι 11, ἀντίστοιχα πρός τά Εὐαγγέλια. Πῆραν τό ὄνομά τους ἀπό τή φράση τοῦ Ψαλμοῦ «ὁ ἐξαποστέλλων τό φῶς καί πορεύεται». Φράση σχετική μέ τόν Ὄρθρο.


11. ΑΙΝΟΙ

 

Ψάλλονται στόν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ξεκινοῦν μέ τό «Πάσα πνοή ..» δηλαδή καθετί πού ἀναπνέει, ὅλοι μας καί σέ κάθε χρονική στιγμή ἄς δοξολογοῦμε τόν Κύριο. Τά τροπάρια αὐτά περιγράφουν λεπτομέρειες ἀπό τά γεγονότα τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως στόν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ἄν ὑπάρχει καί ἄλλη ἑορτή συμπληρώνονται μέ τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Οἱ αἶνοι καταλήγουν στό Δοξαστικό. Εἶναι ἀργό τροπάριο πού χρωματίζει μέ τήν ὡραιότατη μελωδία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς τήν Ἀναστάσιμη περιγραφή τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Φυσικά ἔχουμε 11 Δοξαστικά. Ἄν εἶναι μεγάλη Ἑορτή, τό Ἀναστάσιμο Δοξαστικό της Κυριακῆς ἀντικαθίσταται μέ ἐκεῖνο τῆς Ἑορτῆς.


12. ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ 

 

Ψάλλεται στόν ἦχο τοῦ Δοξαστικοῦ (σύμφωνα μέ τό Τυπικό της Μεγάλης του Χριστοῦ Ἐκκλησίας), καί ἀποτελεῖ τήν πανηγυρική κατάληξη τοῦ Ὄρθρου. Ἔτσι οἱ χριστιανοί πλημμυρισμένοι ἀπό τή χαρά καί τή ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως προσέρχονται μέ κατάνυξη στό Μυστικό Δεῖπνο τῆς Ζωῆς.
*Δέν ἀναφέρουμε τήν πηγή τῆς ἀναδημοσίευσης αὐτῆς λόγω σχετικῆς παράκλησης πού ὑπάρχει στόν δικτυακό τόπο ἀπό ὅπου τήν ἀντλήσαμε.

Γενικά περι της Θείας Λειτουργίας

1. Τί εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία.


Κέντρο καί ἀποκορύφωμα τῆς Ὀρθόδοξης Λατρείας εἶναι ἡ Θεία Λειτουργία. Κέντρο δέ τῆς Θ. Λειτουργίας εἶναι τό Μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Τί εἶναι ὅμως ἡ Θεία Λειτουργία;
Εἶναι πάρα πολύ δύσκολο νά δώσουμε ἕνα συγκεκριμένο ὁρισμό, γιατί ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι «μυστήριον μέγα». Εἶναι ἡ προσφορά τῆς ἀναίμακτου θυσίας τοῦ Κυρίου ἀπό μέρους ὁλοκλήρου της Ἐκκλησίας. Εἶναι ἤ Ἀνάμνηση τῆς Σταυρικῆς θυσίας τοῦ Γολγοθά, πού δέν ἀναπαριστάνει ἁπλῶς τήν θυσία τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά κατά ἕνα τρόπο ὑπερφυσικό κάνει παρόντα ὅλα τά μεγάλα καί θαυμαστά γεγονότα, πού πραγματοποίησε ὁ Κύριος γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου. Ἔτσι ἡ Θ. Λειτουργία παρουσιάζει μπροστά στά μάτια τῶν πιστῶν, μπροστά στήν «Λατρευτική τους Σύναξη», ὁλόκληρη τήν ζωή τοῦ Κυρίου, ἀπό τήν φάτνη ὡς τόν Σταυρό καί ὡς τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη, μέ μία σαφῆ προσδοκία καί προσμονή «τῆς Δευτέρας τοῦ Χριστοῦ Παρουσίας»1.
Συνήθως τήν Θ. Λειτουργία τήν ἀντιλαμβανόμαστε πολύ περιορισμένα. Τήν θεωροῦμε σάν ἕνα μέρος τῆς Λατρείας, ἀσφαλῶς τό κυριότερο, ἄλλα πάντως ἕνα μέρος. Ὅμως οἱ ὀρθόδοξοι θεολόγοι ἐπιμένουν ὀρθά, ὅτι μόνον ὅποιος ἔχει καταλάβει τήν Θ. Λειτουργία εἶναι σέ θέση νά ἐννοήσει καί τί εἶναι Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Γιατί ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι ὁ τόπος καί ὁ χῶρος τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν. Μέ κέντρο της καί οὐσία τῆς τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας, ἡ Θ. Λειτουργία θεωρεῖται καί εἶναι τό πλήρωμα ὅλων τῶν Μυστηρίων. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ὅλα τά ἄλλα Μυστήρια ἔχουν κάποια ὀργανική σχέση μέ τήν Θ. Λειτουργία. Τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα π.χ. ἐτελοῦντο κατά τήν ὥρα τῆς Θ. Λειτουργίας (ἰδίως τά Θεοφάνεια καί τό Πάσχα) ὁ Γάμος καί τό Εὐχέλαιο γίνονταν μέσα στά πλαίσια τῆς Λειτουργίας. Ἡ χειροτονία τῶν ἱερέων μέχρι σήμερα γίνεται μέσα στήν Θ. Λειτουργία. Ἡ Ἐξομολόγηση γίνονταν δημόσια καί πρίν ἀπό τήν Θ. Λειτουργία, ἀλλά καί σήμερα ἔχει κάποια ἐξάρτηση ἀπό τήν Θ. Εὐχαριστία.
Γί αὐτό τό λόγο καί ἡ συμμετοχή τοῦ πιστοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι μία πράξη τυπική, ἕνας ξηρός τύπος, ἀλλά μία πράξη πίστεως. Εἶναι μία πράξη μυστηριακή, πού ἔχει ἕνα βαθιά μεταμορφωτικό χαρακτήρα. Ἐδῶ στήν Θ. Λειτουργία Ἰσχύουν πολύ περισσότερο καί βρίσκουν τήν πλήρη ἐφαρμογή τούς ὅλα ὅσα εἴπαμε γιά τό Πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Λατρείας καί τήν σημασία τῆς Λατρευτικῆς Συνάξεως2.
Μέσα σέ ἕνα κόσμο διαιρέσεων καί ἀτομισμοῦ, ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι δεσμός ἀγάπης καί εἰρήνης, δεσμός ἑνότητας καί ἀδελφοσύνης· Συμμετέχει ὁ κάθε πιστός σ’ αὐτήν ὄχι σάν Ἴνα ἄτομο ἐγωκεντρικό, ἀλλά σάν μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ ὅλη τήν Ἐκκλησία. Μέ τήν στρατευόμενη καί τήν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία 3. Ἔχει μία οἰκουμενική πληρότητα ἡ Θ. Λειτουργία. ὁ μεγάλος σύγχρονος θεολόγος π. Γεώργ. Φλωρόφσκυ τονίζει χαρά κτηριστικά ὅτι ἡ ἑνότης αὐτή δέν ἐκτείνεται μόνο σ’ ἕνα ἄπειρο χῶρο, ἀλλ’ ἐπίσης καί σ’ ἕνα ἄπειρο χρόνο, περιλαμβάνει δηλαδή ὅλες τίς γενεές καί ὅλες τίς ἐποχές4. Οἱ νεκροί μνημονεύονται καί αὐτοί μαζί μέ ὅλους τους ἄλλους. Καί ἡ μνημόνευση αὔτη δέν εἶναι μία ἔκφραση συμπαθείας, πού σάν ἄνθρωποι ἔχομε στούς νεκρούς μας, ἀλλά εἶναι ἡ συνείδηση καί ἡ ἐπίγνωση, ὅτι ὅλοι μαζί οἱ πιστοί, οἱ ζῶντες καί οἱ νεκροί, εἴμαστε ἡ μυστική ἀδελφότης Ἕν Χριστῷ Ἰησοῦ». Μ’ ὅλα αὐτά ἡ Ὀρθόδοξος Θεία Λειτουργία ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι μία δογματική μαρτυρία καί ἀναγνώριση τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Κυρίου.


2. Ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι «Μυστήριον μέγα».

 

Ὅσες φορές ἀσχολούμαστε μέ τήν Θεία Λειτουργία δέν πρέπει νά λησμονοῦμε, ὅτι ἡ Θ. Λειτουργία εἶναι μυστήριο, πού προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία σάν ἀλήθεια πίστεως καί ὄχι σάν ἀλήθεια πού θά τήν κατανόηση κανείς μέ τήν ἐπιστημονική ἔρευνα καί μελέτη. Ἄς μή ζητοῦμε λογικά ἐπιχειρήματα μέσα σ’ αὐτή. ὁ ἴδιος ὁ ἄπ. Παῦλος, ὁ πρῶτος μετά τόν "Ἕνα, παραδίδοντας τό μυστήριο δέν προσπαθεῖ νά τό ἐξήγηση. Τό παραδίδει μέ Ἱερό δέος καί σεβασμό. Τά λόγια του εἶναι ἁπλά καί μετρημένα: Ἐγώ γάρ παρέλαβαν ἀπό τοῦ Κυρίου, ὅ καί παρέδωκα ὑμίν, ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐν τή νυκτί ἤ παρεδίδοτο ἔλαβε ἄρτον καί εὐχαριστήσας ἔκλασε (= τό ἔκοψε) καί εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτο ἐστί τό σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν ...» (Ἅ Κόρ. 11, 23-24) Δέν ἐμπιστεύεται τό μυστήριο στήν λογική. Δέν ἐπιχειρεῖ νά τό κάνει κατανοητό. Τό παραλαμβάνει σάν μυστήριο καί τό παραδίδει σάν μυστήριο. σ’ αὐτή τήν γραμμή τοῦ σεβασμοῦ καί «τῆς παραδοχῆς» βαδίζουν καί οἱ μεγάλοι Πατέρες. Ἐνῶ μελετοῦν τό μυστήριο καί προσπαθοῦν νά εἰσδύσουν στό βάθος του, δέν προχωροῦν πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς ἀνθρωπινῆς λογικῆς, δέν καταργοῦν τό μυστήριο, δέν τό μεταβάλλουν σέ ἐπιστήμη.
Ἄν ὅμως τό μυστήριο τῆς Θ. Λειτουργίας δέν προσφέρεται γιό ἐπιστημονική ἔρευνα καί μελέτη, τότε τί ἐπιχειροῦμε ἐμεῖς νά κάνουμε στό κεφάλαιο αὐτό; Ἁπλούστατα, θά προσπαθήσουμε νά ἑρμηνεύσουμε κατά τό δυνατό τά ὅσα γίνονται στήν διάρκεια τῆς Θ. Λειτουργίας1 νά δοῦμε τό νόημά τους, τί συμβολίζουν, τί πράγματα βλέπομε μέ τῆς ψυχῆς τά μάτια, τίνος πράγματος γινόμαστε κοινωνοί, πού καλούμαστε νά φθάσουμε καί τί ἔχομε νά ποῦμε στόν κόσμο πού μᾶς περιβάλλει. Τά ὑπόλοιπα εἶναι ὑπόθεση προσωπική του καθενός. Ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς πίστεως, ἀνάλογα μέ τήν δεκτικότητα τῆς ψυχῆς του, ἀνάλογα μέ τήν πείνα καί τήν δίψα πού ἔχει θά προχώρηση στό μυστήριο «Ἐν πίστη» καί Ἐν σιγῆ». Ἡ ἑρμηνεία θά γίνει μέ ὁδηγό τήν σκέψη τῶν Πατέρων, πού μέσα στή Θ. Λειτουργία βλέπουν τήν δύναμη ἐκείνη πού «μεταποιεῖ» τούς πιστούς, τούς κάνει «σύσσωμους» καί «συναιμους» τοῦ Χριστοῦ, «Χριστοφόρους» καί «Θεοφόρους». Παύει ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι πηλός καί χῶμα, ἔχει «τόν Χριστόν κατοικοῦντα ἐν αὐτῶ», σύμφωνα μέ τούς λόγους τοῦ Κυρίου μᾶς «ὅ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα, ἐν ἐμοί μένει, καγῶ ἐν αὐτῶ» (Ἴωαν. 6, 54).


3. Ποιές Θεῖες Λειτουργίες ὑπάρχουν σήμερα.


Στούς Ἀποστολικούς χρόνους ἡ Θ. Λειτουργία περιελάμβανε μόνο τόν ἁγιασμό τῶν Τιμίων Δώρων καί τήν Θεία Κοινωνία τῶν πιστῶν. Ἡ σύντομη αὐτή τελετή περιελάμβανε ἐπίσης κήρυγμα ἀπό τόν «προεστώτα» καί μερικούς ὕμνους καί εὐχές κατά τήν κρίση τοῦ ἐπισκόπου. Στήν ἀρχή τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας γίνονταν μετά τό Κοινό Δεῖπνο ὅλων τῶν πιστῶν, πού ἔμεινε στήν ἱστορία μέ τό ὄνομα Ἅ γ ἅ π ἡ. Πολύ ἐνωρίς ὅμως, ἐνῶ ἀκόμη ζοῦσαν οἱ Ἀπόστολοι, ἐπειδή παρετηροῦντο μεγάλες ἀτάξηες στήν ὥρα τῆς Ἄγαπης, χωρίστηκε τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὀπό τό κοινό δεῖπνο. Στό ἑξῆς ἡ μέν Θ. Εὐχαριστία γίνονταν τίς πρωινές πλέον ὧρες, ἡ δέ τελετή τῆς Ἀγάπης, πού λέγονταν καί «Κυριακόν Δεϊπνον», ἔμεινε γιά τό βράδυ.
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, καθώς οἱ πιστοί πλήθαιναν καί ἦταν σκορπισμένοι σέ διάφορα μέρη, ἄρχισαν νά διαμορφώνονται διάφοροι τύποι Λειτουργιῶν, πού εἶχαν τόν ἴδιο κεντρικό πυρήνα, τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας, διέφεραν ὅμως ὡς πρός τήν ἕκτα-σή καί τήν διάταξι. Ἀπό ὅλους αὐτούς τούς τύπους τῶν Λειτουργιῶν σήμερα χρησιμοποιοῦμε μόνον/ τέσσαρες, πού τελοῦνται ἀπό ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες στήν μητρική γλώσσα κάθε λαοῦ. Εἶναι δέ αὐτές οἱ ἕξης:


Ι. Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἄγ. Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου.
Εἶναι ἡ ἀρχαιότερη ἀπό ὅλες καί γίνεται μόνο μία φορά τόν χρόνο, τήν ἥμερά της ἑορτῆς τοῦ Ἄγ. Ἰακώβου (23 Ὀκτωβρίου). Περιλαμβάνει κυρίως εὐχές, πού εἶναι μεγάλες σέ ἔκταση, οἱ ὁποῖες στήν βασική τους μορφή ἀποδίδονται στόν Ἅγιο Ἰάκωβο, τόν ἀδελφό του Κυρίου, ὅπως παραδέχεται καί ὁ 32ος κανών τῆς ἐν Τρούλλω Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (τό 691).


II. Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου.
Αὐτή ἡ Λειτουργία εἶναι ὁ καρπός τῆς ἐπεξεργασίας, πού ἔκανε ὁ μεγάλος Καππαδόκης Ἱεράρχης, ὅλων τῶν πρίν ἀπό αὐτόν Θείων Λειτουργιῶν. Ἔχει σπουδαῖο θεολογικό βάθος, μεγάλο βιβλικό πλοῦτο καί ἀκρίβεια στήν δογματική της διατύπωση. Ἰδιαίτερη σημασία ἔχει τό τμῆμα τῆς Ἀναφορᾶς, πού ἐκφράζει κατά τρόπο ἄριστο τό Χριστολογικό Δόγμα. Η Θ. Λειτουργία τοῦ Μέγ. Βασιλείου τελεῖται 10 φορές τόν χρόνο: τήν ἥμερά της ἑορτῆς του, τήν παραμονή τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων 6, τήν Μεγάλη Πέμπτη, τό Μέγα Σάββατο καί τίς πέντε Κυριακές τῶν Νηστειῶν τῆς Μέγ. Τεσσαρακοστῆς.


III. Ἡ Θεία Λειτουργία τοῦ Ἄγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου.
Αὐτή εἶναι μία συντόμευση τῆς Θ. Λειτουργίας τοῦ Μέγ. Βά σιλείου μόνο στό μέρος τῶν εὐχῶν πού λέγει ὁ ἱερέας. Τελεῖται κάθε Κυριακή ἀλλά καί κάθε μικρή καί μεγάλη ἑορτή. Μέ τήν ἑρμηνεία αὐτῆς τῆς Λειτουργίας θά ἀσχοληθοῦμε παρακάτω.


IV. Ἡ Θεία Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων.
Ἡ Λειτουργία αὔτη τελεῖται τίς καθημερινές της Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ὅπως ἀναφέραμε στό σχετικό κεφάλαιο .


4. Τά μέρη τῆς Θείας Λειτουργίας.


Τά μέρει τῆς Θ. Λειτουργίας βασικά εἶναι τρία:


Α. Ἡ Προσκομιδή ἡ Πρόθεση, ἡ ὁποία τώρα περιέχεται στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου καί ἔτσι ἔχει μείνει ἔξω ἀπό αὐτό πού σήμερα ὀνομάζαμε Θ. Λειτουργία.


Β. Ἡ Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων. Αὐτή ἀρχίζει μέ τό Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ...» καί τελειώνει μετά τό Εὐαγγέλιο καί τίς εὐχές τῶν Κατηχουμένων. Λέγεται Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων, γιατί τό τμῆμα αὐτό τῆς Θ. Λειτουργίας μποροῦσαν νά τό παρακολουθοῦν οἱ Κατηχούμενοι, πού δέν ἦταν ἀκόμη βαπτισμένοι 8. Ὅταν τό μέρος αὐτό τῆς Θ. Λειτουργίας τελείωνε, ἔφευγαν οἱ Κατηχούμενοι γιά ν ἀρχίσει ἡ Λειτουργία τῶν πιστῶν. Σήμερα βέβαια δέν ὑπάρχουν Κατηχούμενοι - καταργήθηκαν μέ τόν νηπιοβαπτισμό - καί ἔτσι οὐσιαστικά ἡ διάκριση αὐτή στήν πράξη ἔχει καταργηθεῖ.


Γ. Ἡ Λειτουργία τῶν Πιστῶν. Τό τρίτο τμῆμα τῆς Θ. Λειτουργίας εἶναι βέβαια τό σημαντικότερο· εἶναι ἡ καρδιά της. Ἀρχίζει μέ τήν φράση - πού συνήθως δέν λέγεται σήμερα-«ὅσοι πιστοί ἔτι καί ἔτι ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» καί τελειώνει μέ τό «Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἠμῶν ...».
Προτοῦ ἀναπτύξουμε κάθε τμῆμα τῆς Θ. Λειτουργίας χωριστά, παραθέτουμε ἕνα γενικό διάγραμμά της


5. Διάγραμμα τῆς Θείας Λειτουργίας.


Α. Προσκομιδή ἡ Πρόθεση.
    Προπαρασκευή τῶν Τιμίων Δώρων.


Β Ἡ Λειτουργία τῶν Κατηχουμένων.
Δοξολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος: Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρός ...».
Μεγάλη Συναπτή: Ἐν εἰρήνη τοῦ Κυρίου ...».
Ἅ Ἀντίφωνο: «Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου ...».
Μικρά Συναπτή: «Ἔτι καί ἔτι ἐν εἰρήνη · - ·»·
Β Ἀντίφωνο: «Σῶσον ἠμᾶς ΥΙέ Θεοῦ ...».
«Ὁ Μονογενής Υἱός ...».
Μικρά Συναπτή.
Τό Ἀπολυτίκιο.
Ἡ Μικρά Εἴσοδος.
«Δεῦτε προσκυνήσωμεν ...».
Ὅ Τρισάγιος ὕμνος: «Ἅγιος ὁ Θεός ...».
Τά Ἀναγνώσματα: Ἀπόστολος καί Εὐαγγέλιο.


Γ. Ἡ Λειτουργία τῶν Πιστῶν.
Ι. Προπαρασκευή τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς.
-  Εὐχές ὑπέρ τῶν πιστῶν.
-  Χερουβικός Ὕμνος: «Οἱ τά Χερουβίμ μυστικῶς ...».
-  Ἡ Μεγάλη Εἴσοδος.
-  Τά Πληρωτικά: «Πληρώσωμεν τήν δέησιν ...».
-  Ὁ ἀσπασμός τῆς ἀγάπης: «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους ..."
-  Τό «Πιστεύω ...».
II. Ἡ Ἁγία Ἀναφορά.
- «Στῶμεν καλῶς ...», «Ἄνω σχῶμεν ...».
-  Ἡ εὐχή: «Ἄξιον καί δίκαιον σέ ὑμνεῖν ...».
-  Ὁ Ἐπινίκιος ὕμνος: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ. .·.».
-  Ἡ δευτέρα εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς: «Μετά τούτων καί ἠμεῖς ...».
-  «Λάβετε φάγετε ...», «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες ...».
-  «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν ...».
-  «Σέ ὑμνοῦμεν ...».
-  Ἡ ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ Καθαγιασμός.
-  «Ἑξαιρέτως τῆς Παναγίας ...».
-  «Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς ...»
-  Μνημονεύσεις.
-  Κυριακή προσευχή: «Πάτερ ἠμῶν ...».
III. Ἡ Θεία Κοινωνία τῶν Πιστῶν.
-  Οἱ εὐχές τῆς Κεφαλοκλισίας καί τῆς Ὑψώσεως «τῶν Ἁγίων».
- «Τά Ἅγια τοῖς ἁγίοις».
- Το Κοινωνικό.
- «Μετά φόβου Θεοῦ πίστεως καί ἀγάπης ...».
- Είδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν ...».
- Ευχή εὐχαριστίας ἐπί τή Μεταλήψει».
- «Ὁ εὐλογῶν τους εὐλογοῦντας σέ, Κύριε ...».
- Είη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ...».
- Απόλυσις τῶν πιστῶν: Εὐλογία Κυρίου ...».
- «Δί' εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἠμῶν ...».
- Διανομή τοῦ Ἀντίδωρου.


1. Γιατί ὀνομάζεται Ἀναφορά καί Εὐχαριστία.

 

Τό τμῆμα τῆς Θ. Λειτουργίας, κατά τό ὁποῖο γίνεται ἡ Θ. Εὐχαριστία καί ὁ καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων, λέγεται Ἀναφορά. Λέγεται δέ Ἀναφορά, γιατί εἶναι μία «φορά» πρός τά «ἄνω», ἕνα ἀνέβασμα τῆς προσφορᾶς καί τῶν ἑαυτῶν μας στόν οὐρανό, στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Λέγεται ἐπίσης καί Εὐχαριστία, γιατί πράγματι ἀποτελεῖ τήν πιό μεγάλη μας εὐχαριστία στόν Θεό. Εὐχαριστία ὄχι σάν μία λέξη ἡ φράση, ἀλλά σάν μία κατάσταση, σάν μία στάση τῆς ψυχῆς μας. Ἀφοῦ ὁ Θεός μας τά ἔχει δώσει ὅλα, μᾶς ἔχει συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες μας, μᾶς ἔχει ἀνεβάσει καί μᾶς ἔχει μεταμορφώσει, ἀφοῦ ἔχει γεμίσει τήν ψυχή μας μέ κάθε χαρά, τότε οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχομε νά κάνουμε τίποτα ἄλλο παρά νά εὐχαριστήσουμε τόν Θεό. Καί τί ἄλλο σπουδαιότερο ἔχομε νά τοῦ προσφέρουμε σάν Εὐχαριστία ἀπό τό μυστήριο τῆς Θ. Κοινωνίας; «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν Σοῖ προσφέρομεν ...» Αὐτή εἶναι ἡ Εὐχαριστία τῆς Ἐκκλησίας ἄλλα καί ἡ δική μας προσωπική Εὐχαριστία στόν Θεό.Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάσει στό σημεῖο νά αἰσθάνεται ἔτσι, νά βλέπει δηλαδή νά προσφέρονται ὅλα σάν μία Εὐχαριστία στόν Θεό, τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἔχει φθάσει στήν κατάσταση τοῦ τέλειου ἀνθρώπου, γιατί ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἡ μόνη ἀνταπόκριση τοῦ ἄνθρωπου γιά .τίς μεγάλες δωρεές τοῦ Θεοῦ. Τέλειος ὅμως δέν εἶναι κανείς. Τέλειος σάν ἄνθρωπος ὑπῆρξε μόνον ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Γί αὐτό τόν λόγο Αὐτός εἶναι ἡ μόνη Εὐχαριστία πού μποροῦμε νά προσφέρουμε οἱ ἄνθρωποι στόν Θεό 36. Ὅλα ὅσα γίνονται στήν Θεία Λειτουργία κάθε στιγμή μᾶς θυμίζουν τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μας. Καί ἐμεῖς, πού θυμόμαστε τήν ἀγάπη αὔτη, τοῦ προσφέραμε σάν Εὐχαριστία ὅ,τι πιό πολύτιμο ἔχουμε, αὐτόν τόν ἴδιο τόν Κύριο. Μαζί δέ μέ τόν Κύριο προσφέραμε σάν Εὐχαριστία καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας, ἀφοῦ μέ τήν Θεία Κοινωνία ἔχομε κι ἐμεῖς ἐνωθεῖ μαζί του. Ἐπάνω σ’ αὐτή τήν γραμμή κινεῖται καί ἡ σκέψη τῶν Πατέρων στό θέμα αὐτό. Εὐχαριστία καλεῖται - λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος -ὅτι πολλῶν ἐστίν εὐεργετημάτων ἀνάμνησις ... Καί ὁ ἱερέας ὑπέρ τῆς οἰκουμένης, ὑπέρ τῶν προτέρων, ὑπέρ τῶν νῦν ... ὑπέρ τῶν μετά ταῦτα ἐσομένων εἰς ἠμᾶς εὐχαριστεῖν κελεύει, τῆς θυσίας προκειμένης ἐκείνης. Τοῦτο γάρ (τό εὐχαριστεῖν) ἠμᾶς καί τῆς γής ἁπαλλάττει, καί πρός τόν οὐρανόν μετατίθηση καί ἀγγέλους ἐξ ἀνθρώπων ποιεῖ. Καί γάρ καί ἐκεῖνοι (οἱ ἄγγελοι) χορόν στησάμενοι, ὑπέρ τῶν εἰς ἠμᾶς ἀγαθῶν εὐχαριστούσι τῷ Θεῶ λέγοντες: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καί ἐπί γής εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία (Λούκ. 2, 14)»37.
«Στῶμεν καλῶς...». «Ἄνω σχῶμεν...».
Ὁ ἱερέας ἡ ὁ διάκονος μέ μία ἀκραία ψυχική ἔνταση καλεῖ τούς πιστούς νά προσέξουν ἰδιαίτερα τό τμῆμα αὐτό τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς:

«Στῶμεν καλῶς! Στῶμεν μετά φόβου!

Προσχωμεν τήν Ἅγιαν Ἀναφοράν ἐν εἰρήνη προσφέρειν».

Ἑρμηνεύοντας στό σημεῖο αὐτό τόν ἱερό Χρυσόστομο ὁ Κ. Καλλίνικος λέγει: «Τούς χαμαί συρομένους λογισμούς ἄς ἀνορθώσωμεν. Τήν ἔκλυσιν τήν ἐκ τῶν βιοτικῶν πραγμάτων ἄς ἐκβάλωμεν. Ὀρθήν ἔμπροσθέν του Θεοῦ ἄς παραστήσωμεν τήν ψυχήν μᾶς 38. Ὅλες οἱ χορδές τῆς ψυχῆς εἶναι τεντωμένες μέσα στήν προσμονή τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ λαός ἀπαντᾶ:

«Ἔλεον εἰρήνης θυσίαν αἰνέσεως».

Ἡ φράση αὐτή παρουσιάζει πολλές δυσκολίες ὡς πρός τό νόημά της καί τήν ἀρχική της διατύπωση. Τήν δεχόμαστε ἁπλά ἔτσι ὅπως τήν φύλαξε ἡ Λειτουργική Παράδοση. Ἡ ἔννοια τῆς εἶναι περίπου ἡ ἑξῆς: Προσφέραμε σέ ὅλους συγχώρηση (ἔλεον), ἔχομε εἰρήνη καί προσφέραμε τήν θυσία τῆς Αἰνέσεως», τῆς δοξολογίας.Ὅσο περισσότερο αἰσθητή γίνεται ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅσο ζωντανεύει ἡ ἀνάμνηση τῶν ὅσων ἔκαμε γιά μᾶς ὁ Θεός, τόσο καί περισσότερο ζητεῖται μετάνοια, προσοχή, κάθαρση, ἀγάπη, εἰρήνη εὐχαριστία. Καί ἐπειδή οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις μας δέν ἐπαρκοῦν γιά νά τό ἐπιτύχουμε αὐτό, νά ἀξιωθοῦμε δηλαδή νά ὑμνοῦμε καί νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό μέ καθαρή καρδιά, ὁ Ἱερέας εὔχεται νά μᾶς ἐνδυνάμωση στό ἔργο μᾶς αὐτό ἡ χάρη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

«Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί Πατρός·καί ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἴη μετά πάντων ἠμῶν».

Στήν συγκινητική αὐτή εὐχή καί εὐλογία τοῦ λειτουργοῦ του Ὑψίστου ὁ λαός ἀπαντᾶ:

«Καί μετά τοῦ πνεύματός σου». (Καί μαζί σου, δηλαδή, νά εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ)

«Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας», τονίζει ὁ ἱερέας. Ἀετοί ἄς γίνουμε - λέγει ὁ Κ. Καλλίνικος - καί πρός αὐτόν ἄς πετασθῶμεν τόν οὐρανόν» 39.

«Ἔχομεν πρός τόν Κύριον», ἀπαντοῦν οἱ πιστοί. Καί ὁ διάλογος συνεχίζεται:

Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίω» (ὁ λειτουργός).

«Ἄξιον καί δίκαιόν - ἐστι -» (ὁ λαός).

Ἡ πιό ἱερή στιγμή ἔχει φθάσει. Οἱ πιστοί μέ τίς βιοτικές μέριμνες σβησμένες, μέ τήν καρδιά ἀνυψωμένη, ἀληθινά ἐλεύθεροι ἀπό κακίες, μέ τήν εὐχαριστία στά χείλη, εἰρηνικοί καί ἀγαπημένοι καί μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μαζί τους, εἶναι ἕτοιμοι νά ἀναπέμψουν τίς εὐχές τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, πού εἶναι θαυμάσια θεολογικά δοκίμια μέ ἕνα πλούσιο συναισθηματικό καί. δραματικό σέ. μερικά σημεῖα τόνο.3. Θεολογικό τμῆμα τῆς Ἀναφορᾶς.Ἡ πρώτη εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς ἀποτελεῖ τό θεολογικό της τμῆμα. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα «προοίμιον», ὅπως τήν χαρακτηρίζουν πολλοί, ἀλλά εἶναι τό θεμέλιο πάνω στό ὁποῖο στηρίζονται ὅλα ὅσα πρόκειται νά ἐπακολουθήσουν. Εἶναι ἡ εὐχή μία θερμή εὐχαριστία στόν Θεό-Πατέρα, πού μέ λίγες ἄλλα πολύ ἐκφραστικές λέξεις ὁμιλεῖ γιά τήν ἄπειρη τελειότητα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, στόν ὁποῖο ἀναπέμπεται ἡ Εὐχαριστία μας, γιατί δημιούργησε τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο, γιατί δέν μᾶς ἄφησε στήν πτώση μας, γιατί μᾶς ἔστειλε τόν Μονογενῆ του Υἱό, πού γιά μᾶς ὑπῆρξε ἡ πηγή ὅλων τῶν ἀγαθῶν. Καί γί αὐτό εἶναι «ἄξιον καί δίκαιον» νά τόν εὐχαριστοῦμε ἀκατάπαυστα, ὅπως ἀναφέρει καί ἡ εὐχή:

«Ἄξιον καί δίκαιον σέ ὑμνεῖν, σέ εὐλογεϊν, σέ αἰνεῖν, σοί εὐχαριστεῖν, σέ προσκυνεῖν ἐν παντί τόπω τῆς δεσποτείας σου. Σύ γάρ εἰ Θεός, ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀεί ὧν, ὠσαύτως ὧν σύ καί ὁ μονογενής σου Υἱός καί τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον. Σύ ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι ἠμᾶς παρήγαγες καί παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν καί οὐκ ἀπέστης πάντα ποιῶν, ἕως ἠμᾶς εἰς τόν οὐρανόν ἀνήγαγες καί τήν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τήν μέλλουσαν. Ὑπέρ τούτων ἁπάντων εὐχαριστοῦμεν σοί καί τῷ μονογενεῖ σου Υἱῶ καί τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἁγίω, ὑπέρ πάντων ὧν ἴσμεν (ὅσα γνωρίζομε) καί ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καί ἀφανῶν εὐεργε σιῶν, τῶν εἰς ἠμᾶς γεγενημένων. Εὐχαριστοῦμεν σοί καί ὑπέρ τῆς Λειτουργίας ταύτης, ἤν ἐκ τῶν χειρῶν ἠμῶν δέξασθαι κατηξίωσας, καίτοι σοί παρεστήκασι χιλιάδες Ἀρχαγγέλων καί μυριάδες Ἀγγέλων, τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ, ἑξαπτέρυγα, πολυόμματα, μετάρσια, πτερωτά».Μέσα στήν εὐχή αὐτή ἡ Ἐκκλησία παίρνει μία οὐρανική διάσταση. Μέ χιλιάδες ἀρχαγγέλους καί μυριάδες ἀγγέλους. Μέ τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ. Συνάγει στήν Ἁγία Τράπεζα τόν οὐρανό καί τήν γῆ, γιά νά προσφέρουμε ὅλοι, σάν καινούργια κτίση, τήν Εὐχαριστία μας καί τήν δοξολογία μας στόν Θεό 40. Αὐτή ἡ δοξολογία, αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς εὐγνωμοσύνης «ὑπέρ πάντων ὧν ἴσμεν καί ὧν οὐκ ἴσμεν» μᾶς ἀνεβάζει στόν οὐρανό καί μᾶς ἀξιώνει νά ἀκοῦμε καί νά λέμε τόν ἐπινίκιο ὕμνο τῶν ἀγγέλων «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος...». Εἶναι δυστύχημα ὅτι ἐπεκράτησε ἡ κακή συνήθεια νά λέγονται οἱ εὐχές αὐτές μυστικά, ἀπό τόν ἱερέα μόνο, χωρίς νά τίς ἀκοῦνε οἱ πιστοί, γιά νά συμμετέχουν καί αὐτοί ἐνεργότερα σέ ὅσα γίνονται. Ἐνῶ ἡ πράξη τῆς Ἐκκλησίας καί ἡ διάρθρωση τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι τέτοια, ὥστε μερικές ἐκφωνήσεις νά φαίνονται ἀκατανόητες, ὅταν οἱ εὐχές διαβάζονται μυστικά. Παραδείγματος χάριν, ὅταν ὁ Ἱερέας ἐκφωνεῖ: «Τόν ἐπινίκιον ὕμνον ἄδοντα, βοώντα, κεκραγότα καί λέγοντα», ποιό εἶναι τό ὑποκείμενο; Τό ὑποκείμενο βρίσκεται στήν εὐχή πού προηγήθηκε, πού λέγει ὅτι γύρω ἀπό τόν θρόνο τοῦ Θεοῦ παραστέκονται «τά Χερουβίμ καί τά Σεραφίμ ...», τά ὁποία «ἄδουν» τόν ἐπινίκιο ὕμνο. Ἐκτός αὐτοῦ ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουστινιανός μέ τήν 137 Νεαρά του (ἤ 174) ζήτησε ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ πρεσβύτεροι νά λένε τίς εὐχές τῆς Ἀναφορᾶς «μετά φωνῆς τῷ πῖ-στοτάτω λαω ἑξακουομένης», διότι ἐάν εἴπης τάς εὐχᾶς μυστικῶς», πῶς ὁ λαός ποῦ συμπαρίσταται θά πεῖ «τό Ἀμήν τῷ Θεῶ ἐπί τή σή εὐχαριστία;».

ὁ Ἐπινίκιος Ὕμνος.
«Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ (= Παντοκράτωρ)

πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ τῆς δόξης σου.

Ὡσαννά (= σῶσε μας), (ο) ἐν τοῖς Ὑψίστοις.

Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Ὡσαννά, ὁ ἐν τοῖς Ὑψίστοις».

Μία ἀμέτρητη εὐγνωμοσύνη, δοξολογία καί εὐχαριστία ἀγγέλων καί ἀνθρώπων εἶναι πλεγμένη μέσα στόν ὕμνο αὐτό πρός τόν Θεό, μαζί μέ μία κραυγή ἱκεσίας νά μᾶς σώσει (Ὡσαννά) αὐτός πού βρίσκεται ἐν τοῖς Ὑψίστοις». ὁ ὑπέροχος αὐτός ὕμνος ἀποτελεῖ τήν μεγαλειώδη σύνθεση δύο ἐμπνευσμένων ὁραμάτων, πού εἶχαν δεῖ οἱ μεγαλόπνοοι προφῆτες Ἠσαΐας (6, 2-3) καί Ἰεζεκιήλ (10, 1-5). Στά ὁράματα τῶν δύο αὐτῶν προφητῶν ἀναφέρεται συχνά καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής στήν «Ἀποκάλυψή» του.5. Τό Χριστολογικό τμῆμα τῆς Ἀναφορᾶς.«Μετά τούτων καί ἠμεῖς τῶν μακαρίων Δυνάμεων, Δέσποτα φιλάνθρωπε, βοῶμεν καί λέγομεν. Ἅγιος εἰ καί Πανάγιος Σύ καί ὁ μονογενής σου Υἱός καί τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον. Ἅγιος εἰ καί Πανάγιος καί μεγαλοπρεπής ἡ δόξα σου· ὅς, τόν κόσμον σου οὕτως ἠγάπησας, ὥστε τόν Υἱόν σου τόν μονογενῆ δοῦναι, ἴνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀποληται, ἀλλ’ ἔχη ζωήν αἰώνιον ὅς, ἐλθῶν καί πάσαν τήν ὑπέρ ἠμῶν οἰκονομίαν πληρώσας, τή νυκτί ἤ παρεδίδοτο, μᾶλλον δέ ἑαυτόν παρεδίδου ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, λαβῶν ἄρτον ἐν ταῖς ἁγίαις αὐτοῦ καί ἀχράντοις καί ἀμωμήτοις χερσίν, εὐχαριστήσας καί εὐλογήσας ἁγιάσας, κλάσας, ἔδωκε τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καί ἀποστόλοις, εἰπῶν».Τήν στιγμή πού τά πάντα μέσα στόν Ναό δονοῦνται ἀπό τόν ὕμνο τῶν ἀγγέλων, ὁ ἱερέας, καθώς πλησιάζει ἡ μεγάλη ὥρα τοῦ καθαγιασμοῦ, αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ἑνώσει τήν φωνή του «μέ τῶν μακαρίων Δυνάμεων ...» καί νά ἐκφράσει τά βαθειά συναισθήματα εὐχαριστίας καί δοξολογίας πρός τόν Θεό, πού συγκλονίζουν τήν ψυχή του.Ἡ δεύτερη αὐτή εὐχή τῆς Ἀναφορᾶς ἀποτελεῖ τό Χριστολογικό Τμῆμα της. Ἀναφέρεται στήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, πού χάρισε μέ τήν θυσία τοῦ ὁ Κύριος. Ἰδιαίτερα στήν Θ. Λειτουργία τοῦ Μ. Βασιλείου ἡ δεύτερη αὐτή εὐχή ἀποτελεῖ μία θαυμάσια θεολογική πραγματεία γιά τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου καί γενικότερα γιά ὅλο τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου:«... Ὄτε δέ ἦλθε τό πλήρωμα τῶν καιρῶν, ἐλάλησας ἠμίν ἐν αὐτῶ τῷ Υἱῶ σου, δί’ οὐ καί τούς αἰώνας ἐποίησας· ὅς, ὧν ἀπαύγασμα 41 τῆς δόξης σου καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεώς σου, φέρων τέ τά πάντα τῷ ρήματι τῆς δυνάμεως αὐτοῦ, οὔχ ἁρπαγμόν ἠγήσατο τό εἶναι ἴσα σοί τῷ Θεῶ καί Πατρί· ἀλλά Θεός ὧν προαιώνιος, ἐπί τῆς γής ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη· καί ἐκ Παρθένου ἁγίας σαρκωθεῖς, ἐκένωσεν ἑαυτόν, μορφήν δούλου λαβῶν, συμμορφος γενόμενος τῷ σώματι τῆς ταπεινώσεως ἠμῶν, ἴνα ἠμᾶς συμμόρφους ποιήση τῆς εἰκόνος τῆς δόξης αὐτοῦ. Ἐπειδή γάρ Δι’ ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον, καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, ηὐδόκησεν ὁ μονογενής σου Υἱός, ὁ ὧν ἐν τοῖς κόλποις σου τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, γενόμενος ἐκ γυναικός, τῆς ἁγίας Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, γενόμενος ὑπό νόμον, κατακρίναι τήν ἁμαρτίαν ἐν τή σαρκί αὐτοῦ, ἴνα οἱ ἐν τῷ Ἀδάμ ἀποθνήσκοντες ζωοποιηθῶσιν ἐν αὔτω τῷ Χριστῷ σου· καί ἐμπολιτευσάμενος τῷ κόσμω τούτω, δούς προστάγματα σωτηρίας, ἀποστήσας ἠμᾶς τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων, προσήγαγε τή ἐπιγνώσει σου τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί Πατρός, κτησάμενος ἠμᾶς ἐαυτῶ λαόν περιούσιον, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον καί καθαρίσας ἐν ὕδατι 4 καί ἅγιασας τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίω, ἔδωκεν ἑαυτόν ἀντάλλαγμα τῷ θανάτω, ἐν ὤ κατειχόμεθα πεπραμμένοι ὑπό τήν ἁμαρτίαν καί κατελθῶν διά τοῦ Σταυροῦ εἰς τόν Ἅδην, ἴνα πληρώση ἑαυτοῦ τά πάντα, ἔλυσε τάς ὀδύνας τοῦ θανάτου· καί ἀναστᾶς τή τρίτη ἡμέρα καί ὀδοποιήσας πάση σαρκί τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν, καθότι οὐκ ἤν δυνατόν κρατεῖσθαι ὑπό τῆς φθοράς43 τόν ἀρχηγόν τῆς ζωῆς, ἐγένετο ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἴνα ἡ αὐτός τά πάντα ἐν παση πρωτεύων καί ἀνελθῶν εἰς τούς οὐρανούς ἐκάθησεν ἐν δεξιά τῆς μεγαλωσύνης σου ἐν ὑψηλοῖς· ὅς καί ἤξει, ἀποδοῦναι ἐκάστω κατά τά ἔργα αὐτοῦ. Κατέλιπε δέ ἠμίν ὑπομνήματα τοῦ σωτηρίου αὐτοῦ Πάθους, ταῦτα, ἅ προτεθείκαμεν ἐνώπιόν σου, κατά τάς αὐτοῦ ἔντολας. Μέλλων γάρ ἐξιέναι ἐπί τόν ἑκούσιον καί ἀοίδιμον καί ζωοποιόν αὐτοῦ θάνατον, τή νυκτί ἡ παρεδίδου ἑαυτόν ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς, λαβῶν ἄρτον ἐπί τῶν ἁγίων αὐτοῦ καί ἀχράντων χειρῶν καί ἀναδείξας σοί τῷ Θεῶ καί Πατρί, εὐχαριστήσας, εὐλογήσας, ἁγιάσας, κλάσας ἔδωκε ...».Ὅ,τι ἔκανε γιά τόν κόσμο ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὅ,τι εἶναι γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους ὁ Χριστός, εἶναι θαυμάσια διατυπωμένο στήν παραπάνω εὐχή. Μέ μία φράση ὁ Χριστός εἶναι τό πᾶν γιά μας. Καί θέλοντας ἐμεῖς μέ εὐγνωμοσύνη νά προσφέρουμε τό πᾶν στόν Θεό βλέπομε ὅτι δέν ἔχομε νά προσφέρουμε τίποτε ἄλλο παρά αὐτόν τόν Ῥδιο τόν Χριστό. Γι’ αὐτό καί ἡ ἀναίμακτη θυσία εἶναι Θ. Εὐχαριστία. Γιατί ἡ πιό μεγάλη μας Ἐΰχαρισπα στόν Θεό, τό ἐπαναλαμβάναμε, εἶναι ὁ Χριστός.Ἔτσι ἡ ἀνοδική μας πορεία, ἡ Ἀναφορά μας, ἡ Εὐχαριστία μᾶς φθάνει στό τέλος. Μετά ἀπό ὅσα ἔχουμε πεῖ καί κάνει μποροῦμε - παρά τήν ἀναξιότητά μας - νά παρακαλέσουμε τόν Θεό νά στείλει, σάν ἀπάντηση σ’ ὅλη αὐτή τήν ἱκεσία μας, τό Πνεῦμα τοῦ τό Ἅγιο καί νά ἁγιάσει τά Τίμια Δῶρα.

 

6.Ο καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων.

 

α) Τά ἰδρυτικά του Μυστηρίου λόγια.Μέ φωνή πού πάλλει ἀπό συγκίνηση, μέ συντριβή καί μέ κατάνυξη ὁ ἱερέας ἐκφωνεῖ τά ἰδρυτικά του Μυστηρίου λόγια: — «Λάβετε, φάγετε, τοῦτο μου ἐστί τό Σῶμα τό ὑπέρ ὑμῶν κλώμενον, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».

— Ὁ λαός: Ἀμήν».

— «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτο ἐστί τό Αἷμα μου, τό τῆς Καινῆς Διαθήκης, τό ὑπέρ ὑμῶν καί πολλῶν ἐκχυνόμενον, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».

— Ὁ λαός: Ἀμήν».

Βρισκόμαστε πνιγμένοι μέσα στίς φανερές καί ἀφανεῖς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Κυριολεκτικά τά χάνομε μέσα σ’ αὐτόν τόν κατακλυσμό τοῦ ἐλέους καί τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Κοντά στά ἄλλα μᾶς δίδει τό Σῶμα καί τό Αἷμα του, πού μᾶς τρέφει καί μᾶς ἁγιάζει καί μᾶς ζωογονεῖ. Δέν βρίσκαμε τίποτε δικό μας νά τοῦ δώσουμε σάν εὐχαριστία, γι’ αὐτό παίρνουμε τά ἰδικά του καί μέ εὐγνωμοσύνη μεγάλη του τά προσφέραμε 44. ὁ ἱερέας, μέ μία ἔνταση τοῦ πνεύματος τοῦ ἐκφωνεῖ:

«Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοῖ προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» 45.

Ὁ χορός: «Σέ ὑμνοῦμεν, σέ εὐλογοῦμεν, σοί εὐχαριστοῦμεν Κύριε, καί δεόμεθά σου, ὁ Θεός ἠμῶν» 4β.

β) Ἡ ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ καθαγιασμός.

Μέ μεγάλη κατάνυξη ὁ Ἱερέας «κλινόμενος ἐπεύχεται» ἐμπρός στά Τίμια Δῶρα:«Ἔτι προσφέρομεν σοί τήν λογικήν ταύτην καί ἀναίμακτον λατρείαν, καί παρακαλοῦμεν σέ, καί δεόμεθα, καί ἰκετεύομεν. Καταπεμψον τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἠμᾶς, καί ἐπί τά προκείμενα Δῶρα ταῦτα: Καί ποίησον τόν μέν Ἄρτον τοῦτον τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου. Ἀμήν.Τό δέ ἐν τῷ Ποτηρίω τούτω τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου. Ἀμήν. Μεταβάλλων τῷ Πνεύματί σου τῷ Ἅγιω. Ἀμήν. Ἀμήν. Ἀμήν.Ὥστε γενέσθαι τοῖς μεταλαμβάνουσιν εἰς νήψιν ψυχῆς, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς κοινωνίαν τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, εἰς Βασιλείαν οὐρανῶν πλήρωμα, εἰς παρρησίαν τήν πρός σέ, μή εἰς κρίμα (= κατάκρισι) ἡ εἰς κατακρίμα (= καταδίκη). Ὁ λειτουργός Ἱερέας παρακαλεῖ θερμά νά ἔλθη πρῶτα σέ μᾶς τό Ἄγ. Πνεῦμα «καταπεμψον τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἠμᾶς», γιά νά μᾶς καθαρίσει ἐσωτερικά καί νά μᾶς ὕψωση, ὥστε νά γίνουμε κατά κάποιο τρόπο ἱκανοί νά παραστοῦμε στό μεγάλο θαῦμα τῆς μεταβολῆς καί τοῦ καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων καί κατόπιν καί τῆς Θ. Κοινωνίας. Χωρίς τήν ἐσωτερική μας ἀλλαγή καί κάθαρση, ἡ μέν θυσία θά γίνει, ἐμεῖς ὅμως δέν πρόκειται τίποτε νά ὠφεληθοῦμε ἄπ αὐτή. Θά μείνουμε ξένοι καί ἀδιάφοροι πρός αὐτή. Μόνον μετά ἀπό τήν ἐσωτερική αὐτή κάθαρση μποροῦμε νά παρακαλέσουμε τό Πνεῦμα νά ἔλθει «καί ἐπί τά προκείμενα Δῶρα ταῦτα».Στήν Θ. Λειτουργία τοῦ Ἰακώβου γιά νά γίνει πιό αἰσθητή ἡ παράκληση μᾶς αὐτή καί πιό θερμή ἡ δέησή μας, ἐκτός ἀπό τά τρία ρήματα «παρακαλοῦμεν», «δεόμεθα» καί «ἰκετεύομεν» ὑπάρχει καί ἡ φράση:

Ὁ λαός Σου καί ἡ Ἐκκλησία Σου ἰκετεύουσι Σέ ...».

Ὅ καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Οὐδέν αὐτός ὁ παρών (ὅ ἱερέας) πράττει - λέγει ὁ ἰ. Χρυσόστομος - οὐδέ ἀνθρωπινῆς ἐστι φύσεως κατόρθωμα τά προκείμενα Δῶρα, ἀλλ’ ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις παροῦσα καί πασιν ἐφιπταμένη τήν μυστικήν ἐκείνην κατασκευάζει θυσίαν» 47. Καί σ’ ἄλλο σημεῖο προσθέτει: Οὔτε ἄγγελος, οὔτε ἀρχάγγελος ἐργάσασθαι τί δύναται εἰς τά δεδομένα παρά Θεοῦ- ἀλλά Πατήρ καί Υἱός καί Ἅγιον Πνεῦμα πάντα οἰκονομεῖ· ὁ δέ ἱερέας τήν ἑαυτοῦ δανείζει γλώτταν καί τήν ἑαυτοῦ παρέχει χείρα» 48.Καί ἐπειδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐργάζεται ὅλα αὐτά, γί αὐτό καί ὁ ἱερέας ἀμέσως μετά τόν καθαγιασμό, γονατιστός παρακαλεῖ, ὥστε ἤ θυσία αὐτή νά ἔχει σάν ἀποτέλεσμα τόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν: «Ὥστε γενέσθαι τοῖς μέ-ταλαμβάνουσι εἰς νήψιν ψυχῆς ...». Αὐτό ἔχει σημασία· γι’ αὐτό προσφέρεται ἡ θυσία. Γιά τήν σωτηρία τῶν πιστῶν, γιά τήν λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου. Καί αὐτό δέν τό λησμονεῖ ποτέ ἡ Ἐκκλησία.

 

7. Ἡ μεταβολή εἶναι πραγματική, ὄχι συμβολική.

 

Μετά τήν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπάνω στήν Ἁγία Τράπεζα δέν ἔχομε ἁπλῶς «ἄρτον καί οἶνον», δέν «κρύπτεται ὑπό τά εἴδη τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ», οὔτε εἶναι σύμβολα τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, ὅπως παραδέχονται οἱ Προτεστάντες. Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους ὁ ἄρτος εἶναι αὐτό τό ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Κυρίου καί ὁ οἶνος αὐτό τό ἴδιο τό Αἷμα τοῦ Κυρίου. Ἡ μεταβολή δηλαδή εἶναι πραγματική καί οὐσιαστική. Δέν εἶναι συμβολική. «Ὅ γάρ ἄρτος», λέγει ὁ Ν. Καβάσιλας, Οὐκέτι τύπος ... ἀλλ’ αὐτό τοῦ Δεσπότου τό Πανάγιον Σῶμα, τό πάντα ἀληθῶς ἐκεῖνα δεξάμενον τά ὀνείδη, τάς ὕβρεις, τούς μώλωπας· τό σταυρωθέν, τό σφαγέν, τό μαρτύρησαν ἐπί Ποντίου Πιλάτου τήν καλήν ὁμολογίαν, τό ραπισθέν, τό αἴκισθεν (= βασανισθέν), τό ἐμπτυσμάτων ἀνασχόμενον, τό χολῆς γευσάμενον. Ὁμοίως καί ὁ οἶνος, αὐτό τό Αἷμα τό ἐκπηδήσαν σφαττομένου τοῦ Σώματος. Τοῦτο τό Σῶμα, τοῦτο τό Αἷμα τό συστᾶν (= συσταθέν) ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, τό γεννηθέεν ἀπό τῆς Ἄγ. Παρθένου, τό ταφέν, τό ἀναστᾶν τή τρίτη ἡμέρα, τό ἀνελθόν εἰς τούς οὐρανούς καί καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν του Πατρός» 49. Αὐτή εἶναι ἡ πίστη της .Ὀρθοδοξίας.

 

8.Πότε γίνεται ἡ μεταβολή.

 

Στό σημεῖο αὐτό ἀσφαλῶς γεννῶνται πολλά ἐρωτηματικά. Ὑπάρχουν ἀκόμη καί διάφορες ἀπόψεις καί μάλιστα μία διαμάχη μεταξύ τῶν θεολόγων. Πῶς γίνεται αὐτή ἡ μεταβολή; Καί πότε γίνεται; Καί ποιά λέξη ἡ πράξη θεωρεῖται σάν ἡ πιό σημαντική; Εἶναι σύμβολο ἡ οὐσία; Καί ἄν εἶναι σύμβολο τί συμβολίζει; Καί τόσα ἄλλα ... Ὅλα ὅμως αὐτά εἶναι «μωραί ζητήσεις καί ἔρεις καί μάχαι νομικαί» (Τίτου 3, 9), ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἄπ. Παῦλος. Καμία ἀπό τίς ἀπαντήσεις πού δίνουμε μέ τήν λογική δέν μπορεῖ νά μᾶς ἱκανοποιήσει. Γιατί μόλις πᾶμε νά διατυπώσουμε ἕνα ὁρισμό, δημιουργοῦνται ἄλλα ἐρωτήματα καί ἄλλες ἀπορίες. Αὐτό συμβαίνει γιατί ἡ λογική ἀδυνατεῖ νά συλλαβή καί νά διατύπωση πράγματα καί ἀλήθειες πού τήν ὑπερβαίνουν. Τό Μυστήριο δέν προσφέρεται γιά ἐπιστημονική ἔρευνα καί λογικές ἀκροβασίες. Ἡ ἐπιστήμη μελετᾶ καί ἐρευνᾶ τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. Τό μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Μᾶς παίρνει ἀπό τόν κόσμο αὐτό καί μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἕνα ἄλλο κόσμο, πού εἶναι τό τέρμα καί ἡ ἐκπλήρωση ὅλων μας τῶν ἐπιθυμιῶν.Ὅ καθαγιασμός τῶν Τιμίων Δώρων δέν εἶναι μία μαγική πράξη, πού περιορίζεται σέ μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους ὁ καθαγιασμός εἶναι ἀποτέλεσμα ὁλόκληρής της Ἀναφορᾶς. Προπαρασκευάζεται ἀπό ὅλη τήν Λειτουργία πού προηγήθηκε. Κάθε στιγμή ἑτοιμάζει τήν ἑπόμενη. ὁ καθαγιασμός ἔρχεται σάν μία ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ, διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, στήν θερμή ἱκεσία, τήν παράκληση καί τήν προσευχή τῆς Ἐκκλησίας. Γιατί ἡ Ὀρθόδοξη Θ. Λειτουργία σάν σύνολο - καί ὄχι ἕνα μόνον τμῆμα αὐτῆς - εἶναι μία μυστηριακή, μία μεταμορφωτική καί ἀνοδική πορεία. Μεταφερόμαστε ἀπό τόν κόσμο αὐτό σ’ ἕνα ἄλλο κόσμο, στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ. Μέσα στήν Λειτουργία μᾶς λειτουργούμενοι καί λειτουργοῦντες δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀποδείξεων καί συλλογισμῶν. Ἀναπνέουν, κινοῦνται καί ζοῦν τήν ἀτμόσφαιρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζουν ἁπλῶς ὅτι προσφέρουν τόν ἄρτο καί τά δῶρα τους, τόν ἑαυτό τους, τά πάντα στόν Κύριο Ἰησοῦ. Καί ἀκόμη ὅτι Ἐκεῖνος τά γεμίζει μέ τόν Ἑαυτό του, τά μεταβάλλει σέ Σῶμα καί σέ Αἷμα του καί τά προσφέρει πάλι σάν τροφή τῆς ψυχῆς τους, γιατί αὐτός εἶναι πάντα «ὅ προσφέρων καί ὁ προσφερόμενος». Αὐτό εἶναι ὅλο 50. Αὐτό εἶναι τό θαῦμα τό μεγάλο καί ὑπερφυσικό. Γιατί, ὅπως λέγει καί ὁ μεγάλος Ρῶσος θεολόγος Σέργιος Μπουλγκάκοφ, στήν ἐξαίρετη διατριβή του γιά τό «Εὐχαριστιακό δόγμα», τό νερό, πού στούς γάμους τῆς Κανά μεταβάλλεται σέ κρασί εἶναι ἕνα ὑλικό του κόσμου τούτου, πού παραχωρεῖ τή θέση του σέ ἕνα ἄλλο, πάλι ὅμως τοῦ κόσμου τούτου, τό ὅποιο ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά δεῖ καί νά ἐλέγξει μέ τίς δυνάμεις του. Ὁ ἄρτος καί ὁ οἶνος ὅμως τῆς Εὐχαριστίας μεταμορφώνονται σέ μία πραγματικότητα, πού δέν εἶναι αὐτοῦ του κόσμου, πού ξεπερνᾶ τίς δυνάμεις μας καί καθηλώνει τό λογικό. Ἔτσι ἐνῶ τό θαῦμα τῆς Κανά εἶναι ἐφικτό στίς αἰσθήσεις μας, τό θαῦμα τῆς Εὐχαριστίας εἶναι ἀντικείμενο πίστεως 51, μόνο πίστεως.

 

ΕΟΡΤΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

                                               ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ                                                                                                                                   Ἡ δυστυχισμένη Χαναναία γυναίκα εἶχε μεγάλο ἐνδιαφέρον νά γνωρίσει τόν Κύριο, ἐπειδή ἡ πίστη πού εἶχε μέσα της φλόγιζε τήν καρδιά της ἀπό ἀγάπη. Ἡ Χαναναία ζητοῦσε τό

ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιατί δεχόταν πῶς ὁ Κύριος εἶναι ὁ Θεός.Αὐτός ἔχει τήν ἐξουσία νά συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων καί νά χαρίζει τό ἔλεος καί τήν ἀγάπη του.Ὁ Κύριος στήν ἀρχή δέν  δίνει σημασία στίς παρακλήσεις τῆς Χαναναίας.Δέν τῆς ἀπαντάει καθόλου.Ἐκείνη ὅμως ἐξακολουθεῖ νἀ φωνάζει «Ἐλέησέ με, Κύριε,  Υἱέ τοῦ Δαβίδ».Ὁ Κύριος γιά νά δοκιμάσει περισσότερο τήν πίστη τῆς γυναίκας τῆς λέγει:Δέν εἶναι σωστό νά πάρω τό ψωμί, πού εἶναι γιά τά παιδιά, δηλαδή γιά τούς Ἰσραηλίτες, καί νά τό δώσω στούς ἐθνικούς, δηλ. στούς ειδωλολάτρες». Ἡ πίστη ὅμως τῆς γυναίκας κορυφώθηκε μέ τήν ἀπάντηση πού ἔδωσε στόν Κύριο:«Ἔχεις δίκαιο, Κύριε, τοῦ λέγει.Ὅμως καί τά σκυλάκια (πού εἶμαστε ἐμεῖς οἱ ἐθνικοί) τρῶνε ἀπό τά ψίχουλα, πού πέφτουν ἀπό τό τραπέζι τῶν κυρίων τους».Ἐφτασε ὅμως ἡστιγμή γιά νά φανερώσει ὁ Κύριος αὐτή τήν ὑπέροχη πίστη ταῆς Χαναναίας. Γι' αὐτό καί τῆς λέγει μπροστά σ' ὅλον τον κόσμο: «Γυναίκα, είναι πολύ μεγάλη η πίστη σου. Ας γίνει όπως συ θέλεις». Και αμέσως συντελέστηκε το θαύμα και θεραπεύτηκε η άρρωστη θυγατέρα της.

Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Ιησούς Χριστός επιτελεί ένα από τα αναρίθμητα θαύματα της επί γης παρουσίας και δράσης του. Το θαύμα όμως αυτό της θεραπείας της θυγατέρας της Χαναναίας γυναίκας μας δίνει την ευκαιρία να εμβαθύνουμε στην έννοια και σημασία τῆς πίστεως καί  τῆς  προσευχῆς τῆς Χαναναίας, μέ  ἄριστο χειραγωγό τόν Ἀρχιεπισκόπο Θεσσαλονίκης   ἍγιοΣυμεών Στην ορθόδοξη Εκκλησία μας που έχει τόση πνευματικότητα, υπάρχει η λεγομένη «ευχή» που την ξέρουμε όλοι «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλό». Είναι η σύντομη ευχή που λένε οι μοναχοί, που λέμε και εμείς και που είναι όντως αυτή η επίκληση θαυματουργική, σώζει. Έχω δει ανθρώπους να σώζονται από τα χέρια του διαβόλου τον οποίο βλέπουν χωρίς να το έχουν συνειδητοποιήσει, να σώζονται μ’ αυτήν την ευχή. Σ’ αυτήν την ευχή υπάρχει το «Ελέησόν με». Το μέγα έλεος αναφέρεται εδώ για το μέγεθος της αμαρτίας. Δεν είναι ένα απλό έλεος αυτό που οι άνθρωποι κάνουν στον συνάνθρωπο εξ υποχρεώσεως, αλλά είναι ο αναμάρτητος Θεός, ο Πλάστης, ο Κύριός μας.Αὐτὴ ἡ θεία προσευχή, ἡ ἐπίκλησις τοῦ Σωτῆρος μας, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», εἶναι καὶ προσευχὴ καὶ εὐχὴ καὶ ὁμολογία πίστεως. Παρέχει τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, εἶναι χορηγὸς θείων δωρεῶν, κάθαρσις τῆς καρδίας, ἐκδίωξις τῶν δαιμόνων, κατοίκησις μέσα μας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ θείων λογισμῶν, ἀπολύτρωσις ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, θεραπεία τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, χορηγὸς θείου φωτισμοῦ, βρύσις τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων εἰς τὸν ταπεινὸν ἄνθρωπον, καὶ τὸ μόνον σωτήριον, διότι περιέχει τὸ σωτήριον Ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας, ποὺ εἶναι τὸ μόνο ὄνομα ποὺ μᾶς ἐδόθη. Αὐτὸ εἶναι τὸ Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθοῦμε μὲ κανένα ἄλλο ὄνομα, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος (Πράξ. δ´ 12).Διὰ τοῦτο τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» εἶναι:Προσευχή, διότι δι᾿ αὐτῆς ἐπιζητοῦμεν τὸ θεῖον ἔλεος.Εὐχή, διότι παραδίδομεν τὸν ἑαυτόν μας εἰς τὸν Χριστὸν διὰ τῆς ἐπικλήσεώς του.Ὁμολογία, ἐπειδὴ τοῦτο τὸ ὄνομα ὡμολογήσας ὁ Πέτρος ἐμακαρίσθη.Μεταδοτικὴ Πνεύματος Ἁγίου, διότι κανεὶς δὲν λέγει Κύριον Ἰησοῦν παρὰ μόνον μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα.Χορηγὸς θείων δωρεῶν, ἐπειδὴ διὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς εἰς τὸν Πέτρον τὰ κλειδιὰ τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. (Ματθ. ιστ´, 19).Κάθαρσις καρδίας, διότι βλέπει καὶ καλεῖ τὸν Θεὸν διὰ τῆς εὐχῆς αὐτῆς. Καὶ πάλιν ἡ εὐχὴ αὐτὴ καθαρίζει αὐτὸν ποὺ βλέπει τὸν Θεόν.Δίωξις δαιμόνων, διότι ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐδιώχθησαν καὶ διώκονται δαίμονες.Ἐνοίκησις Χριστοῦ, διότι ὅταν ἔχωμεν τὴν μνήμην τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα μας καὶ μᾶς γεμίζει εὐφροσύνη, ὅπως λέγει ὁ ψαλμωδός: «Θυμήθηκα τὸν Θεὸν καὶ ἔνοιωσα εὐφροσύνην» (Ψαλμ. 76, 4).Πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θησαυρὸς κάθε σοφίας καὶ γνώσεως καὶ τὰ χορηγεῖ αὐτὰ εἰς ἐκείνους ποὺ κατοικεῖ.Ἁμαρτιῶν ἀπολύτρωσις, ἐπειδὴ διὰ τὴν ὁμολογίαν του εἶπε εἰς τὸν Πέτρον ὁ Κύριος: «Ὅσα θὰ λύσῃς, θὰ εἶναι λυμένα εἰς τὸν οὐρανόν» (Ματθ. ιστ´, 19).Θεραπευτήριον ψυχῶν καὶ σωμάτων, διότι ὁ Πέτρος εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σήκω καὶ περιπάτει» (Πράξ. γ´, 6). Καὶ πάλιν: «Αἰνέα, σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός» (Πράξ. 9, 34).Χορηγὸς θείου φωτισμοῦ, διότι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν καὶ μεταδίδει τὴν λαμπρότητα καὶ τὴν χάριν του εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται· ὅπως λέγει καὶ ὁ ψαλμωδός: «Ἂς εἶναι ἡ λαμπρότης τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας ἐπάνω μας» (Ψαλμ. 89, 17).Βρύσις θείου ἐλέους, διότι ἐπιζητοῦμε τὸ ἔλεος. Καὶ ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων καὶ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ἀποδίδει τὸ δίκαιον γρήγορα εἰς ἐκείνους ποὺ φωνάζουν πρὸς Αὐτόν.Δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων εἰς τοὺς ταπεινούς, διότι εἰς τὸν ἁλιέα Πέτρον ἐδόθη ἡ χάρις τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ οὐρανίου Πατρὸς καὶ ὁ Παῦλος ἡρπάγη ἐν Χριστῷ καὶ ἤκουσε θείας ἀποκαλύψεις. Καὶ πάντοτε ἐνεργεῖ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον.Εἶναι τέλος πάντων τὸ μόνον Σωτήριον, διότι εἰς τὸ ὄνομα κανενὸς ἄλλου δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος (Πράξ. δ´ 12). Καὶ μόνον ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου.Διὰ τοῦτο πρέπει ὅλοι οἱ πιστοὶ νὰ ὁμολογοῦμε ἀδιάλειπτα τοῦτο τὸ ὄνομα καὶ διὰ τὴν διακήρυξιν τῆς πίστεως καὶ διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τίποτε ποτὲ δὲν πρέπει νὰ μᾶς χωρίσῃ. Διότι τὸ Ὄνομά του παρέχει χάριν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπολύτρωσιν καὶ θεραπείαν, ἁγιασμὸν καὶ φωτισμὸν καὶ πρὸ πάντων τὴν σωτηρίαν.Μὲ τὸ θεῖον αὐτὸ Ὄνομα οἱ Ἀπόστολοι ἔκαναν καὶ ἐδίδαξαν μεγάλα καὶ θαυμαστά. Καὶ ὁ Ἰωάννης ὁ Θεολόγος λέγει: «ταῦτα γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰωάν. κ´ 31). Ἰδοὺ ἡ σωτηρία καὶ ἡ ζωή.Αδελφοί μου, η Χαναναία ζήτησε και πήρε, έψαξε και βρήκε. Χτύπησε την πόρτα του ελέους του Θεού και της ανοίκτηκε. Με τη δύναμη της πίστεως της εξασφάλισε τόσο τη θεραπεία της κόρης της, όσο και το δίκαιο έπαινο από τον Ιησού. Αν, λοιπόν, και η δική μας πίστη είναι τόσο βαθιά και σταθερή, τότε να είμαστε βέβαιοι ότι θα ισχύει και για μας η διαβεβαίωση του Ιησού ότι: «Πάντα όσα ζητήσετε στην προσευχή με πίστη, θα τα λάβετε» (Ματθ. κα΄ 22). Ας τον παρακαλέσουμε, λοιπόν, όπως και οι Απόστολοι: Κύριε «πρόσθες ημίν πίστιν».
Αμήν.

 

 

 

 

1) ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ


Ἡ αἰώνιος ζωή

«Δεῦτε οἱ  Εύλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε  τήν ἡτομασμένοι ὑμῖν Βασιλεία..»

Ἐνῶ οἱ ἁμαρτωλοί (ἀμετανόητοι)ἀκούοντας την σημερινή περικοπή τῆς Κρίσεως αἰσθάνονται φόβο και τρόμο, οἱ δίκαιοι (δηλ.εὐρισκόμενοι σε συνεχή μετάνοια)αἰσθάνονται ἀγαλλίασι γιατί ἀκοῦνε τό εὐαγγέλιο  τῶν οὐρανίων και αἰωνίων γάμου τους.Οἱ ἃγιοι ἐδῶ στήν γῆ ἐτέλεσαν  τούς ἀρραβῶνας μέ τόν  Νυμφίο Χριστό , στήν Δευτέρα Παρουσία θά ἀπολαύσουν τούς γάμους των.Αὐτό σημαίνει ὃτι γιά τούς ἁγίους  ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, ὁ παράδεισος, ἡ αἰώνιος ζωή δεν εἶναι μόνον κατάστασι τοῦ μέλλοντος   αἰῶνος ,δέν εἶναι πέρα ἀπό τόν χρόνο, ἀλλά μιά παροῦσα παγματικότητα                                         Ἐμπειρίες αἰωνίου ζωῆς                                                                       Ἡ ζωήτοῦΧριστοῦ, αὐτή ἡ ἲδια ἡ αἰωνιότης ὑπάρχει πλούσια μέσα στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ αὐτή εἶναι τό Σῶμα  Του.Μέσα στήν  ζωή τῆςἘκκλησίας ὑπάρχουν ἰσχυρά κύματα αἰωνίου ζωῆς, ἀφοῦ ἡ αἰωνιότητα εἶναι τρόπος ζωῆς   τῆς θείας ὑπάρξεως, πού εἶναι ἡ κεφαλή της.Ἒτσι μέ τήν χάρι  τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπολαμβάνουμε ἐμπειρίες τῆς αἰωνιότητος ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.Μέ τό Ἃγιο βάπτισμα ἡ Ἐκκλησία  καινοποιεῖ τόν κτιστό  ἂνθρωπο καί τόν εἰσάγει,  κατά τούς Πατέρας «εἰς τήν ὑπέρ αἲσθησιν καί νοῦν  ζωήν τοῦ νέου αἰῶνος»Πράγματι ὃπως ἡ ἐνσάρκωσι τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ 3)ἀρχή τῆς Θεώσεως τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἒτσι  καί  μέ τό ἃγιο βάπτισμα ἡ ἐνσωματωσί μας στό σῶμα  τοῦ Χριστοῦ,εἶναι ἡ ἀρχή  τῆς θεώσεώς μας.Γι΄αὐτό το ἃγιο βάπτισμα λέγεται φώτισμα και γέννησι.,Βαπτιζόμενοι φωτιζόμεθα, φωτιζόμενοι, υἱοθετούμεθα, υἱοθετούμενοι, «τελειούμεθα ἀποθανατιζόμενοι»Μέ τήν θεία εὐχαριστία  ἡ Ἐκκλησία  ζωοποιεῖ τόν ἂνθρωπο . Ἡ θεία εὐχαριστία πού ἀποτελεῖ τήν βαθυτάτη  ἒκφρασι τῆς Ἐκκλησίας, ἀρχίζει μέ τήν δοξολογία  τῆς βασιλείας τοῦ πατρός και τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Ἰδίως ὃταν ὁ πιστός μεταλαμβάνη τοῦ σώματος καί τοῦ Αἰματος τοῦ Χριστοῦ γίνεται  κατά χάριν  υἱός τοῦ Θεοῦ καί «ἃπαντα τά μέλη του γίνονται φωτοφόρα»,Φωτίζονται καί 4)δοξάζονται, ἀφοῦ ὁ ἂνθρωπος δέχεται τόν Χριστό, πού εἶναι τό Φῶς καί ἠ ζωή.Τήν μετοχή τῆς αἰωνίου ζωῆς, τήν ἀπόκτησι ἐμπειρίας τῆς αἰωνιότητος ἀπολαμβάνει ὁ ἂνθρωπος καί κατά τήν προσευχή. : «ὃταν ὁ ἂνθρωπος καθαρίση την ψυχήν του καί συλληφθῆ μέσα ὁ νέος Ἀδάμ ὁ γλυκύτατος ἡμῶν Ἰησοῦς τότε ἡ καρδία μή δυναμένη νά κρατήση τήν χαράν καί τήν ἂρρητον ἐκείνην ἡδονήν ὃπου πίπτει εἰς τήν καρδίαν, σκιρτᾶ καί ρέουν οἱ ὀφθαλμοί γλυκύτατα δάκρυα, καί ὃλος ὁ ἂνθρωπος γίνεται ὣς φλόγα πυρός ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ».Ἐδῶ μᾶς μιλᾶ γιά τό ἀκριβότερο ἀπόκτημα, τήν γεῦση τῆς ἀγάπης του Θεού. Γι’αὐτό ἀξίζει κάθε κόπος καί κάθε θυσία. Εἶμαστε εὐγνώμονες στὀν Γέροντα Ἰωσήφ πού μᾶς δείχνει τόν δρόμο: «ὃταν τό συνηθίση ὁ νοῦς (τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με) καί χορτάση – τό μάθη καλά – τότε τό στέλνει εἰς τήν καρδίαν».Ἒτσι ἡ εὐχή γίνεται πλέον καρδιακή καί ὃσοι ἒφθασαν ἐδῶ  ἀνέβηκαν στό τρίτο σκαλοπάτι.Κατά τούς Πατέρας ἡ καρδιά εἶναι τό κέντρο ὂχι μόνον τῆς σωματικῆς ἀλλά καί τῆς πνευματικῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου.Ἡ καρδιά εἶναι ὁ θρόνος τοῦ νοῦ, ὁ τόπος στόν ὁποῖον βρίσκεται ὁ νοῦς ὃταν εἶναι ὑγιῆς. Τότε μόνον ὁ νοῦς ἑνώνεται μέ  τήν καρδιά καί ἀπό κοινοῦ ἐργάζονται τήν εύχή. Κατά τόν π. Ἰωσήφ ὁ πιό ἀποτελεσματικός τρόπος νά καθαριστεῖ ὁ νοῦς εἶναι ἡ ἐργασία τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ὃταν ὁ νοῦς, πού εἶναι ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, εἶναι καθαρός, τότε καί τό σῶμα δέν δέχεται προσβολές καί εἶναι καί αὐτό καθαρό.Ὃταν ὁ νοῦς κατεβάσει τήν εὐχή στήν καρδιά ἡ προσευχή ἐνεργεῖ ἐκεῖ ἀπό μόνη της ἀβίαστα καί ἀσταμάτητα. Ὃποιος ἒφθασε στό σημεῖο αὐτό ἒχει μέσα του τήν ἀδιάλειπτη καρδιακή προσευχή. Ἀναπνέει κυριολεκτικά μέ τά λόγια τῆς εὐχῆς. Εἰσπνέει μέ τό «Κύριε Ιησοῦ Χριστέ» καί ἐκπνέει μέ τό «ἐλέησόν με». Μέ τά πρῶτα λόγια ὁμολογεί τήν θεότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀναγνωρίζει ὃτι εἶναι ὁ μόνος ποὐ μπορεῖ νά τόν σώσει καί μέ τά ἑπόμενα ζητᾶ τό ἒλεος τοῦ Θεοῦ.Ἀφήνει τά πάντα στόν Θεό καί ἐλπίζει ὃτι τελικά ὁ Θεός θά δεῖ «τήν ταπείνωση καί τὀν κόπο» του καί θά τόν σώσει μέ τό ἂπειρο ἒλεός Του. Καί πάλι ὁ πατήρ. Ἰωσήφ εἶναι ἐκφραστικότατος στό σημεῖο αὐτό: «διά τῆς συνεχοῦς λοιπόν ἐπικλήσεως γίνεται διαδρομή στήν καρδίαν διά τῆς εἰσπνοῆς καί ἐκπνοῆς, ὁ νοῦς,ὁ λόγος και ἡ καρδία γίνεται ἓνα, ὃπου καθαρίζεται ἡ καρδία καί δέχεται τήν ἐπισκιάζουσαν χάριν. Τότε γίνεται οὐρανός μέσα σου, παράδεισος»Ὃποιος ἒχει τό χάρισμα τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς εἶναι μακάριος, εἶναι ἀπό τώρα μέσα στόν Παράδεισο. Αἰσθάνεται μέσα στήν ψυχή του τήν θεία παρουσία σάν μία ἁπαλή φλόγα πού τόν θερμαίνει καί τόν γεμίζει άπό ἀνέκφραστη χαρά. Αὐτή ἡ χαρά εἶναι οὐράνια καί δέν συγκρίνεται οὖτε μέ τίς μεγαλύτερες χαρές τοῦ κόσμου τούτου. Εἶναι ἡ ἀντίδοση Ὑπάρχουν στιγμές  πού ὁ προσευχόμενος  δέχεται τήν ἐπίσκεψιν  τῆς ἀκτίστου Χάριτος,ὁπότε  παύει νά  ὑπάρχει ὁ χρόνος,γιατί τότε ὁ προσευχόμενος «θεωρεῖ  τόν Θεόν  καί βιώνει τήν αἰωνιότητα ὃπως οἱ μαθηταί, ἐπάνω στό  θαβώρ.Οἱ ἃγιοι Πατέρες ἑρμηνεύοντας τό γεγονός τῆςΜεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ, εἶπαν ὃτι ἡ θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός  εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ,ἡ καλονή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»τό «βρῶμα τῶν ἐπουρανίων ἀγαθῶν»  Ἂς φοβηθοῦμε ὰγαπητοί τόν Θεό καί ἂς ξεκινήσουμε σήμερα τελευταῖα ἡμέρα τῆς κρεοφαγίας, μιά νέα πορεία, μιά νέα ζωή ὣστε καί σέ ἐμᾶς νά  ἀναφωνήσει ὁ Κύριος «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλεία ἀπό καταβολῆς κόσμου.» ΑΜΗΝ

 

 ω

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

 

Ὁ θρῆνος τοῦ Ἀδάμ

Ἐκάθισεν Ἀδάμ, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καὶ τὴν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Οἴμοι, τὸν ἀπάτη πονηρὰ πεισθέντα καὶ κλαπέντα, καὶ δόξης μακρυνθέντα! Οἴμοι, τὸν ἁπλότητι γυμνόν, νῦν δὲ ἠπορημένον! Ἀλλ᾽ ὦ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, οὐκέτι ὄψομαι τὸν Κύριον καὶ Θεόν μου καὶ Πλάστην.                                          Καὶ ἔπλασεν ὁ θεὸς τὸν ἄνθρωπον χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν καὶ ἐφύτευσεν κύριος ὁ θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδεμ κατὰ ἀνατολὰς καὶ ἔθετο ἐκεῖ τὸν ἄνθρωπον ὃν ἔπλασεν καὶ ἐξανέτειλεν ὁ θεὸς ἔτι ἐκ τῆς γῆς πᾶν ξύλον ὡραῖον εἰς ὅρασιν καὶ καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ τὸ ξύλον τῆς ζωῆς ἐν μέσῳ τῷ παραδείσῳ καὶ τὸ ξύλον τοῦ εἰδέναι γνωστὸν καλοῦ καὶ πονηροῦ:. Πρίν μπεῖ ἡ ἁμαρτία καί ἡ παρακοή ἦσαν ντυμένοι μέ τήν θεϊκή δόξα, γι’ αὐτό καί δέν ντρέπονταν ἂν καί ἦσαν γυμνοί».Οἱ πρωτόπλαστοι δέν κατόρθωσαν νά διατηρήσουν τήν ἀνώτερη αὐτήν ζωήν γιά τόν εαὑτό τους. Φάνηκαν ἀνάξιοι τῶν  μεγάλων ἀγαθῶν πού τούς ἒδωσε ὁ Θεός.Ὁ διάβολος προσεγγίζει τήν Εὒα καί θεολογεῖ, γίνεται ὁ πρῶτος θεολόγος ἀφοῦ ὀνομάζει τόν  Θεόν Θεό.Ὃσο λοιπόν ἡ Εὒα πεῖθετε στά λόγια τοῦ σατανᾶ, τόσο ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεόν, τόσο καί ἡ Θεία Χάρις τήν ἀπογυμνώνει σταδιακά. Τελικά τρώει τόν ἀπαγορευμένο καρπό καί δίνει καί στόν ἂντρα της. Μιά μεγάλη ἁμαρτία ἒχει πλέον συντελεσθεῖ.Ἡ ἁμαρτία αὐτή ἐμπεριέχει μέσα της τήν ὑπερηφάνεια, τήν ἀπιστία, τήν αὐθάδεια, τήν παρακοή.ἀκολουθεῖ  ὀ σκοτισμός τοῦ νοῦ, ἀντιλαμβάνονται ξαφνικά χάνοντας τήν πρότερη ἀθωότητα ὃτι εἶναι γυμνοί καί σκεπάζονται μέ φύλα συκῆς.                        Πτῶσις-ἁμαρτία-πάθη                            Ἂς τά  δοῦμε ὃμως μέ τήν σειρά.Μέσα στόν παράδεισο ὁ νοῦς  τῶν πρωτοπλάστων ἒβλεπε τόν θεόν.Ὂχι ὃμως πάντοτε μέ τήν κυκλική κίνησι πού ὁ Ἃγιος Διονύσιος τήν  ὀνόμάζει ἑλικοειδῆ καί εἶναι μία σύνθεσις μεταξύ κύκλου καί  εὐθείας.Ἒβλεπε δηλ.τόν θεόν μέσω τῶν δημιουργημάτων του Βλέποντας τήν κτίσι τοῦ Θεοῦ γύρω του ὁ νοῦς τῶν πρωτοπλάστων,ἀνέβαινε πρός τόν θεόν καί τόν δοξολογοῦσε .Μέσα σ΄αὐτήν τήν ἑλικοειδῆ κίνησι τοῦ νοῦ τους ἐπέτυχε ὁ σατανᾶς να εἰσαγάγη τήν πονηρία του καί νά τήν μεταβάλη σέ εὐθεία.Ἒστρεψε τήν προσοχή τους ὁλοκληρωτικά πρός τό κτίσμα (τόν καρπόν τοῦ δένδρου)καί τούς ἒκανε νά ἀποστραφοῦν τόν θεόν καί  νά  ἀγνοήσουν την ἐντολή του «Ἁμαρτία εἶναι ἀποστροφή τοῦ κτίστου καί ἐπιστροφή πρός τό κτῖσμα».Γι΄ αὐτό ἀκριβῶς τόν λόγο ἡ μέν κυκλική κίνησις ἢ «συνέλεξις» τοῦ νοῦ  λέγεται ἀπλανής, δηλ. ἀνεπίδεκτη ἐξαπατήσεως, ἐνῶ ἡ ἑλικοειδής κίνησις ἐπιδεκτική.Ποιό ἦταν  τό ἂμεσο ἀποτέλεσμα  τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας,ὃσον ἀφορᾶ τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου; Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου παραμέλησε καί ἐλησμόνησε ἐντελῶς τήν «κρείτονα καί ἰδιαιτάτην»ἐνέργειαν του, τήν θεωρίαν  τοῦ θεοῦ, καί μέ τήν ὁλοκληρωτική στροφή του πρός τά  κτίσματα σκοτίσθηκε, λερώθηκε καί ἀσχήμισε μαζί  καί μέ  ὃλες τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς.Διότι «ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός ἐάν οὖν  ἦ ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ,ὃλον τό  σῶμά σου φωτεινόν ἒσται’ἐάν δέ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἦ,ὃλον τό σῶμά σου σκοτεινόν  ἒσται.Ἒτσι ὁλόκληρη ἡ ψυχή μέ πρωταίτιο τόν νοῦ ἀσθενεῖ και πάσχει.Οἱ ἐπί μέρους ἀσθένειες κάθε δυνάμεως τῆς ψυχῆς  λέγονται πάθη.Τό λογιστικό, δηλ.ἡ διάνοια  τοῦ ἀνθρώπου πάσχει ἀπό  τήν  ὐπερηφάνεια,τό θυμικό δηλ, τό συναίσθημα, πάσχει ἀπό τήν ὀργή καί τον φθόνο,τό ἐπιθυμιτικό ἀπό τήν φιληδονία  καί τήν φυλαργία.                             Θεραπεία τοῦ νοῦ μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν.                                                                Τί εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν.τοῦ Χριστοῦ;.                                                         Τό νά ἀγαπήσουμε  καί νά προσπαθήσουμε νά ἀποκτήσουμε τίς ἀρετές πού μᾶς δίδαξε ὁ Ἰησοῦς στό Εὐάγγέλιο, ἀφοῦ προηγουμένως μισήσουμε και ἐκδιώξουμε ἀπό τήν ψυχή μας τίς ἀντίστοιχες κακίες:Στήν θέσι  τῆς φυλαργυρίας τήν ἐλεημοσύνη, τῆς  ὀργῆς τήν πραότητα τῆς ὑπερηφανείας τήν ταπεινοφροσύνη

Ἡ νήψη (προσοχή) καί ἡ φύλαξη τῆς καρδιᾶς                                                             Ἡ προσοχή, εἶπαν μερικοί Ἃγιοι, εἶναι φύλαξη τοῦ νοῦ·  τῆς καρδιάς·,νήψη, νοερή ἡσυχία γνώρισμα τῆς ἀληθινῆςμετανοίας. Ὃλα αὐτά σημαίνουν ἓνα καί τό αὐτό. Ἐσύ, λοιπόν, ἀφοῦ καθίσεις  συγκέτρωσε τό νοῦ σου, στήν καρδιά σου.Γιατί ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι μέσα μας.Ἂν λοιπόν μέ τήν πρώτη προσπάθεια εἰσέλθεις μέ τό νοῦ σου στόν καρδιακό τόπο,εὐχαρίστησε καί δόξασε τόν Θεόν, καί σκίρτησε καί ἐξακολούθησε αὐτήν τήν ἐργασία για πάνταΠρέπει ἀκόμη νά μάθεις καί τοῦτο· ὃταν ὁ νοῦς σου βρίσκεται ἐκεῖ, νά μήν σιωπᾶ καί νά μήν κάθεται ἀργός, ἀλλά νά ἒχει ὣς ἒργο καί              ἀκατάπαυστη μελέτη του τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Ἐλέησόν με», καί νά μήν τό σταματᾶ ποτέ. Γιατί αὐτό διατηρεῖ τό νοῦ συγκεντρωμένο, τόν ἀναδεικνύει ἀνίκητο καί ἀπρόσβλητο κατά τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ καί τοῦ αὐξάνει καθημερινά τήν ἀγάπη καί τόν πόθο τοῦ Θεοῦ.Ὁ δρόμος γιά τόν Παράδεισο, ἀδελφοί, εἶναι ἕνας. Εἶναι ὁ δρόμος πού βάδισαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι: ὁ δρόμος τῆς μετανοίας, τῆς θεογνωσίας, τῆς ἐπι­στροφῆς στό σπίτι τοῦ Πατέρα μας. Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς στήν Ἐκκλησία μας καί στήν Ἁγία Παράδοση  της Νά μάθουμε νά λέμε τήν ἁγιασμένη, πολύ θεολογική καί περιεκτική μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, δηλαδή τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλό». Νά τήν λέμε μέ πόθο καί λαχτάρα, ἐπικαλούμενοι τό γλυκύτατο Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τήν εἰρήνευση καί τήν προκοπή τήν δική μας, τῆς οἰκογενείας μας, γιά τήν ὑγεία καί τήν πρόοδο τῶν παιδιῶν μας, γιά τήν ἴαση τῶν ἀσθενῶν, γιά τήν ἀνάπαυση καί τήν σωτηρία τῶν κεκοιμημένων μας, γιά τήν ἐπίλυση τῶν ποικίλων προβλημάτων καί δυσκολιῶν μας, γιά τήν σωτηρία τῆς πατρίδος μας καί τήν εἰρήνη ὁλόκληρου τοῦ κόσμου Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει μέ γλαφυρότητα γιά τήν μονολόγιστη εὐχή: «Μέγα γάρ ὅπλον εὐχή, θησαυρός ἀνελλιπής, πλοῦτος μηδέποτε δαπανώμενος, λιμήν ἀκύμαντος, γαλήνης ὑπόθεσις, καί μυρίων ἀγαθῶν ῥίζα καί πηγή καί μήτηρ ἐστίν ἡ εὐχή, καί αὐτῆς τῆς βασιλείας δυνατωτέρα. Εὐχή χειμαζομένων λιμήν, κλυδωνιζομένων ἄγκυρα, σαλευομένων βακτηρία, πενήτων θησαυρός, πλουτούντων ἀσφάλεια, νοσημάτων ἀναίρεσις, ὑγιείας φυλακή· εὐχή καί τά ἀγαθά ἡμῖν ἀκίνητα διατηρεῖ, καί τά κακά μεταβάλλει ταχέως· κᾄν πειρασμός ἐπέλθῃ, ῥᾳδίως ἀποκρούεται· κᾄν ζημία χρημάτων, κᾄν ὁτιοῦν ἕτερον τῶν λυπούντων ἡμῶν τήν ψυχήν, ἅπαντα ἀπελαύνει ταχέως· εὐχή λύπης ἁπάσης φυγαδευτήριον, εὐθυμίας ὑπόθεσις, διηνεκοῦς ἡδονῆς ἀφορμή, φιλοσοφίας μήτηρ,· ὁ δυνάμενος εὔχεσθαι μετά ἀκριβείας, κᾄν ἁπάντων πενέστερος ἢ κι ἄν εἶναι φτωχότερος ὅλων, πάντων ἐστί πλουσιώτερος· ὥσπερ ὁ τῆς εὐχῆς πάλιν ἐστερημένος, κᾄν ἐν αὐτῷ καθέζηται τῷ θρόνῳ τῷ βασιλικῷ πάντων ἐστί πενέστερος ,ἔτσι αὐτός πού δέν κάνει τήν εὐχή, ἀκόμη κι ἄν κάθεται σέ βασιλικό θρόνο, εἶναι φτωχότερος ἀπό ὅλο.                                            Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί καί περιπόθητοι! «Στῶμεν καλῶς, στῶμεν μετὰ φό­βου»! Εἶναι φοβερή ἡ ὥρα τῆς Κρίσεως καί ἡ κόλαση  ἡ μεγαλύτερη συμφορά, τό φοβερώτερο κακό. Τά δεινά τῆς κολάσεως δέν ἔχουν καμμία σύγκριση μέ τίς συμφορές τῆς παρούσης ζωῆς. Ἄς  εὐχόμαστε κανείς ἄνθρωπος στόν κόσμο νά μήν δοκιμάσει τήν ἄφατη ὀδύνη της. Ἄς μή παίζουμε «ἐν οὐ παικτοῖς». Τό διακυβευόμενο εἶναι ἡ ἐν Χάριτι  ἀθάνατη ψυχή μας καί τό αἰώνιο μέλλον μας. Δυστυχῶς, πολλοί ἄνθρωποι, ἀκόμη καί χριστιανοί, δέν πιστεύουν ἤ ἀμφιβάλλουν γιά τήν ὕπαρξη τῆς ἄλλης ζωῆς, δέν πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, δέν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει Παράδεισος καί Κόλαση. Εἶναι πραγματικά φοβερό! Στήν μέλλουσα κρίση τά σώματα ὅλων τῶν κεκοιμημένων θά ἀναστηθοῦν καί θά ἐπανασυνδεθοῦν τό καθένα μέ τήν ψυχή του καί θά ἀνασυγκροτηθεῖ, ἔτσι, ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀνακαινισμένος καί ἀφθαρτοποιημένος.

..Ὁ Ἀδάμ ἒχασε τόν ἐπίγειο Παράδεισο καί τόν ἀναζητοῦσε μέ θρῆνους: 
 «Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς μέ τήν ἀγάπη Του στό σταυρό μᾶς χάρισε ἂλλο Παράδεισο, καλύτερον ἀπό ἐκεῖνον πού ἒχασαν  οἱ πρωτόπλαστοί, στούς οὐρανούς, ὃπου εἶναι τό ἂκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος.Καλή Σαρακοστή, καλή μετάνοια, καί στόν Ἃγιον ΠαράδεισοἈμήνω

Η ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

                          

«Ὕστερα ἐφάνηκε ἕνα μεγάλο σημεῖον εἰς τόν οὐρανόν. Εἶδα μία γυναῖκα, ἡ ὁποία εἶχε γιά ἔνδυμα τόν ἥλιον καί ἡ σελήνη ἦτο κάτω ἀπό τά πόδια της. Εἰς τό κεφάλι της ἦτο στεφάνι μέ δώδεκα ἄστρα».«…. Καί ἡ γυναῖκα ἔφυγε εἰς τήν ἔρημον, ὅπου ἔχει τόπον ἐκεῖ ἡτοιμασμένον δι’ αὐτήν ἀπό τόν Θεόν, διά νά τήν τρέφουν ἐκεῖ χίλιες διακόσιες ἑξῆντα ἡμέρες» (Αποκ κεφ 12, 1-7).                                                                                                                                 Εἶναι κοινῶς ἀποδεκτό ἀπό τούς ἑρμηνευτάς τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτή συμβολίζει τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ νύμφη τοῦ Νυμφίου πού καλεῖται στούς Βασιλικούς Γάμους (Αποκ κεφ 22, 17- Ματθ κεφ 22, 1-14,  Λουκ κεφ 14, 15-24). Εἶναι μία καί μοναδική, φέρει δέ ὡς διάδημα δώδεκα ἀστέρας, πού συμβολίζουν τούς δώδεκα ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Νυμφίος Χριστός ἔρχεται εἰς Γάμου Κοινωνία μαζί της στό μυστήριο τῆς Θείας Κοινωνίας. Εἶναι Γάμος Πασχάλιος. Δηλαδή Γάμος διαβάσεως καί ἐπιστροφῆς στόν Παράδεισο (Πάσχα = διάβασις).

Μία ἡ Νύμφη, μία ἡ Ἐκκλησία, ἕνας ὁ Παράδεισος. Ἡ Ἐκκλησία δέ τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ κιβωτός τῆς σωτηρίας, ἡ σώζουσα τούς πιστούς ἀπό τόν κατακλυσμό τῆς ἁμαρτίας. Ἡ κιβωτός δέ τοῦ Νῶε εἶναι τύπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν σεσωσμένων ἀπό τά νερά τοῦ κατακλυσμοῦ, πού συμβολίζουν τήν ἁμαρτία,  πού ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στόν θάνατο. Αὐτόν τόν ἐπίζηλο τίτλο τῆς Ἐκκλησίας Νύμφης τόν διεκδικοῦν σήμερα πολλές «ἐκκλησίες», πού ἡ κάθε μία γιά λογαριασμό της αὐτοπροβάλλεται ὡς γνήσια νύμφη τοῦ Χριστοῦ. Δέν μπορεῖ ὅμως παρά μόνο μία ἀπό ὅλες τίς «νύμφες» νά εἶναι ἡ Νύμφη τοῦ Χριστοῦ. Ποιά ὅμως εἶναι ἡ ἀληθινή Νύμφη;

Τήν ἀκριβή θέση τῆς Ἐκκλησίας – Νύμφης μᾶς τήν προσδιορίζει ἡ θέσις ὅπου ἐκάθησεν ἡ κιβωτός τοῦ Νῶε! «… καί ἐκάθισεν ἡ κιβωτός τοῦ Νῶε τήν εἰκοστήν ἑβδόμην τοῦ ἑβδόμου μηνός, ἐπί τά ὄρη Ἀραράτ» (Γεν κεφ 8, 4). Δέν γράφει ἡ Ἁγία Γραφή «στό ὄρος» ἀλλά «στά ὄρη Ἀραράτ». Ποια  λοιπόν,  εἶναι αὐτά τά ὄρη, πάνω στά ὁποῖα κάθεται ἡ κιβωτός, πού συμβολίζει τήν μοναδική Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ;  Αὐτά τά ὄρη εἶναι δύο!!!

Τό πρῶτο εἶναι τό ὄρος Σινᾶ! Εἶναι τό ὄρος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τό ὄρος ἀπ’ ὅπου ὁ Μωϋσῆς πῆρε ἀπό τόν Θεό τόν Νόμο καί συνεστήθη ἡ Ἐκκλησία. Κάτω ἀπό τό ὄρος αὐτό ὁ Ἰσραηλιτικός λαός θυσίασε τόν Πασχάλιο ἀμνό, πού ἦταν τύπος τῆς λυτρωτικῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι τό ὄρος, στό ὁποῖο εἶδε ὁ Μωϋσῆς τήν φλεγομένη καί μή κατακαιομένη Βάτο, πού συμβολίζει τό μυστήριο τῆς Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, μητρός τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. (Ἐξοδ κεφ  3, 2). Τό ὄρος Σινᾶ εἶναι ὄρος τύπων καί συμβόλων.

Τό δεύτερο ὄρος εἶναι τό Ἅγιο Ὄρος! Εἶναι τό ὄρος τῆς Καινῆς Διαθήκης (τό ἀντίστοιχο τῆς Παλαιᾶς). Εἶναι τό «Περιβόλι» τῆς Παναγίας». Στό ὄρος αὐτό ἐπιτελοῦνται τά προτυπωθέντα στό ὄρος Σινᾶ. Ὅπως στό ὄρος Σινᾶ ἔτσι καί στό Ἅγιο Ὄρος θυσιάζεται ὁ Χριστός ὡς Πασχάλιος Ἀμνός. Στό ὄρος Σινᾶ ἡ Παναγία μας, προτυπώνεται  ὡς βάτος φλεγομένη καί μή κατακαιομένη. Στό Ἅγιο Ὄρος ἀντιστοίχως, ἐπιστατεῖ αὐτοπροσώπως ὡς Γερόντισσα ὅλης τῆς Ἁγιορείτικης Μοναστικῆς ἀδελφότητος.

Ἡ κορυφή τοῦ Ἁγίου Ὄρους εἶναι ἀφιερωμένη στή Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος. Τό Ἅγιον Ὄρος ὡς ἄλλο Θαβώριον ὄρος, εἶναι τό ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως καί τῶν μεταμορφώσεων. Μεταμορφώνει τούς ἀνθρώπους εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ. Στά δύο αὐτά ὄρη ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας μᾶς εἶναι ἰδιαιτέρως ἐμφανής, διότι εἶναι τά ὄρη «Ἀραράτ», πάνω στά ὁποῖα κάθεται ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καί τά δύο ὄρη εἶναι ὄρη Θεομητορικά!

Δέν εἶναι καθόλου τυχαῖο ὅτι καί τά δύο ὄρη αὐτά ἀνήκουν σήμερα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ «ὡς πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» κάθεται ψηλά, γιά νά φαίνεται καί νά ξεχωρίζει ἀπό ὅλες τίς ἄλλες «νύμφες». Κάθεται ψηλά «ἐπί τά ὄρη Ἀραράτ», γιά νά ἀναγνωρίζει ἀπό ὅλους ὅσους ἐπιζητοῦν τό καταφύγιο τῆς σωτηρίας των. Δέν εἶναι μία «νύμφη» ἀνάμεσα σέ ἄλλες «νύμφες», ἀλλά εἶναι ἡ μία καί μοναδική Νύμφη τῆς Ἀποκαλύψεως, πού μέ τό Πνεῦμα λέγουν στόν Κύριο «Ἔρχου» (Αποκ κεφ 22, 17).

Ἄς σιωπήσουν, λοιπόν, ὅλες οἱ ἄλλες «νύμφες». Ἄς μήν διεκδικοῦν τίτλο, πού δέν τοῦ ἀνήκει. Διότι ἡ Νύμφη κάθεται «ἐπί τά ὄρη Αραράτ». Στό ὄρος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού εἶναι ὄρος κατάξηρον καί στό Ὄρος τῆς Καινῆς Διαθήκης πού εἶναι ὄρος κατάσκιον (μέ πολύ πυκνή βλάστηση). Ὅπως λέγει ὁ προφήτης Ἀββακούμ κεφ 3, 3: «Ὁ Θεός θά ἔρθη ἀπό Θαιμᾶν καί ὁ Ἅγιος θά ἔρθη ἀπό ὄρος μέ πυκνή βλάστηση»

Ὁ στῖχος αὐτός πού ἀναφέρεται στήν Παναγία μας, μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ συμβολικά καί στό Ἅγιο Ὄρος.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ   

                           

Τύχη ή Θεία πρόνοια;

Ω

14:45 | Αναρτήθηκε από Vassoula D |

Print Τύχη ή Θεία πρόνοια;

PDF

 

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Θεία Πρόνοια: Ενέργεια της Τριαδικής Θεότητας, που αναφέρεται στη φροντίδα και επιμέλεια του Θεού για τη διακυβέρνηση και συντήρηση της Δημιουργίας Του και, ειδικότερα, για τη ζωή και τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο Θεός που φροντίζει τόσο για τα άνθη του αγρού και τα πετεινά του ουρανού, πολύ περισσότερο φροντίζει για τον άνθρωπο που είναι ασύγκριτα ανώτερος αυτών.
Δεν πρέπει συνεπώς να ανησυχεί ο πιστός άνθρωπος για το μέλλον του και για το μέλλον της οικογενείας του, διότι ο Θεός με την πανσοφία και παντοδυναμία Του θα εξασφαλίσει το μέλλον του πολύ καλύτερα από αυτόν. Αρκεί ο άνθρωπος να υπακούει στις εντολές του Θεού: ν' αγωνίζεται πρώτα για τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του· τότε όλα τα άλλα θα τακτοποιούνται! Δεν μπορεί επομένως να είναι ο άνθρωπος ολιγόπιστος ή απαισιόδοξος, όταν έχει εμπιστοσύνη στη Θεία Πρόνοια.
Κατά τον Ιερό Χρυσόστομο είναι κακό και απαγορευμένο το να πιστεύει κανείς στην τύχη και λέγει:
Αν η τύχη κάνει τον καλό και τον κακό τότε γιατί συμβουλεύεις τα παιδιά σου και τα νουθετείς; Όλα τότε άσκοπα και στα χαμένα. Αν η τύχη κάνει τους πλούσιους και τους φτωχούς τότε δεν χρειάζεται μόρφωση ούτε αγώνας για απόκτηση περιουσίας. Αν δεν υπάρχει Θεός, ο οποίος εποπτεύει τα πάντα, τότε δεν θα υπήρχε τάξη και αρμονία, χωρίς δηλαδή την Πρόνοια Του. Αν δεν υπάρχει Θεός, πως έγιναν όλα αυτά; Και αν υπάρχει πως τα παραβλέπει όλα αυτά;

‘ν πάλι τα δημιούργησε όλα, τότε πρόσεχε την ασέβεια και την βλασφημία... Αν υπάρχει τύχη, δεν υπάρχει κρίση. Αν υπάρχει τύχη, δεν υπάρχει πίστη. Αν υπάρχει τύχη, δεν υπάρχει Θεός. Αν υπάρχει τύχη, δεν υπάρχει αρετή. Αν υπάρχει τύχη, δεν υπάρχει κακία. Αν υπάρχει τύχη, όλα άδικα τα κάνουμε και ανώφελα τα υπομένουμε. Είναι να θαυμάζει κανείς, την Πάνσοφη, Δίκαιη και Στοργική Πρόνοια του Πανάγαθου Θεού και Πατρός μας. Είναι να γεμίζει η καρδιά μας, από ευγνωμοσύνη και εμπιστοσύνη, προς Τον Παντοδύναμο Θεό και Παντοκράτορα του κόσμου. 

 

Είναι η πίστη που πρέπει, να μας κάνει δυνατούς και αποφασιστικούς στη ζωή, ώστε να προχωρούμε στο δρόμο της αρετής.
Είναι αυτή που μας δίνει δύναμη, να μη λυγίσουμε στις δυσκολίες της ζωής στις δοκιμασίες και στις θλίψεις.


Είναι η ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ για όλους και για όλα...

Πηγή:xistianoss

 

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΒΗΘΕΣΘΑ

   «Θέλεις ὑγιής γενέσθαι;»

 

Σήμερα Ἀγαπητοί ἐν Χῶ Ἀδερφοί ἀκούσαμε στό Ἅγιο Εὐαγγέλιο ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν.Ἰησοῦς Χριστός πῆγε στήν Ἱερουσαλήμ.Ἐκεῖ ἦταν μία κολυμβήθρα, μία μεγάλη δεξαμενή,μέ ἁγίασμα, εἰς τήν ὁποῖα «κατά καιρόν», ὅποτε ἦθελε ὁ Θεός κατέβαινε ἕνας ἄγγελος καί ἀνετάρασσε τό νερό. Καί ὅποιος ἔμπαινε πρώτος μέσα σ' αὐτό τό νερό, γινόταν καλά, ἀπό ὅτι νόσημα καί ἄν εἶχε. Σ' αὐτή λοιπόν τήν κολυμβήθρα, μέ τό ἁγίασμα, περίμενε νά θεραπευθεῖ μαζί μέ ὅλους τούς ἄλλους καί ἕνας παράλυτος. Καί ἔμενε ἐκεῖ περιμένοντας τριάντα ὀκτώ χρόνια.Περίμενε.Γιατί; Γιατί ἀπό τήν δεξαμενή αὐτή μέ τό ἁγίασμα, δέν εἶχε περάσει ἀκόμη ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὅπου δέν ἔχει περάσει ὁ Χριστός, ὅπου ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι παρών, ὅπου ὁ Χριστός δέν εἶναι κοντά, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά περιμένομε. Ἀλλά ὅταν ό Χριστός ἔλθει, δέν χρειάζεται πιά νά περιμένομε τίποτε. Γιατί  ὁ Χριστός Ἰησοῦς ὅταν ἔρχεται, ἔρχεται πάντοτε γεμάτος ἀπό  Θεία χάρη καί εὐσπλαχνία, ἀγάπη, ἔλεος, θεραπεία, καί ὅλα τά καλά καί πλούσια ἐλέη του καί τούς οἰκτιρμούς του.Ἀνάμεσά μας ὁ Χριστός. Τί μᾶς λέγει αὐτό το γεγονός ἀδελφοί; Μᾶς λέγει ὅτι καί αὐτή τήν στιγμή ὁ Χριστός ἔρχεται ἀνάμεσα μας. Κατά τήν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἀνάμεσα μας, ὄχι μόνο πνευματικά ἀλλά καί σωματικά, γιατί τώρα πού ἔχει εὐλογηθεῖ   ὁ Ἅγιος Ἄρτος καί ὁ οἶνος καί  ἔχουν γίνει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός εἶναι παρών ἀνάμεσα μας. Λέει στήν συνέχεια τό  Ἅγιο Εὐαγγέλιο: Τόν εἶδε ὁ Ἰησοῦς Χριστός  τόν παράλυτο. Καί ὄχι μόνο τόν εἶδε, γιά τό παρόν, ὅπως ἦταν, ἀλλά εἶδε καί τό παρελθόν. «Καί ἔγνω ὁ Ἰησοῦς», ὁ παντογνώστης καί πάνσοφος Θεός, «ὅτι πολύν χρόνων ἔχει ἐν τῆ ἀσθενεία» του ἐκεῖ στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ. Ἀλλά ὁ Χριστός δέν βλέπει μόνον ἐκείνους. Καί ἐμᾶς μᾶς βλέπει. Γιατί ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή. «Ἐγώ εἰμί τό φῶς τοῦ κόσμου.» Αὐτό τό φῶς τοῦ Ἰησοῦ ξυπνᾶ τήν καρδιά, καί διασκορπίζει τά πνευματικά σκοτάδια. Νά λέμε μέ εὐλάβεια τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας. Μέ τήν συνεχή μονολόγιστη εὐχή τοῦ Ἰησοῦ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Ἐλέησόν με», καθαρίζει ἡ σκέψις μας ἀπό τά σκοτεινά σύννεφα καί τά πονηρά πνεύματα.Ὅταν ἡ ψυχή μείνη καθαρή, θά λάμψη ὁπωσδήποτε μέσα μας τό θεϊκό φῶς, τοῦ Ἰησοῦ.Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος πού ἔχει κολλήσει στήν σκέψη του τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ καί τήν ἐπικαλεῖται μέσα του ἀκατάπαυστα ἑνωμένος μαζί Του ὅπως ὁ ἀέρας μέ τό σῶμα καί ἡ φλόγα μέ τό κερί. Αὐτή ἡ πηγαία ὁμολογία τοῦ παραλυτικοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου πού ἐκδήλωνε τήν βαθιά του εὐγνωμοσύνη πρός τόν εὐεργέτη του πρέπει νά μᾶς διδάξει πολύ. Διότι κι΄ ἐμεῖς δεχόμαστε καθημερινά τίς μεγάλες καί θαυμαστές εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ πού μυστικά ἤ φανερά ἐνεργεῖ στήν ζωή μας ἀπό τά παιδικά μας χρόνια μέχρι σήμερα. Μπροστά στίς ἀναρίθμητες εὐεργεσίες λοιπόν πού δεχόμαστε τόσα χρόνια, νά μάθουμε νά λέμε καθημερινά μέσα ἀπό τήν καρδιά μας τό «δόξα σοι ὁ Θεός». Χωρίς νά γκρινιάζουμε γι' αὐτά πού μᾶς λείπουν καί χωρίς νά ἑρμηνεύουμε τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας ὡς ἀποτέλεσμα συγκυριῶν ἤ ὡς συνέπειες τῶν προσωπικῶν μας προσπαθειῶν. Ἀλλά νά ἔχουμε μέσα μας κυρίαρχο τό αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης πρός τόν Κύριο γιά ὅλες τίς δωρεές πού δεχόμαστε. Νά Τόν εὐχαριστοῦμε μέ ὅλη μας την δύναμη γιά ὅλα ὅσα γνωρίζουμε καί ὅσα δέν γνωρίζουμε, γιά τίς ἀφανεῖς καί φανερές εὐεργεσίες πού ἔχει κάνει σέ μᾶς. Καί νά ὁμολογοῦμε στούς γύρω μας ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ εὐεργέτης τῆς ζωῆς μας, ὁ«Ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων» μας, ὁ Πατέρας μας καί κυβερνήτης τῆς ζωῆς μας. Ἁμαρτία δέν εἶναι ἁπλά καί μόνον ἡ παράβαση κάποιων νόμων, ἤ ἡ παράλειψις κάποιου καθῆκοντος. Στήν παραβολή τοῦ παραλύτου ὁ Χριστός μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολύ βαθύτερο. Εἶναι μιά ἀνταρσία, μιά ἐπανάσταση, καί κατά συνέπεια, μιά ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό-Πατέρα, καί τῆς ἐκκλησίας Του.Οἱ καρποί αὐτῆς τῆς ἀπομακρύνσεως εἶναι ἐξαιρετικά πικροί. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεόν σημαίνει θάνατο. Γι' αὐτό ἡ ἁμαρτία, εἶναι κάθε ἐνέργεια αὐτοκαταστροφῆς.«Τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα, ἡ ἀνανέωσις τοῦ βαπτίσματος. Δέν εἶναι μιά τυπική ἐξομολόγηση πού κάνει κανείς τίς μεγάλες γιορτές, ἤ κάτω ἀπό σκληρές ψυχολογικές συνθῆκες. Ὅπως τό λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετανοῶ) σημαίνει τήν ὁλοκληρωτική ἀλλαγή ζωῆς, τήν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀλλαγή τῆς νοοτροπίας.Ἐάν δέν θελήσουμε να ἀπομακρυνθούμε ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά ἀλλάξουμε ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δέν εἶναι ἀληθινή. Ἡ μετάνοια εἶναι τό πρῶτο μέρος τοῦ μυστηρίου, τό δεύτερο μέρος εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, δηλαδή, ἡ ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐξομολόγηση, μέ ἁπλά λόγια, εἶναι τό ἄδειασμα τοῦ δηλητηρίου.Ὅταν πιεῖ κανείς δηλητήριο δέν ὑπάρχει ἄλλη λύση.Τό ἴδιο καί ἡ ἐξομολόγηση. Ἐκεῖ βγάζουμε τό δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ξεγυμνώνουμε τήν ψυχή μας, ἀποκαλύπτουμε τίς πληγές μας, ὁμολογοῦμε τήν ἀρρώστια μας, προσκομίζουμε τόν προσωπικό μας πόνο.Προετοιμασία.Σέ πολλά θέματα τῆς πίστεως μας, παρόλο πού λεγόμαστε Χριστιανοί, έχουμε μεγάλη ἄγνοια. Εἰδικά ὅμως στό θέμα τῆς μετανοίας, καί ἐξομολόγησεως, ἡ ἄγνοια καί ή ἐπιπολαιότητα, βρίσκονται στόν μεγαλύτερο βαθμό.Οἱ περισσότεροι προσερχόμαστε στό ἐξομολογητήριο ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Ζητᾶμε ἀπό τόν Ἱερέα νά μᾶς «ρωτήσει» αὐτός, σά νά 'ναι ἡ έξομολόγηση ἀνακριτικό γραφεῖο.ἤ προσερχόμαστε στήν ἐξομολόγηση γιά νά ποῦμε πόσο ἄνθρωποι εἶμαστε καί πόσες καλοσύνες ἔχουμε κάνει.Ἡ στάση αὐτή δείχνει πώς δέν ἔχουμε ἐπιχειρήσει μιά μικρή, ἔστω, προετοιμασία καί γνήσια αὐτοκριτική.Ἄν θέλουμε νά μαστε εἰλικρινεῖς μέ τόν ἑαυτό μας, δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πού νά μήν τήν ἔχουμε κάνει μέ κάποιο τρόπο. Μιά προσεκτική καί εἰλικρινῆς ἐξέταση τῆς καρδιᾶς μας, θά μᾶς δείξει πώς μέσα μας φωλιάζουν πλήθη παθῶν καί ἁμαρτιῶν.Γιατί, βέβαια,ἡ πραγματική ἁμαρτωλότητα δέν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερική συμπεριφορά, ἀλλά ἡ ἐσωτερική διάθεση καί ἐμπάθεια. Αὐτοέλεγχος.Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο πρίν        νά προσέλθουμε στόν πνευματικό, νά καθίσουμε σ' ἕνα ἥσυχο μέρος, νά προσευχηθοῦμε θερμά στόν Θεό νά μᾶς δώσει ἀληθινή μετάνοια, νά φωτίσει τά κρυπτά τῶν καρδιῶν μας καί νά κάνουμε μιά ὅσο τό δυνατόν τίμια βυθοσκόπηση. Στήν προσπάθειά μας αὐτή θά μᾶς βοηθήσουν πολύ ἡ μελέτη πνευματικῶν  κειμένων τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ ἀνάγνωση τῶν Δέκα Ἐντολῶν, τῆς ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως.Ὅλα αὐτά εἶναι ἕνας καθρέπτης, μέσα ἀπό τόν ὁποῖο μποροῦμε νά δοῦμε τόν ἐσωτερικό μας κόσμο.Τήν ἐξαγόρευσι μας μποροῦμε νά τήν ὑποδιαιρέσουμε σέ τρεῖς βασικούς τομεῖς: α) Ἡ σχέση μας μέ τόν Θεόν. Ἔλλειψη ζωντανῆς σχέσεως μέ τόν Θεόν. Κλονισμός πίστεως καί ἐμπιστοσύνης στόν Θεό καί στήν πρόνοιά Του,ὁποιεσδήποτε,δυσκολίες,ζητήματα,πίστεως,ἀδυναμίας,ἀμφιβολίας,ὀλιγοπιστίας.Ἀδιαφορία γιά τήν προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, ἐκκλησιασμό, συχνή θεία μετάληψη. Ἀδιαφορία γιά τήν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί πνευματικῶν βιβλίων. Γογγυσμός κατά τοῦ Θεοῦ, βλασφημία, ἤ λογισμοί βλασφημίας.β) Ή σχέση μας μέ τόν πλησίον. Ἔλλειψη ἀγάπης γιά Τόν πλησίον,ὑποτίμηση, περιφρόνηση. Μίσος, φθόνος, χαιρεκακία, ἔχθρα, μνησικακία,ἐκδικητικότητα,ἀνταπόδοση      κακοῦ,σκληρότητα,πικρία,ζήλεια..Κατάκριση,καταλαλιά,Ἱεροκατηγορία,συκοφαντία,ραδιουργία,καχυποψία.Ψεύδος, ἀνειλικρίνεια, ἀνεντιμότητα, Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφή ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ.Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία, ἀναίδεια, θρασύτητα, ἔλλειψη σεβασμοῦ σέ γονεῖς, προϊσταμένους, Ἱερέως Κ.λπ. Σκανδαλισμός ἄλλων μέ τήν ζωή μας,τήν συμπεριφορά μας, τήν προκλητική ἐμφάνιση. Παράλειψη κάλος καί ἐλεημοσύνης. Στήν οικογένεια.Ἔλλειψη ἀγάπης, πνεύματος θυσίας, ὑποχωρητικότητος και ἀλληλοκατανόησεως.Ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, καλοσύνης καί χρόνου γιά τόν σύζυγο καί Τά παιδιά, πεῖσμα, ὑπονόμευση συζύγου.Ἀδιαφορία γιά Τήν ἀνατροφή καί χριστιανική ἀγωγή τῶν παιδιῶν. Παράλογες καί ἐγωιστικές ἀπαιτήσεις ἀπό σύζυγο καί παιδιά.Ἄκαιρες, πιεστικές καί ἀδικαιολόγητες ἐπεμβάσεις στήν ζωή καί στίς ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν, ἤ στίς οἰκογένειες τους. Ὑπονόμευση τῶν προσπαθειῶν τους καί τοῦ δεσμοῦ τους.Προγαμιαῖες σχέσεις Δηλ΄Πορνεία Μοιχεία.Νά εὐχηθοῦμε ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς, νά μᾶς χαρίση βαθειά μετάνοια, καί ἀπελευθέρωση ἀπό τήν παραλυσία τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος.Γένοιτο.

 

 

ΕΥΛΟΓΙΑ:ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΠΑΥΣΑ ΑΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΑΓΑΛΛΙΑΜΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

 

 

 

(Ταπεινή ἀπόπειρα εὐλαβῶν προσεγγίσεων καί ἀγαπητῶν προσψαύσεων  εἰς τήν  Νοεράν καί καρδιακήν Προσευχήν τοῦ Ἰησοῦ μέ τήν χειραγωγία καί ἐμπειρία τῶν Ἁγίων Πατέρων.Τήν προσευχήτοῦ  Ἰησοῦ,  ἂλλoι πατέρες μᾶς λένε νά τήν λέμε ὁλόκληρη καί ἂλλοι μισή.. Έπειδή ὅμως ὁ νοῦς μπορεῖ νά κουραστῆ ἀπό τήν μνημόνευσι ὅλης τῆς «εὐχῆς», χρειάζεται νά Τήν συντομεύουμε. Δηλ. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» Ἤ «Κύριε ἐλέησόν με». Ἤ «Κύριε Ἰησοῦ». Καθώς προχωρεῖ ὁ Χριστιανός στήν ἐργασία τῆς «εὐχῆς» μπορεῖ νά λιγοστεύη τίς λέξεις. Ἀκόμη μερικές φορές μπορεῖ νά ἐπιμείνη κανείς στήν λέξι «Ἰησοῦ », τήν όποία θά λέγη έπανειλημμένα (Ἰησοῦ, Ἰησοῦ, Ἰησοῦ μου) Τότε ἕνα κῦμα γαλήνης καί χαρᾶς θά ξεσπᾶ μέσα του. θά πρέπει να παραμένη με αύτή τήν γλυκύτητα πού θά παρουσιασθῆ. καί νά μή σταματᾶ ΄τήν προσευχή.Ν΄ἁρπάξη αὐτή τήν θέρμη τῆς καρδίας και νά ἐκμεταλλευθῆ Τήν δωρεά αὐτή τοῦ Θεοῦ! Διότι πρόκειται περί μεγάλου δώρου, πού ὁ θεός ἔστειλε ἀπό τά ὕψη. Αὐτή ἡ θερμότητα θά βοηθήση ἀποτελεσματικά τόν νοῦ νά προσκολληθῆ στίς λέξεις τῆς «εὐχῆς», νά κατέλθη στήν καρδιά νά παραμείνη ἐκεῖ.Τί εἶναι ὅμως ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου;Νοῦς εἶναι ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς ἡ ὁποία ἐνεργεῖ τίς  σκέψεις καί τά νοήματα, ἡ δέ  Ἁγία Γραφή  ὀνομάζει καρδίαν  καί εἶναι ἡ κυριώτερη ἀπό ὅλες τῆς δυνάμεις τῆς ψυχῆς.Ὃμως  ὁ νοῦς  μπορεῖ να βλέπει τόν ἑαυτό του ὅταν ἐπανέρχεται σ΄ αὐτόν καί ἐνεργεῖ μόνος μέ αὐτόν.Αὐτό  τό ὀνομάζει  ὁ Ἅγιος Διονύσιος κυκλική κίνησι ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀνώτερη  ἐνέργεια τοῦ νοός,Ὁ νοῦς δηλ.πού δέν διασκορπίζεται πρός τά ἔξω, οὔτε διαχέεται ἀπό τίς  αἰσθήσεις ἐπιστρέφει πρός τόν ἑαυτόν  καί διά τοῦ ἑαυτοῦ του πρός τόν θεόν καί φτάνει στήν ἕνωσι του μέ  τόν θεόν.Ἐπιστρέφοντας  ὁ ἄνθρωπος στόν ἑαυτό του, νοιώθει μέ ἀσυγκράτητο πόθο την νοσταλγία τοῦ ἀρχαίου κάλλους πού κρύβεται στο ὄνομα  καί  στο πρόσωπο τοῦ Ιησοῦ Χριστοῦ  Ὅταν συνεχῶς λέμε τήν εὐχή,στήν ἀρχή θά διαπιστώσει ἡ καρδία μας τό κακό πού θά φεύγει καί μετά τό καλό πού θά γίνεται κτῆμα της.Ἡ προσευχή ἀπό τήν στιγμή πού θά κατέβει στήν καρδιά νικάει τόν δράκοντα πού μᾶς σπρώχνει στίς ἁμαρτίες καί μᾶς δίνει τήν ἀληθινή ζωή.Ἐπίμενε λοιπόν στήν ἀδιάκοπη ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιά νά καταπιεῖ ἡ καρδιά σου τόν Κύριον καί   ὁ Κύριος τήν καρδία σου, καί νά γίνουν τά δύο ἓνα.Γνώριζε πώς τό ἐργο αὐτό δέν τελειώνει σέ μιά καί δύο μέρες.Ἒχει  ἀνάγκη ἀπό πολύ καιρό καί  μεγάλο ἀγώνα, γιά νά διωχθεῖ  ὁ ἐχθρός ἀπό τήν καρδία μας καί νά κατοικήσει στήν θέσει του ὁ γλυκύς Κύριος Ἰησοῦς. Μποροῦμε νά παλέψουμε νικηφόρα μέ τήν πονηρία τῶν δαιμόνων, ὃταν εἲμαστε ταπεινοί, ἐγκρατεῖς,προσέχουμε καί προσευχόμεθα Ὁ Ἃγιος Μακάριος γράφει:Τό κυριώτερο καί σπουδαιότερο μέλημα  κάθε ἀγωνιστοῦ Χριστιανοῦ εἶναι νά μπεῖ στήν καρδιά του καί  νά ἀρχίσει πόλεμο μέ τόν σατανᾶ καί νά τόν βγάλει ἀπό μέσα του.Ἒτσι, ἀντιπαλεύοντας μέ τούς λογισμούς γίνεται ἀδιάλλακτος ἐχθρός του.

Ό νοῦς μας μόλις ξεκοπεῖ ἀπό τίς σωματικές ἀπολαύσεις, στρέφεται πρός τήν ταιριαστή σ΄αὐτόν νοερά τροφή, δηλαδή  τήν ἀνάγνωση τῶν Θείων γραφῶν καί τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν,καί ἀσχολεῖται μέ  τήν νοερά προσευχή.Δύο εἶναι τά φτερά, πού μποροῦν νά ὑψώσουν τόν ἂνθρωπο ἀπό τήν γῆ:Ἡ καθαρότητα  καί ἡ ἁπλότητα τῆς καρδιᾶς. για να εξαγνισθούν ο νους και η καρδιά, δεν πρέπει ο άνθρωπος να δέχεται τους πονηρούς λογισμούς που του φέρνει το ταγκαλάκι , ούτε ο ίδιος να σκέφτεται πονηρά. Να προσπαθή να βάζη πάντα καλό λογισμό, να μη σκανδαλίζεται εύκολα και να βλέπη με επιείκεια και αγάπη τα σφάλματα των άλλων. Όταν πληθαίνουν οι καλοί λογισμοί, ο άνθρωπος εξαγνίζεται ψυχικά, κινείται με ευλάβεια, ειρηνεύει, και η ζωή του είναι Παράδεισος. Διαφορετικά, τα βλέπει όλα με καχυποψία και γίνεται η ζωή του κόλαση. Μόνος του κάνει την ζωή του κόλαση. Χρειάζεται να εργασθούμε για την κάθαρση. Μπορεί να αναγνωρίζουμε τα χάλια μας αλλά αυτό δεν αρκεί. Αν δεν δεχώμαστε πονηρούς λογισμούς και οι ίδιοι δεν σκεφτώμαστε πονηρά, αλλά για ό,τι μας λένε , γιά ὅ,τι βλέπουμε βάζουμε καλό λογισμό, θα καθαρίσουν ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά. Καί νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τούς δικούς μας λογισμούς, τοῦ διαβόλου τά πειράγματα θα υπάρχουν, αλλά δεν θα κολλούν, αν είναι καθαρή η καρδιά. Πρέπει νά εἶσαι ἁπλός στίς πράξεις σου καί στίς σκέψεις σου καί στά αἰσθήματά σου.Μέ τήν καθαρή καρδιά θα ἀναζητᾶς τόν θεό καί μέ τήνἁπλότητα θά τόν βρίσκεις καί θά τόν χαίρεσαι.Ὃταν διατηρεῖς καθαρή τήν καρδία σου, διατηρεῖς καί τίς ἀρετές.Ἑπόμενο εἶναι τότε νά φυλάγεσαι καί ἀπό τά παρά φύση κακά.Τότε ὃσο περνάει καιρός μέ τήν βοήθεια τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ τόσο καί θ΄ἀνεβαίνεις πρός τά ὑπερφυσικά.Γιατί ἀνασκαλεύοντας  μέ τήν νοερά προσευχή θά βγάλεις τό χῶμα καί τήν στάχτη τῶν παθῶν καί  τῶν  πονηρῶν λογισμῶν και προλήψεων ἀπό τήν καρδία σου καί θά ξεσκεπάσεις τόν σπινθήρα τῆς θείας  χάριτος, πράγμα πού θά σέ φέρει ἀνείπωτη χαρά καί θά  προκάλεσει γλυκύτατα δάκρυα.Ἡ ἀληθινή νοερά προσευχή,  εἶναι τό τέλειον χάρισμα τοῦ θεοῦ στήν τελείως καθαρθεῖσα καρδία καί τόν πεφωτισμένο νοῦ.Τοῦτο ἀπαιτεῖ μακροχρόνια εὐκτική προσήλωση τῆς καρδίας, ἀλλά καί ἒμπονη ἐμμονή, ἐπιμονή και προσοχή.Ἡ προσευχή εἶναι ὃπλο μέγιστο  τῶν ἀγωνιζομένων,μοναχῶν καί λαϊκῶν,ἰδιαιτέρως δέ ἡ νοερά,ἀφοῦ δι΄αὐτῆς μαστίζονται οἱ πολέμιοι τῆς ψυχῆς καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου.Σκοπός της εἶναι  ἡ κάθαρση τῆς καρδίας, ἡ διαμονή τοῦ γλυκυτάτου μας  Ἰησοῦ σ΄αὐτήν καί ἡ ἐξορία τοῦ ἀντικειμένου. Ἡ ἀδιάλειπτος ἐπανάληψη  τοῦ ὀνόματος τοῦ γλυκυτάτου μας  Ἰησοῦ «kύριε Ἰησοῦ Χριστέ Ἐλέησόν με». γίνεται ἀναπνοή τῆς ψυχῆς  καί ζωογόνος  ἣλιος  τῆς  ὁλοκλήρου ὑπάρξεως  τοῦ ἀνθρώπου.Ὁ νοῦς, ὁ ἐνδιάθετος λόγος, καί βούληση,συνάγονται τριαδικά εἰς  ἓνα μέ τήν νοερά προσευχή, ἡ ὁποία εἶναι δωρεά χάριτος ἑνωτική θεοῦ  και ἀνθρώπου, στό πλαίσιο τῆς ὀρθοδόξου ἀσκητικῆς παραδόσεως  Οἱ ἃγιοι ἦταν ὁμοιοπαθεῖς, ἀλλά ἀγωνιστές.Γι΄ αὐτό ἐμεῖς δέν ἒχουμε ἀνάγκη ἀπό ἒξυπνους καί πολυμαθεῖς ἀνθρώπους ὃσο ἀπό ἁγίους, πού βιώνουν τήν θεία ἐμπειρία τῶν  ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς Παναγίας Τριάδος, πού βλέπουν τό ἱλαρό καθαρτικό καί  θεωτικό ἂκτιστο φῶς τῆς θεότητος.Κατά τό μέτρο τῆς κατανύξεως καί τοῦ θείου ἔρωτος, ὁ τύπος τῶν λόγων τῆς εὐχῆς ἀλλάζει Ἔτσι λαμβάνει τίς ἑξῆς μορφές: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,ἐλέησόν με » «Ἰησοῦ,νυμφίε μου,ἐλέησόν με» «,Γλυκύτατε Ἰησοῦ ἐλέησόν με» Ἰησοῦ, Χριστέ, ἐλέησόν με» «Ἰησοῦ ἐλέησόν με»,«Ἰησοῦ, Ἰησοῦ, Ἰησοῦ μου…»Ποῖος τῶν πατέρων μας δέν ἠγρύπνησε παρά τούς πόδας  τοῦ Ἰησοῦ ;Ἡ ἡσυχία εἶναι  ἀδιάσπαστη ὑπηρεσία εἰς  τόν θεόν.Δέν ἠμοροῦμε ἀδερφέ, νά συναντήσουμε τόν ἀγαπημένον Ἰησοῦν εἰς τόν σάλον τοῦ κόσμου.Ἡ νοερά προσευχή εἶναι ὁ αἱμοδότης  τῶν άναβάσεων  τοῦ ἁγιασμοῦ.Εἶναι το ἐφαλτήριον τῆς ὑψώσεως τῆς ὑπάρξεως ἀπό τήν νηπιότητα τοῦ παρά-φύσιν», ἡ ἄπαυστη καί ἀδιάλειπτος εὐχή εἶναι τό κύριο ποιοτικό χαρακτηριστικό κάθε χριστοφόρου ψυχῆς ἄθλημα σωτηρίας,γι΄ ὅλους τούς ἀγωνιστές, μοναχούς καί λαϊκούς.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H ΓNΩPIMIA ME TO ΘEO Ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου H ΓNΩPIMIA ME TO ΘEO Ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου H ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ

            O OΣIOΣ Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης εἶναι μία ἀπό τίς μεγαλύτερες σύγχρονες φυσιογνωμίες τοῦ ἁγιορειτικοῦ καί γενικότερά του ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ.Γεννήθηκε τό 1866 στή Ρωσία ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς. Ὕστερ' ἀπό διάφορες μεταπτώσεις τῶν πρώτων νεανικῶν του χρόνων, ἕνα ἀποκαλυπτικό ὅραμά της  Ὑπεραγίας Θεοτόκου τόν ἔκανε νά μετανοήσει βαθιά καί νά ποθήσει τήν ἰσάγγελη μοναχική πολιτεία.Τό 1892 ἦρθε στό Ἅγιον Ὄρος, στή μονή τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος. Μικρόσχημος μοναχός ἔγινε τό 1896 καί μεγαλόσχημος τό 1911.Ἡ ζωή του στόν Ἄθωνα, διαποτισμένη ἀπό τή διαρκή μνήμη τοῦ Θεοῦ, ξεχώριζε γιά τή συνέπεια καί τήν ἀκρίβειά της τόσο στούς πνευματικούς ἀγῶνες ὅσο καί στίς μοναστηριακές διακονίες.Ὑπομονετικός καί μακρόθυμος, πράος καί ἄκακος, ταπεινός καί ὑπάκουος ὁ ὅσιος Σιλουανός, κέρδισε τήν ἀγάπη καί τήν ἐκτίμηση τῶν συμμοναστῶν του, ἀλλά καί δέχτηκε πολλές ἐπιθέσεις ἀπό τούς φθονερούς καί μισόκαλους δαίμονες.Ἔχοντας παραδώσει τόν ἑαυτό του ὁλοκληρωτικά στό Θεό, πολύ σύντομα ἀξιώθηκε νά λάβει τό δῶρο τῆς ἀκατάπαυστης εὐχῆς ἀπό τήν Κυρία Θεοτόκο, ἀλλά καί νά δεῖ τόν ζῶντα Χριστό μέσα στό ναό τοῦ προφήτη 'Ηλία, στό μυλώνα τῆς μονῆς.Ἡ θεοφάνεια ἐκείνη ἦταν ὁ σημαντικότερος σταθμός τῆς ζωῆς του. Ἀπό τότε ἡ ὀξεία πνευματική αἴσθησή του ἔγινε ἀκόμα ὀξύτερη. Αἰσθανόταν ἀφόρητο πόνο γιά τήν ἁμαρτία. Λυπόταν καί ἔκλαιγε γιά τίς ψυχές πού βρίσκονται μακριά ἀπό τήν ἀλήθεια. Προσευχόταν ἀδιάλειπτα γιά ὅλο τόν κόσμο. Ἀγαποῦσε τούς ἀνθρώπους καί τό Θεό χωρίς ὅρια. Μολονότι ὀλιγογράμματος, ἀπέκτησε σπάνια σοφία καί πείρα μέ τούς ἀγῶνες καί τίς μελέτες του. Ἡ ἐπικοινωνία μαζί του ἦταν πηγή χαρᾶς. Ἡ παρουσία του χάριζε εἰρήνη καί ἀνάπαυση.Μέσα στήν προσευχή καί τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ τελείωσε τήν ἐπίγεια πορεία του. Κοιμήθηκε στίς 11/24 Σεπτεμβρίου 1938 στή μονή τῆς μετανοίας του.Ἡ διδασκαλία του, πού ἔχει ἀποτυπωθεῖ στίς γραφές του, εἶναι βαθιά βιωματική καί ἀναφέρεται σέ καίρια ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς – προσευχή, χάρη, δοκιμασίες, ταπείνωση, εἰρήνη, ἐλευθερία, μετάνοια, ἀγάπη, ὑπακοή, θεογνωσία.Ἡ βιογραφία του, γραμμένη ἀπό τό μαθητή του γέροντα Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ (†1993), καθώς καί οἱ θεόσοφες διδαχές του σαγήνευσαν πολλούς ἀνθρώπους, καί μάλιστα ἀλλοδόξους, καί τούς ἔκαναν νά γνωρίσουν τόν ἀληθινό Θεό καί νά ἐπιστρέψουν στήν 'Ορθόδοξη Ἐκκλησία μας. Σ' αὐτήν ἀκριβῶς τή γνωριμία μέ τό Θεό –γνωριμία πούπραγματώνεται ὄχι μέ τόν ὀρθό λόγο καί τό στοχασμό, ἀλλά μέ τήν ἐν Χριστῷ ἄσκηση καί τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρία                                                        . Ἡ γνωριμία μέ τό Θεό                                                                                 Πῶς θά γνωρίσουμε τό Θεό                                                                     Πολύ μᾶς ἀγαπάει ὁ Κύριος· αὐτό τό ἔμαθα ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού μοῦ ἔδωσε Ἐκεῖνος κατά τό μέγα Tου ἔλεος. Γέρασα καί ἑτοιμάζομαι γιά τό θάνατο καί γράφω τήν ἀλήθεια ἀπό ἀγάπη γιά τούς ἀνθρώπους. Tό Ἅγιο Πνεῦμα, πού μοῦ ἔδωσε ὁ Κύριος, θέλει νά σωθοῦν ὅλοι, νά γνωρίσουν ὅλοι τό Θεό.Ἤμουνα χειρότερος κι ἀπό ἕναν βρωμερό σκύλο, ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου· σάν ἄρχισα ὅμως νά ζητῶ συγχώρηση ἀπό τό Θεό, Aὐτός μοῦ ἔδωσε ὄχι μόνο τή συγχώρηση ἀλλά καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔτσι, ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, γνώρισα τό Θεό.Bλέπεις ἀγάπη πού ἔχει ὁ Θεός γιά μᾶς; Ποιός, ἀλήθεια, θά μποροῦσε νά περιγράψει τήν εὐσπλαχνία Tου;Ἀδελφοί μου, πέφτω στά γόνατα καί σᾶς παρακαλῶ, πιστεύετε στό Θεό, πιστεύετε πώς ὑπάρχει τό Ἅγιο Πνεῦμα, πού μαρτυρεῖ γιά τό Θεό σ' ὅλες τίς ἐκκλησίες μας, ἀλλά καί στήν ψυχή μου.Tό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι ἀγάπη. Καί ἡ ἀγάπη αὐτή πλημμυρίζει ὅλες τίς ψυχές τῶν οὐρανοπολιτῶν ἁγίων. Καί τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι στή γῆ, στίς ψυχές ὅσων ἀγαποῦν τό Θεό. Ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οἱ οὐρανοί βλέπουν τή γῆ, ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί τίς προσκομίζουν στό Θεό.Zοῦμε στή γῆ καί δέν βλέπουμε τό Θεό, δέν μποροῦμε νά Tόν δοῦμε. Ἀλλά σάν ἔρθει τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν ψυχή, τότε θά δοῦμε τό Θεό, ὅπως Tόν εἶδε ὁ ἅγιος Στέφανος (Πράξ. 7:55-56). Ἡ ψυχή καί ὁ νοῦς ἀναγνωρίζουν ἀμέσως μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅτι Aὐτός εἶναι ὁ Κύριος. Ἔτσι ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Θεοδόχος, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀναγνώρισε στό μικρό βρέφος τόν Κύριο (Λουκ. 2:25-32). Ἔτσι καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Bαπτιστής, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐπίσης, ἀναγνώρισε τόν Κύριο καί Tόν ὑπέδειξε στούς ἀνθρώπους. Καί στόν οὐρανό καί στή γῆ ὁ Θεός γνωρίζεται μόνο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὄχι μέ τήν ἐπιστήμη. Καί τά παιδιά πού δέν σπούδασαν καθόλου, γνωρίζουν τόν Κύριο μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Xωρίς τό Ἅγιο Πνεῦμα κανείς δέν μπορεῖ νά γνωρίσει τό Θεό καί πόσο πολύ μᾶς ἀγαπάει. Ἀκόμα κι ἄν διαβάζουμε ὅτι μᾶς ἀγάπησε καί ἔπαθε ἀπό ἀγάπη γιά μᾶς, σκεφτόμαστε γι' αὐτά μόνο μέ τό νοῦ, ἀλλά δέν καταλαβαίνουμε ὅπως πρέπει, μέ τήν ψυχή, τήν ἀγάπη τοῦ Xριστοῦ. Ὅταν ὅμως μᾶς διδάξει, τότε γνωρίζουμε μέ ἐνάργεια καί αἰσθητά τήν ἀγάπη· τότε γινόμαστε ὅμοιοι μέ τόν Κύριο.Καθένας μας μπορεῖ νά κρίνει γιά τό Θεό κατά τό μέτρο τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού γνώρισε. Γιατί πῶς εἶναι δυνατό νά σκεφτόμαστε καί νά κρίνουμε γιά πράγματα πού δέν εἴδαμε ἤ δέν ἀκούσαμε καί δέν ξέρουμε; Oἱ ἅγιοι λένε πώς εἶδαν τό Θεό. Ἀλλά ὑπάρχουν καί ἄνθρωποι πού λένε ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός. Eἶναι φανερό πώς μιλοῦν ἔτσι, γιατί δέν Τόν γνώρισαν· αὐτό ὅμως δέν σημαίνει καθόλου πώς ὁ Θεός δέν ὑπάρχει.Oἱ ἅγιοι μιλοῦν γιά πράγματα πού πραγματικά εἶδαν καί γνωρίζουν. Δέν λένε, γιά παράδειγμα, πώς εἶδαν ἕνα ἄλογο μήκους ἑνός χιλιομέτρου ἤ ἕνα πλοῖο δέκα χιλιομέτρων, πού δέν ὑπάρχουν. Κι ἐγώ νομίζω, πώς, ἄν δέν ὑπῆρχε Θεός, δέν θά μιλοῦσαν κάν γι' Aὐτόν στή γῆ. Oἱ ἄνθρωποι ὅμως θέλουν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τό δικό τους θέλημα καί γι' αὐτό λένε πώς δέν ὑπάρχει Θεός, βεβαιώνοντας ἔτσι μᾶλλον πώς ὑπάρχει. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται... ἵνα θεωρῇ τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν» (πρβλ. Ἰω. 12:26· 17:24). Oἱ ἄνθρωποι ὅμως δέν κατανοοῦν τίς Γραφές, τίς βρίσκουν σχεδόν ἀκατανόητες. Μόνο ὅταν τούς διδάξει τό Ἅγιο Πνεῦμα, τότε ὅλα γίνονται κατανοητά καί ἡ ψυχή αἰσθάνεται σάν νά εἶναι στούς οὐρανούς. Γιατί τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι καί στούς οὐρανούς καί στή γῆ καί στήν Ἁγία Γραφή καί στίς ψυχές ὅσων ἀγαποῦν τό Θεό. Xωρίς Πνεῦμα Ἅγιο οἱ ἄνθρωποι πλανῶνται καί ἀδυνατοῦν νά γνωρίσουν ἀληθινά τό Θεό καί τήν ἀνάπαυση κοντά Tου, ἔστω κι ἄν μελετοῦν συνεχῶς.Ὦ ἀδελφοί, σᾶς παρακαλῶ καί σᾶς ἱκετεύω στό ὄνομα τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ: Πιστεύετε στό Eὐαγγέλιο καί στή μαρτυρία τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας, καί τότε θά γευθεῖτε, ἤδη ἀπ' αὐτή τή γῆ, τή μακαριότητα τοῦ παραδείσου. Ἀληθινά, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι μέσα μας: Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ χαρίζει στήν ψυχή τόν παράδεισο. Πολλοί πρίγκιπες καί ἄρχοντες ἐγκατέλειψαν τούς θρόνους τους, ὅταν γνώρισαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό εἶναι εὐνόητο, γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι φλογερή. Mέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡ χαρά τῆς ψυχῆς φτάνει ὥς τά δάκρυα, καί τίποτα ἐπίγειο δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ μαζί της.Πόσο εὐτυχισμένοι εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί! Tί Θεό ἔχουμε! Eἶναι ἀξιολύπητοι ὅσοι δέν γνώρισαν τό Θεό. Aὐτοί δέν βλέπουν τό αἰώνιο φῶς, καί μετά τό θάνατο πορεύονται στό αἰώνιο σκοτάδι. Aὐτό τό ξέρουμε, γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα πληροφορεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία τούς ἁγίους γιά τό τί ὑπάρχει στόν οὐρανό καί τί στόν ἅδη.Ὤ, πόσο ἀξιολύπητοι εἶναι οἱ πλανεμένοι ἄνθρωποι! Aὐτοί δέν μποροῦν νά ξέρουν τί εἶναι ἡ ἀληθινή χαρά. Mερικές φορές διασκεδάζουν καί γελοῦν, ἀλλά τό γέλιο καί ἡ ἀπόλαυση, πού δοκιμάζουν, θά μεταβληθοῦν σέ θρῆνο καί θλίψη. Δική μας χαρά εἶναι ὁ Xριστός. . Ἡ χαρά μας εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα. Eἶναι τόσο γλυκό καί εὐχάριστο! Aὐτό μαρτυρεῖ στήν ψυχή γιά τή σωτηρία. «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι»        «Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νά προσευχηθῶ ἐνώπιον Σου μέ καθαρό νοῦ, ἀλλά οἱ δαίμονες μέ ἐμποδίζουν. Πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό μένα».Καί ἔλαβα μέσα στήν ψυχή μου αὐτή τήν ἀπάντηση ἀπό τόν Κύριο: Οἱ ὑπερήφανοι ὑποφέρουν πάντα ἀπό τούς δαίμονες».Ἐγώ εἶπα: «Κύριε.Ἐσύ εἶσαι ἐλεήμων ἡ ψυχή μου Σέ γνωρίζει· πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή μου». Και ο Κύριος απάντησε στα μύχια της ψυχής μου: «Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι».Τη μετάνοια ως δρόμο πού οδηγεί στην ταπείνωση ο Σιλουανός την έζησε με έναν ιδιαίτερο τρόπο, στον υψηλότερο βαθμό έντασης. ακολουθώντας την εντολή του Χριστού: Κράτα τον νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι. Δύσκολη κουβέντα! Δυνατή, μαχητική, μα συγχρόνως και δύσκολη. Για να την κατανοήσουμε σε όλο της το βάθος, θα πρέπει να βρεθούμε κι εμείς σε μία ανάλογη πνευματική κατάσταση με εκείνη του Ὁσίου Σιλουανού. Δεν μπορεί λοιπόν κανείς να την προσεγγίσει παρά μόνο με προσοχή, αποποιούμενος τη σοφία αυτού του κόσμου, προκειμένου να αφήσει τόπο στη σοφία του Πνεύματος, πού είναι άλλης τάξεως και λογικής.Είναι γεγονός ότι αυτός ο λόγος έδωσε τόπο σε διάφορες ερμηνείες. Εκλαμβάνεται συχνά (σε ένα πρώτο επίπεδο, ψυχολογικό) ως λόγος παραμυθίας και ενθάρρυνσης, ενώπιον μιας κατάστασης μεγάλου πόνου, δυστυχίας και απογοήτευσης. Αυτή η αντίληψη, όσο και να είναι γόνιμη ενδεχομένως, δεν είναι αυτή του Σιλουανού. Για εκείνον, το να κρατάς τον νου σου στον Άδη, είναι ένα ασκητικό διάβημα αυτοκαταδίκης, πού σου επιτρέπει να μετανοήσεις όπως πρέπει, να μάχεσαι ενάντια στην αλαζονεία, να θριαμβεύεις πάνω στα πάθη και τους δαίμονες.Κατ’ αρχάς, για να διεισδύσουμε μέσα στο μυστήριο αυτού του λόγου, η καλύτερα για να τον αφήσουμε να καταδυθεί στην καρδιά μας, είναι απαραίτητο να απομακρυνθούμε από μία συγκεκριμένη αντίληψη για τον Άδη, πού άπαντα συχνά στη Δύση και κουβαλά μαζί της έναν κυκεώνα μεσαιωνικών συνδηλώσεων. Ο Άδης στην περίπτωση μας δεν υποδηλώνει έναν γεωγραφικό τόπο (έναν τόπο απ΄όπου απουσιάζει ο Θεός), αλλά μία πνευματική κατάσταση, ένα «έγκαυμα» στη συνείδηση. Είναι εν προκειμένω η κατάσταση εκείνης της ψυχής πού είναι χωρισμένη από τον Θεό, εξαιτίας των αμαρτιών της· ή καλύτερα, είναι η κατάσταση εκείνης της ψυχής πού εκτίθεται στη χάρη, αλλά είναι τόσο αδιαπέραστη και εγκλωβισμένη στη μόνωση της, τόσο διογκωμένη από το εγώ της και τα πάθη, ώστε δεν μπορεί να δεχθεί τη χάρη· δεν μπορεί να ανταποκριθεί και να αναζωογονηθεί από αύτη, χωρίς να καεί από το πυρακτωμένο  φως της αγάπης του Θεού.Όπως λέει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, τον οποίο, όπως ξέρουμε ὁ Ὅσιος Σιλουανός ευλαβούνταν πολύ, «τα βάσανα του Άδη είναι τα βάσανα της αγάπης». Θα είμαστε όλοι, τελικά, βυθισμένοι στην αγάπη του Θεού, αλλά ανάλογα με την κατάσταση της ψυχής μας, αυτή η συνάντηση θα βιώνεται με διαφορετικό τρύπο από τον καθένα: ως παραδείσια χαρά από εκείνους που είναι, ήδη εξαγνισμένοι και φωτισμένοι από τη χάρη, και ως κολαστήρια θλίψη από εκείνους πού έχουν ήδη εντός τους σκοτάδι.Το να κρατάμε λοιπόν τον νου στον Άδη είναι μια πρόσκληση κατάδυσης στις πιο σκοτεινές αβύσσους της ύπαρξής μας· μια πρόσκληση απογύμνωσης της ψυχής μας και έκθεσής της στις ακτίνες της θείας αγάπης – η «φωτιά της μετάνοιας», για την οποία μιλά ο Ὅσιος Σιλουανός, δεν είναι άλλη από τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η κατάβαση είναι ένας τρόπος να συμμετέχεις στη μάχη πού έδωσε ο Χριστός στην έρημο, ενάντια στους πειρασμούς του Σατανά· ένας τρόπος να συμμετέχεις στην κορύφωση της κένωσής Του, πού είναι η κάθοδος Του στον Άδη. Διότι βέβαια μόνο με Εκείνον μπορούμε να νικήσουμε τους δαίμονες και να διεισδύσουμε χωρίς κίνδυνο στα σκοτάδια της ύπαρξής μας – στο ζωηφόρο και αναστάσιμο Φως Εκείνου πρέπει να εκθέσουμε την ψυχή μας.Αυτό το διάβημα, στο ξεκίνημά του, είναι αναπόφευκτα πηγή θλίψης. Κι αυτό, διότι φανερώνει με έναν τρόπο ανελέητο όλα εκείνα τα στοιχεία μέσα μας, πού ανήκουν ακόμη στον παλαιό Αδάμ (δηλαδή στον θάνατο) και αποτελούν εμπόδιο στη χάρη (δηλαδή στη ζωή). Είναι μία αποκάλυψη ολοένα και πιο αιχμηρή, διότι όσο το θείο Φως φωτίζει το σκοτάδι της καρδιάς μας. τόσο διακρίνουμε εκεί τις ακαθαρσίες πού αμαυρώνουν την εικόνα του Θεού μέσα μας. Όσο περισσότερο συνειδητοποιούμε την αγάπη του Κυρίου και Δημιουργού μας, τόσο πιο πολύ υποφέρουμε πού Τον έχουμε πληγώσει ή πού αποκοπήκαμε από Αυτόν. Αλλά αυτή η λύπη (πού είναι η λύπη του Σταυρού) είναι ζωηφόρος, αντίθετα από αυτήν της αμαρτίας, πού είναι θανατηφόρος. Και ταυτόχρονα, είναι πηγή ταπείνωσης: μπροστά στο θέαμα της ψυχικής μας πτώχειας, παύουμε να κρίνουμε τους άλλους και κατηγορούμε μόνο τον εαυτό μας. Ο Ὅσιος Σιλουανός πού θεωρεί τον εαυτό του σαν έναν βρωμερό σκύλο, γράφει: πρέπει να θεωρούμε τον εαυτό μας ως το ελεεινότερο από όλα τα όντα και να τον κρίνουμε άξιο για την καταδίκη της Κόλασης. Δεν είμαι άξιος του Θεού ούτε του Παραδείσου, αλλά των βασάνων της Κόλασης. Το Άγιο Πνεύμα μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε κατ΄αυτό τον τρόπο για τον εαυτό μας.Αυτό το σχήμα μετάνοιας, πού συνδέει τη μνήμη του θανάτου με την ανταπόδοση της τελικής κρίσεως, συνιστά στον Ὅσιο Σιλουανό μια αληθινή ασκητική πρακτική, μια ρομφαία πνευματική πού καθαρίζει την καρδιά και την ικανώνει να κατοικήσει στον Θεό. Όταν κρατώ τον νου μου στον Άδη, η ψυχή μου είναι ειρηνική. Όταν, αντί τούτου, αφήνω τον νου μου να βγαίνει από τη φλόγα του Άδη, ανακτούν τη δύναμη τους οι σκέψεις εκείνες πού δεν αρέσουν στον Θεό.Όμως, το «κράτα τον νου σου στον Άδη» δεν έχει κάποια σημασία, παρά μονάχα ακολουθούμενο από το δεύτερο σκέλος της φράσης, πού κρατά την ισορροπία: και μην απελπίζεσαι. Δηλαδή: μή χάνεις την ελπίδα της σωτηρίας σου, την ελπίδα στο άπειρο θείο έλεος. Και για να το πούμε διαφορετικά: δεν πρέπει ποτέ να πέφτουμε στην απελπισία, γιατί η απελπισία είναι ένας επιτηδευμένος τρόπος υπερηφάνειας, ένα κρυφό πάθος του εγώ – του εγώ πού είναι φυλακισμένο στην αυτάρκειά του και πού δεν έχει άλλο ορίζοντα πέρα από τον εαυτό του. Αυτός πού απελπίζεται είναι φονιάς του εαυτού του. έλεγε ο Ιωάννης της Κλίμακος (6ος αι.). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ποτέ πώς είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος (και όχι ο Θεός) αυτός πού δημιουργεί την προσωπική του κόλαση· δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα καταχθόνια σκοτάδια νικήθηκαν από το πασχάλιο Φως και ότι εάν η συνείδησή μας μας καταδικάζει, ο Θεός είναι πιο μεγάλος από αυτή (βλ. Α’ Ιωάν. 3, 20). Αν κάθε ψυχή γνώριζε τον Κύριο και ήξερε πόσο μας αγαπά, δεν θα απελπιζόταν και δέν θά μεμψιμοιροῦσε ποτέ κανείς.Βρισκόμαστε ἐδῶ στήν καρδιά τῆς παραδοξότητος τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας, ὅπου πρέπει νά πεθάνεις ὥς παλαιός ἄνθρωπος γιά νά ἀναστηθεῖς ὥς νέος ἄνθρωπος νά περάσεις ἀπό τόν ἅδη γιά νά εἰσχωρήσεις στήν Βασιλεία· νά ταπεινωθεῖς γιά νά ἀνέλθεις· νά ἀδειάσεις ἀπό τό εγώ σου γιά νά πληρωθεῖς ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.Ὁ Ὅσιος Σιλουανός τονίζει συγκεκριμένα: Ὅσο ταπεινωνόμαστε, τόσο πιό μεγάλες θά εἶναι οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ. Ἄν η ψυχή αὐτοκαταδικάζεται νά μένει στόν Ἅδη, ἐλπίζοντας στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ τήν πληροῖ.Συνεπῶς ἡ μετάνοια, ἀκόμα καί στήν ριζική της μορφή, πού εἶναι ἡ αύτοκαταδίκη, εἶναι ἀκριβῶς τό ἀντίθετο τῆς ἐνοχῆς.Ἐνῶ ἡ ἐνοχή συνιστά ἐγκλεισμό, τελμάτωση καί ἐσωστρέφεια, ἡ μετάνοια εἶναι ἀπελευθέρωση, κίνηση καί ἄνοιγμα στόν ἄλλο καί τόν ὅλως ἄλλο.Ἡ βασική διαφορά βρίσκεται στό ἄν καί κατά πόσο παρέχεται τόπος στὀ θεῖο ἔλεος. Νά θυμάσαι τούς ἑξῆς δύο λογισμούς καί νά τούς φοβάσαι.Ὁ ἕνας σοῦ λέει: «Εἶσαι ἕνας ἅγιος», ὁ ἄλλος: «Δέν θά σωθεῖς». Αὐτοί οἱ δύο λογισμοί προέρχονται ἀπό τόν ἐχθρό καί δέν ὑπάρχει ἴχνος ἀλήθειας μέσα τους.Ἡ χριστιανική ὁδός εἶναι ἕνα τεντωμένο σκοινί ἀνάμεσα στήν συνείδηση τῆς ἁμαρτίας καί τήν ἐλπίδα στόν Θεό, πού εἶναι ἐλεήμων καί θέλει τήν σωτηρία μας. Ὅλη ἡ πνευματική τέχνη στηρίζεται στό νά κρατᾶς τήν ἰσορροπία καί τήν ἔνταση ἀνάμεσα στούς δύο πόλους.Παράλληλα, ἡ νουθεσία τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ ἀπό τόν Χριστό ἀπαιτεῖ πολλή διάκριση καί προσοχή ὥς πρός τήν πραγματοποίηση της.Ὁ στάρετς ἦταν ἕνα μεγαλειώδες πνεῦμα,ἀλλά ὅλες οἱ ψυχές δέν ἔχουν τήν ἴδια δύναμη οὔτε τήν ἴδια χάρη. Πρέπει λοιπόν να κρατᾶς τόν νοῦ σου στόν Ἅδη, ἔχοντας ἐπίγνωση τῶν ὁρίων καί τῶν ἱκανοτήτων σου, πνευματικῶν καί φυσικῶν, ἔτσι ὥστε νά μήν κινδυνέψεις νά συνθλίψεις τήν ψυχή σου. ἀπό τό νά ἐφαρμόσουμε τήν νουθεσία κατά γράμμα, εἶναι κυρίως πιο ἀπαραίτητο νά μποῦμε στο πνεῦμα της.

 
 

 v

«Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ καί προσοχῆς» Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν.

 «Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ καί προσοχῆς» Tά ἄδυτα τῆς καρδιᾶς δέν ἀποκαλύπτονται εὔκολα, καί πολύ περισσότερο δέν μποροῦν νά περιγραφοῦν καί νά γίνουν κατανοητά ἀπό ἐκεῖνον πού εἶναι ἀμέτοχος παρόμοιων ἐμπειριῶν.

Ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ τό "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Ἐλέησόν με' καλλιεργήθηκε κατεξοχήν ἀνάμεσα στούς μοναχούς τῆς Mονῆς τοῦ Σινᾶ. Στά μέσα τοῦ 5ου αἰώνα, ὁ Διάδοχος, ἐπίσκοπος Φωτικῆς τῆς Ἠπείρου, στόν «Ἀσκητικό του Λόγο» λέει ὅτι αὐτός πού θέλει νά καθαρίση τήν καρδιά του πρέπει παντοτινά νά τήν πυρώνη μέ τή μνήμη τοῦ Kυρίου Ἰησοῦ, ἔχοντας αὐτό καί μόνο γιά μελέτη καί ἔργο. Kαί ἕνας ἄλλος σημαντικός πνευματικός συγγραφέας τοῦ ἴδιου αἰώνα, ὁ Ἡσύχιος, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση, διδάσκει ἀνάλογα πράγματα.Ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος, μᾶς λέει ὅτι ἡ συνεχής νήψη, δηλαδή ἡ πνευματική ἐνάργεια καί ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, ἀποδιώχνουν ἀπό τήν καρδιά τή λήθη, δηλαδή τή φυγή ἀπό τήν αἴσθηση τῆς ὑπάρξεως. Ἡ μνήμη δέ τοῦ Ἰησοῦ πρέπει νά γίνη τόσο συχνή, ὥστε νά κολληθῆ στήν ἀναπνοή. Ἐδῶ πιά βλέπουμε τή σύνδεση τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ μέ μιά ὀργανική λειτουργία τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἀναπνοή. Ὅσο συχνά ἀναπνέει ὁ ἄνθρωπος, τόσο συχνά πρέπει νά μνημονεύη τόν Ἰησοῦ· καί βέβαια ἐδῶ δέν πρόκειται γιά μεταφορική ἔννοια, ἀλλά γιά κυριολεξία. Οἱ ὁδηγίες καί ὑποδείξεις γιά τήν προσευχή αὐτή παρέμεναν περιστατικές καί διάσπαρτες ὡς τή στιγμή πού ἐμφανίστηκε ἕνα συστηματικότερο ἐγχειρίδιο τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὁ συγγραφέας τοῦ ὁποίου παραμένει ἄγνωστος, ἀλλά εἶναι βέβαιο ὅτι ἐκπροσωπεῖ τή σιναϊτική παράδοση καί ἐκφράζει ἀπόλυτα τίς ἀρχές τοῦ βυζαντινοῦ μυστικισμοῦ.Tό ἐγχειρίδιο αὐτό ἔχει τόν τίτλο «Mέθοδος τῆς ἱερᾶς προσευχῆς καί προσοχῆς». Ὁ συγγραφέας του διακρίνει τρεῖς τρόπους προσευχῆς. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι, ὁ προσευχόμενος νά ὑψώνη τά χέρια, τά μάτια καί

τόν νοῦ του πρός τόν οὐρανό, καί νά γεμίζη ἡ φαντασία του μέ εἰκόνες ἱερές, καί ἡ ψυχή του ἀπό ἕναν θεῖο πόθο, καί σιγά σιγά μέσα στήν καρδιά του νά ἐκστασιάζεται καί νά ἐπαίρεται. Ὁ τρόπος αὐτός ὁδηγεῖ στήν πλάνη καί στήν τρέλα, διότι δημιουργεῖ αὐτό πού σήμερα θά λέγαμε παραισθήσεις καί παρανοϊκά σύνδρομα. Ἐδῶ ἐντοπίζεται ἕνα σημεῖο σαφοῦς διαφορᾶς ἀνάμεσα στίς ὀρθόδοξες καί τίς δυτικές μυστικές ἐμπειρίες, γιατί οἱ δεύτερες ἀποδέχονται τά ὁράματα ἀγγέλων καί τοῦ ἴδιου τοῦ Ἰησοῦ, ἐνῶ ἀπό τούς βυζαντινούς ἡσυχαστές αὐτά θεωροῦνται δαιμονικές πλάνες καί ἀπορρίπτονται. Στόν δεύτερο τρόπο προσευχῆς, ὁ προσευχόμενος φυλάγει τόν νοῦ του ἀπό τίς ἐξωτερικές αἰσθήσεις, καί συνάγει τούς λογισμούς του, καί ἐνῶ μέ τό στόμα λέει τήν προσευχή του, συγχρόνως ὅμως ἐκτρέπεται στήν ἐσωτερική βία, τήν ὁποία ἀσκεῖ προκειμένου νά συμμαζέψη τούς λογισμούς, κλυδωνίζεται ἀνάμεσα στήν προσήλωση στήν προσευχή καί στήν συναγωγή τῶν λογισμῶν του, οἱ ὁποῖοι τελικά τοῦ στεροῦν τήν ἐσωτερική ἡσυχία.Ὁ τρίτος τρόπος τῆς προσευχῆς, μᾶς λέει ὁ συγγραφέας τοῦ ἐγχειριδίου, εἶναι πράγμα παράξενο καί δυσερμήνευτο, καί γι’ αὐτούς πού τό ἀγνοοῦν ὄχι μόνο δυσδιάγνωστο, ἀλλά καί ἀπίστευτο. Ἡ οὐσία τῆς προσευχῆς αὐτῆς ἔγκειται στό νά κρατᾶ ὁ νοῦς τήν καρδιά, στό νά προσεύχεται καί νά περιστρέφεται διαρκῶς μέσα σ’ αὐτήν, καί ἀπό τό βάθος αὐτῆς νά ἀναπέμπη τίς προσευχές στόν Θεό. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται ὡς ἑξῆς: κάθεται ὁ μοναχός στό κελλί του καί σηκώνει τόν νοῦν του ἀπό κάθετι τό πρόσκαιρο. Στή συνέχεια ἀκουμπώντας τό σαγόνι του στό στῆθος, φέρνει τά μάτια του πρός τό μέσο τῆς κοιλιᾶς, στόν ὀμφαλό, καί προσπαθεῖ νά ἐλέχγη καί τήν ἀναπνοή τῆς μύτης, ὥστε νά μήν εἶναι ἄτακτη. Tώρα πρέπει νά ἐρευνήση μέ τόν νοῦ στά ἔγκατά του, ὥστε νά ἐντοπίση τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, ὅπου ἐμφιλοχωροῦν ὅλες οἱ ψυχικές δυνάμεις. Ἀρχικά θά βρῆ ἐδῶ σκότος παχύ, ἄν ὅμως ἐπιμείνη, θά νιώση χαρά ἀνείπωτη. Ὁταν ὁ νοῦς βρῆ τόν τόπο τῆς καρδιᾶς, βλέπει ἀμέσως πράγματα πού δέν γνώριζε. Tότε βλεπει τόν ἀέρα

πού παρεμβάλλεται μεταξύ καρδιᾶς καί τοῦ ἑαυτοῦ του ὅλον φωτεινό, καί ἐάν τότε ἀνακύψη κάποιος λογισμός στόν νοῦ, προτοῦ αὐτός ἀποκτήση στή φαντασία εἴδωλο καί μορφή, ἀποδιώχνεται μέ τήν ἐπίκληση τοῦ Ἰησοῦ Xριστοῦ.

Ἀπολυτίκιον Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε. Χριστῷ ἐκ νεότητος ἀκολουθήσας θερμῶς, εὐχαῖς καὶ δεήσεσιν, ἐν τῇ ἐρήμῳ Σαρώφ, ὡς ἄσαρκος ἤσκησας· ὅθεν τοῦ Παρακλήτου, δεδεγμένος τὴν χάριν, ὤφθης τῆς Θεοτόκου, θεοφόρος θεράπων· διὸ σε μακαρίζομεν, Σεραφεὶμ Πάτερ Ὅσιε.                                                                            Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.                                           Ἐν Σάρωφ ὡς ἄγγελος, βεβιωμένος, Σεραφεὶμ μακάριε, ὤφθης δοχεῖον ἐκλεκτόν, τῶν χαρισμάτων, τοῦ Πνεύματος, λόγῳ πλουσίῳ ἐκφαίνων τὰ κρείττονα. Μεγαλυνάριον Ὅλος ἀνακείμενος τῷ Χριστῷ, χαρίτων τῶν θείων, ἀναδέδειξαι θησαυρός, θαύμασι καὶ λόγοις, καὶ θείαις ὑποθήκαις ὦ Σεραφεὶμ παμμάκαρ, φωτίζων ἅπαντας.

 

«Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με..»: ο υψηλότερος τρόπος νοεράς προσευχής

 

Όταν θα τον εξασκήσουμε αυτόν στην αρχή θα βρούμε κάποια δυσκολία, αλλά μετά θα βρούμε πλάτος, φάρδος, ύψος, βάθος. Θα δημιουργηθή πρώτον μια χαρά μεμιγμένη με πόνο, μετά σιγά – σιγά χαρά, ειρήνη, γαλήνη. Αλλά και ο νους αφού γλυκανθή δεν θα μπορέσουμε να τον ξεκολλήσουμε από την προσευχή στην καρδιά και στην ευχή.Θα δημιουργηθή τέτοια κατάστασις, που δεν θα θέλουμε να ξεκολλήσουμε. Θα καθήσουμε σε μια γωνιά, είτε όρθιοι, είτε καθισμένοι, θα σκύψουμε το κεφάλι και δεν θα θέλουμε να ξεκολλήσουμε από εκεί ώρες ολόκληρες. Μπορούμε να καθήσουμε μια, δυο, τρεις, τέσσερες, πέντε, έξη ώρες κόκκαλο, και να μή μας κάνη καρδιά να σηκωθούμε, ούτε ο νούς να πάη πουθενά άλλου. Τον βλέπουμε μόλις πάει πουθενά άλλου, αμέσως τραβάει κάτω το κεφάλι. Γίνεται δηλαδή μια αιχμαλωσία στο θέμα της προσευχής. Ο τρόπος αυτός της προσευχής είναι λίαν αποτελεσματικός. Πρώτον θα φέρη την αμετεώριστον προσευχήν, θα φέρη χαρά, ειρήνη· συνάμα θα φέρη δάκρυα χαράς, διαύγεια του νού. Ο νούς θα γίνη δεκτικός θεωριών, θα δημιουργηθή μετά η απόλυτος καρδιακή ησυχία. Δεν θα θέλη ο άνθρωπος να ακούη τίποτε απολύτως. Θα νομίζη ότι βρίσκεται σε μια Σαχάρα έρημο. Συνάμα θα γίνεται η ευχή και πιο σύντομα. Θέλω να την έχω σύντομα, θέλω αργά, όπως αναπαύεται η ψυχή, όπως της αρέσει εκείνη την ώρα.Θα λέμε λοιπόν: «Κύριε – Ιησού – Χριστέ – ελέησόν με – Κύριε – Ιησού –…» και ο νούς θα παρακολουθή την ευχή όπως ένας μηχανικός παρακολουθεί το μηχάνημα που δουλεύει. Ύστερα αφού δεν θα μπορούμε να πάρουμε άλλη αναπνοή θα εκπνέουμε σιγά – σιγά «Κύριε – Ιησού – Χριστέ – ελέησόν με, Κύριε – Ιησού –…», ώστε να φθάσουμε στο τέρμα. Άντε πάλι μια αναπνοή σιγά – σιγά. Όχι βιαστικά· απαλά, ήρεμα, ήσυχα, χωρίς βία. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και να δήτε ύστερα από λίγο στις δουλειές σας επάνω, μόλις παίρνετε αναπνοή θα λέτε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», υστέρα στην εκπνοή πάλι την ευχή. Μόνη της η καρδιά τόσο θα αναπαυθή και ο νούς όπου και να βρίσκεται θα παίρνετε αναπνοή και ο νους θα λέγη την ευχή. Βέβαια μπορεί να μη λέτε τρεις ευχές, πάντως μία θα λέτε τουλάχιστον. Και ύστερα θα αποκτηθή ένας ρυθμός, ένας μηχανισμός ρυθμισμένος μαστορικά, και θα δήτε κατόπιν τα αποτελέσματα που θα έχη αυτή η προσευχή. Θα τραβάη όλο και πιο πολύ. Θα λέτε: πέρασε ένα τέταρτο, και θάχουν περάσει δύο ώρες. Τόσο δεν θα θέλη ο άνθρωπος να ξεκολλήση ο νούς του από την καρδιά και από το να ακούη την προσευχή. Τί τα θέλεις τα ψαλσίματα, τι θέλεις εκείνο; Γι’ αυτό οι Πατέρες στάς ερήμους δεν χρειάζονταν τέτοια πράγματα. Βέβαια αυτά επικυρώνονται από την εκκλησίαν. Αλλά οι άνθρωποι που βρήκαν αυτόν τον τρόπον της νοεράς προσευχής, που είναι λίαν υψηλότερος των τυπικών, άφησαν τους τύπους και πιάσαν την ουσίαν. Εμείς επειδή χάσαμε την ουσίαν, γιατί ίσως δεν έχουμε διδασκάλους να μας πουν, ή ότι δεν έχουμε την προαίρεσιν και την θέλησιν, πιάσαμε τα τυπικά. Έτσι οι σημερινοί μοναχοί κάνουν τον Εσπερινό τους, την ακολουθία τους, πέραν τούτου τίποτε. Κάνουν και την εργασίαν τους και λένε ότι κάνουν το καθήκον. Μα δεν έγινε το καθήκον.Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων δημιούργησε μοναστήρι και είπε:«Πατέρες, κάντε τα καθήκοντά σας τα πνευματικά, κι εγώ θα σας τρέφω, για να μην έχετε μέριμνα για τα υλικά και υστερείτε από την προσευχή. Εγώ θα σας δίνω τα χρειαζούμενα κι εσείς προσεύχεσθε». Απαντάει ο ηγούμενος:—Μακαριώτατε Δέσποτα, εκτελούμε τα καθήκοντά μας. Διαβάζουμε την Πρώτη ώρα, την Τρίτη, την Έκτη και την Ενάτη, το Απόδειπνο, τον Εσπερινό, την Λειτουργία.
—Ά! λέει, φανερό είναι ότι είσαστε αμελείς. Και τις άλλες ώρες τι κάνετε;
Τί ήθελε να πή ο Άγιος Ιωάννης μ’ αυτά; Ότι δεν εκπλήρωναν το καθήκον τους, διότι δεν προσηύχοντο αδιάλειπτα.Όταν σηκωθούμε για την ακολουθία μας, αφού αρχίσουμε το· «Βασιλεύ Ουράνιε», το Τρισάγιο, «Ελέησόν με ο Θεός», θα σκύψουμε το κεφάλι λίγο μπροστά στο στήθος, θα προσπαθήσουμε τον νου να τον ξεκολλήσουμε από κάθε τι και να τον βάλλουμε μέσα στο στήθος, μέσα στην καρδιά μας. Με το σκύψιμο θα βιάσουμε το νου μας να μπή εκεί μέσα. Αφού μπή εκεί μέσα, θα αρχίσουμε με την εισπνοή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» και το κομποσχοίνι θα δουλεύη. Και να δήτε. Βέβαια στις αρχές μπορεί να γίνη λίγο δυσκολία, αλλά λίγο επιμονή και υπομονή και θα φέρη το αποτέλεσμα. Μετά σαν πάρη φωτιά και γλυκανθή λιγάκι και μπή στο νόημα δεν τον πιάνει κανένας, όλη νύχτα να καθήση. Και τότε θα δήτε, θα περνάη η ώρα και θα λέτε: Μα τώρα άρχισα την προσευχή. Και θα βρήτε μεγαλυτέρα ωφέλεια στον τρόπο αυτό της προσευχής. Και ποιός βέβαια είναι ο σκοπός μας που ήρθαμε εδώ; Δεν ήρθαμε να βρούμε τον Θεόν; Δεν ήρθαμε να βρούμε την ειρήνη; να απαλλαγούμε από τα πάθη;

 

Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια

 

/

       Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, θὰ πρέπει πάντα να εἶναι, περὶ μετανοίας. Αὐτὸ ἦταν τὸ κήρυγμα ὅλων τῶν προφητῶν τῆς Π. Διαθήκης ἕως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, αὐτὸ ἦταν καὶ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μετάνοια δημιουργεῖ τὸ κατανυκτικὸ κλίμα τῆς ἐλεύσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, τῆς συναντήσεώς με Αὐτόν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλάμας ὁ Ἁγιορείτης, ὁ διαπρύσιος κήρυκας τῆς χάριτος καὶ τοῦ φωτός, λέγει χαρακτηριστικά πως ἡ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ἀρχή, μέση καὶ τέλος τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς. Ὅλοι μὰ ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας, γιατὶ οὐδεὶς ἀναμάρτητος. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀρχίζει ὁπωσδήποτέ με τῇ μετάνοια. Τὸ ἔργο τῆς δεν παύει ποτέ. Ο Μ. Βασίλειος λέγει πως ὅλος ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρὸς μετάνοια. Ὁ ἀτελὴς ἄνθρωπος θέλει συνεχῆ ἀγῶνα για να πλησιάσει τὸν Παντέλειο Θεό. Ἀτέλεστος ἡ τελειότητα θὰ πει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Δεν ὑπάρχουν νιρβάνα στην Ὀρθοδοξία, ὅπου παύεις τὸν ἀγῶνα καὶ ἐπαναπαύεσαι μακάρια. Ὁ ἀγῶνας εἶναι ἕως τοῦ τάφου, ἀσταμάτητος, ἀδιακοπος  Ὁ μεγάλος δογματικὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει πως μετάνοια σημαίνει ἐπάνοδο ἀπὸ τὸ παρὰ φύσῃ στο κατὰ φύσῃ καὶ ὄδευση πρὸς τὸ ὑπὲρ φύσῃ. Εἶναι πορεία ἀπὸ τὸ κατ' εἰκόνα στο καθ' ὁμοιώσῃ. Ὁ Ἀδὰμ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεὸ κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοιώσή Του. Τὸ κατ' εἰκόνα τοῦ δόθηκε ἀμέσως. Τὸ καθ' ὁμοιώσῃ θάπρεπε ὅμως να τὸ καλλιεργήσει ἐλεύθερα καὶ φιλότιμα ὁ ἴδιός με τῇ συνεργίᾳ βέβαια τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ κατακτήσῃ τοῦ καθ' ὁμοιώσῃ ἀποτελεῖ τὸν ἁγιασμό, τῇ χαρίτωση, τὴν τελείωση, τῇ θέωση. Ὁ Ἀδὰμ πρὶν τὴν πτώση εἶχε τὴν ἄνεση να συνομιλεῖ με τὸν Θεὸ συνέχεια. Εἶχε καθαρότητα, φωτεινότητα, ἁπλότητα, ταπεινότητα. Μετὰ τὴν πτώση διαταράχθηκε αὐτὴ ἡ σχέση ἡ ὡραία. Σκοτεινιασε ὁ νοῦς τοῦ, θόλωσε, ἀμαυρώθηκε. Ὁ ἀκάθαρτος νοῦς δεν μπορεῖ να εἶναι δεκτικὸς τῆς θείας Χάριτος.

       Ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ παρὰ φύσῃ κινήσῃ, ποὺ δεν ἐπιφέρει ἁπλὰ στον Ἀδὰμ τῇ στερήσῃ τῆς κοινωνίας τοῦ με τὸν Θεό, ἀλλὰ δεν μπορεῖ τώρα πλέον ἡ θεία ἐνέργεια νάναι καθαρτική, φωτιστικὴ καὶ θεοπτική. Ὁ παρασυρμὸς τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν Εὕα καὶ τῆς Εὕας ἀπὸ τὸν δαίμονα ἐπέφερε τῇ στερήσῃ τῆς θείας Χάριτος. Πῶς θὰ ἐπανέλθουν στο πρωτοκτιστο κάλλος; Μόνο διὰ τῆς μετανοίας. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινὴ εἶναι δυνατὴ να θεραπεύσει, να καθαρίσει, να ἐπαναφέρει στην προπτωτικὴ καταστάσῃ. Ἡ θεοσδοτη καὶ θεοδωρητῇ μετάνοια εἶναι ἱκανὴ να ξεσκοτεινιάσει τὸν νοῦ, να καθαρίσει τὴν καρδία καὶ τὴν πνευματικὴ ὄραση. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τονίζει πως ἡ μετάνοια δύναται να ἐπαναφέρει τὸν μετανοοῦντα σὲ μεγαλύτερη καθαρότητα καὶ ἀπὸ τὴν πρὶν τῆς ἁμαρτίας καταστάσῃ. Κατὰ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο ὁ Ἀδάμ με τὸ να ὑπακούσει στον δαίμονα, ἀποδυναμώθηκε ἀλλὰ δεν καταστράφηκε τελείως. Κέντρο τοῦ τώρα γίνεται ὁ ἐαυτὸς τοῦ κι ὄχι ὁ Θεὸς τοῦ. Ἡ βάσῃ τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν μακαριστὸ Γέροντα Ἰουστίνο Πόποβιτς εἶναι να γίνουμε θέοι δίχως Θεό, μόνοι μας. Ἡ αὐτοθέωση αὐτὴ εἶναι ἀντίθεη, ἀντιχριστη, δαιμονιώδης. Πουλήθηκε στον δαίμονα ὁ Ἀδάμ, κάνοντας κακὴ χρήσῃ τῆς ἐλευθερίας τοῦ, καὶ ὁ δαίμονας τώρα τὸν κάνει ὅτι θέλει. Τάχασε ὁ Θεός με τὸν ἀνθρωπο, λέγει κάπου ὁ Μ. Ἀθανάσιος, δεν περίμενε ὅτι θὰ βγοῦμε τόσο σκάρτοι. Ὁ ἅγιος Μακάριος συνεχίζει: Τῇ μέρα που ὁ Ἀδὰμ ἔπεσε, ᾖλθε ὁ Θεὸς στον Παραδεισο καὶ ἔκλαψε για τὸ κατάντημά του. Προτίμησε τὸ κακὸ ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ, τῇ ντροπῇ ἀπὸ τῇ δόξᾳ, τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φῶς. Ὁ Ἀδὰμ παρέσυρε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος στην κακία

       Ἡ συνάντηση τῆς ψυχῆς με τὴν ἁμαρτία γεννᾷ τὰ πάθη. Ἡ τροπὴ αὐτὴ δεν ἔχει ἐπιβληθεῖ, εἶναι ἐντελῶς ἑκούσια, ἀποτέλεσμα τῆς πλήρους ἐλευθερίας. Ἡ κακία εἶναι ξένη στῇ φύσῃ τῆς ψυχῆς. Ἡ ἁμαρτία διαβρωσε τὴν ψυχή, τὴν ἀποδυνάμωσε. Ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὡς πορνεία με τὸν δαίμονα κατὰ τὸν ἔξοχο ὄσιο Μακάριο. Τὰ πάθη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ εἶναι δαιμονοκίνητα. Ἡ παραμονὴ τῆς ἁμαρτίας τυφλώνει τὴν ψυχή, τῇ σκοτεινιάζει, τὴν ἀρρωσταίνει, τὴν τραυματίζει, τῇ θανατώνει. Στην καταστάσῃ αὐτῇ ἐμπαίζεται ἀπὸ τοὺς μισανθρώπους δαίμονες. Ὁ ἁμαρτωλός, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, εἶναι κατὰ ἔνα τρόπο δαιμονισμένος. Ἡ ψυχὴ δεν ταυτίζεταί με τὴν ἁμαρτία καί ποτε δεν γίνεται ἕνα με αὐτή. Ἡ παραβάσῃ τοῦ Ἀδὰμ ἔδωσε δικαίωμα στον δαίμονα να κτυπήσει καὶ να σκοτίσει τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι τὸ βασιλικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ὁ ἡγεμόνας νοῦς που ὁρᾷ τὸν Θεὸ κατὰ τοὺς ἁγίους πατέρες.

       Ἔτσι ὁ ἡγεμόνας νοῦς γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Τὸν κυριεύουν τότε ἄτοποι, ἀκάθαρτοι, πονηροὶ λογισμοί. Ἀσχολείται μόνο με τὰ κοσμικά, τὰ γήινα, τὰ φθαρτά. Λήσμονα να προσεύχεται. Δεν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη. Ἐνίοτε τὸν ἐλέγχει ἡ μνήμη ἢ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀνθρωπο. Σκανδαλίζεταί με τὴν Ἐκκλησία, ἀγαπᾷ πιὸ πολὺ τὸν κόσμο. Τὸν αἰχμαλωτίζει τὸ κακό. Τότε νομίζει πως ζει. Κυκλοφορεῖ νεκρός, νεκρὸς ψυχικά.     Τὸ κακὸ εἶναι ἠθελημένο, ἐπιλεγμένο καὶ πραγματούμενο ἑκούσια ἀπὸ τὸν ἀνθρωπο. Ἡ βουλήσῃ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κύρια ὑπευθύνη για κάθε ἁμαρτία. Ἀναίτιος τοῦ κακοῦ ἡ θεία αὐτοαγαθότητα λέγει ὁ Μ. Βασίλειος. Κανένα κακὸ ἔξω ἀπὸ τὴν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου δεν ὑπάρχει, λέγει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ. Ὁ Ἀδὰμ εἶναι ὁ κύριος ὑπεύθυνος για τὴν παραβάσῃ ὡς αὐτεξούσιος καὶ τελεία ἐλεύθερος. Ἡ πτώση μολῦνε τὸν Ἀδάμ. Ὁ Χριστὸς λέγει ν' ἀρνηθοῦμε τὸ θέλημα μας, να τὸ ὑποτάξουμε, να τὸ νεκρώσουμε καὶ ἔτσι αὐξάνουμε στην ἀρετή.Ταὐτὸν Ἡ ἁμαρτία εἶναι παραλόγη, ἀφυσίκη, ἀντίθεη καὶ δημιουργεῖ ἀποσύνθεση τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος καὶ ἀποσύνδεση ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι θὰ λέγαμε ἡ λογικὴ τοῦ δαίμονα, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα ὕποπτος, ὕπουλος, πονηρός, πανοῦργος, τεχνίτης, πλάνος, εὐφυής, ἔμπειρος καὶ μεγάλος ἀπατεῶνας. Μὲ τὴν πτώση τοῦ ὁ Ἀδὰμ παρέλαβε τῇ φθαρτότητα καὶ τῇ θνητότητα.

       Ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ θέωσε τὴν ἀνθρωπίνη φύσῃ. Μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀναστάσῃ νίκησε τὸν θάνατο. Τ' ἅγια Μυστήρια καὶ ἰδιαίτερα ἡ θεία Εὐχαριστία μας ἀθανατίζει. Ἀπὸ τὰ παραπάνω νομίζουμέ πως διαφάνηκέ πως ἡ μετάνοια δεν εἶναι ἀποφάσῃ στιγμῆς, προσωρινὴ ἀλλαγὴ δοκιμαστική, ψυχολογικὴ ἀνανέωση, ἁπλῆ νομικὴ πράξῃ, ἠθικιστικὴ διορθώσῃ καὶ ἐπιπόλαιο πείραμα, ἀλλὰ πράξῃ γενναία ζωῆς, ἀκολουθήσῃ ὀρθοῦ βίου, ἤθους καὶ ὕφους, ἐκκλησιολογικής, ὑγιοῦς, γνησίας, ἀνόθευτης, ἱερὴς καὶ ὡραίας νοηματισμένης βιοτῆς. Ἡ ἀποτυχία τοῦ Ἀδὰμ εἶναι διδακτική. Ἡ ἀκραιφνὴς ὁδὸς τῆς μετανοίας στηρίζεται στ' ἀπαραίτητα στάδια: κάθαρσης, φωτισμοῦ καὶ θέωσης.

       Μετάνοια ἀληθινὴ σημαίνει ὄχι ἁπλᾶ ἀπομάκρυνση τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ μῖσος τῆς ἁμαρτίας καὶ τρυφερὴ ἀγαπήσῃ τῶν ἐνθέων ἀρετῶν. Μόνος ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύναμος να τὸ καταφερεῖ. Ἔτσι συνδραμεὶ οὐσιαστικὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος. Ὄσο ἀγαπάμε τὸν Χριστὸ τόσο βοηθούμεθα να μισοῦμε τὴν ἁμαρτία.

 

Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια

/

       Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, θὰ πρέπει πάντα να εἶναι, περὶ μετανοίας. Αὐτὸ ἤταν τὸ κήρυγμα ὅλων τῶν προφητῶν τῆς Π. Διαθήκης ἕως τοῦ Τιμίου Προδρόμου, αὐτὸ ἤταν καὶ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ μετάνοια δημιουργεῖ τὸ κατανυκτικὸ κλίμα τῆς ἐλεύσεως τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τῆς θεωρίας τοῦ Θεοῦ, τῆς συναντήσεώς με Αὐτόν. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλάμας ὁ Ἁγιορείτης, ὁ διαπρύσιος κήρυκας τῆς χάριτος καὶ τοῦ φωτός, λέγει χαρακτηριστικά πως ἡ ἀληθινὴ μετάνοια εἶναι ἀρχή, μέση καὶ τέλος τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς. Ὅλοι μὰ ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη μετανοίας, γιατὶ οὐδεὶς ἀναμάρτητος. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀρχίζει ὁπωσδήποτέ με τῇ μετάνοια. Τὸ ἔργο τῆς δεν παύει ποτέ. Ο Μ. Βασίλειος λέγει πως ὅλος ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρὸς μετάνοια. Ὁ ἀτελὴς ἄνθρωπος θέλει συνεχῆ ἀγῶνα για να πλησιάσει τὸν Παντέλειο Θεό. Ἀτέλεστος ἡ τελειότητα θὰ πει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης. Δεν ὑπάρχουν νιρβάνα στην Ὀρθοδοξία, ὅπου παύεις τὸν ἀγῶνα καὶ ἐπαναπαύεσαι μακάρια. Ὁ ἀγῶνας εἶναι ἕως τοῦ τάφου, ἀσταμάτητος, ἀδιακοπος  Ὁ μεγάλος δογματικὸς πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας μας ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς λέγει πως μετάνοια σημαίνει ἐπάνοδο ἀπὸ τὸ παρὰ φύσῃ στο κατὰ φύσῃ καὶ ὄδευση πρὸς τὸ ὑπὲρ φύσῃ. Εἶναι πορεία ἀπὸ τὸ κατ' εἰκόνα στο καθ' ὁμοιώσῃ. Ὁ Ἀδὰμ πλάσθηκε ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεὸ κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοιώσή Του. Τὸ κατ' εἰκόνα τοῦ δόθηκε ἀμέσως. Τὸ καθ' ὁμοιώσῃ θάπρεπε ὅμως να τὸ καλλιεργήσει ἐλεύθερα καὶ φιλότιμα ὁ ἴδιός με τῇ συνεργίᾳ βέβαια τῆς Θείας Χάριτος. Ἡ κατακτήσῃ τοῦ καθ' ὁμοιώσῃ ἀποτελεῖ τὸν ἁγιασμό, τῇ χαρίτωση, τὴν τελείωση, τῇ θέωση. Ὁ Ἀδὰμ πρὶν τὴν πτώση εἶχε τὴν ἄνεση να συνομιλεῖ με τὸν Θεὸ συνέχεια. Εἶχε καθαρότητα, φωτεινότητα, ἁπλότητα, ταπεινότητα. Μετὰ τὴν πτώση διαταράχθηκε αὐτὴ ἡ σχέση ἡ ὡραία. Σκοτεινιασε ὁ νοῦς τοῦ, θόλωσε, ἀμαυρώθηκε. Ὁ ἀκάθαρτος νοῦς δεν μπορεῖ να εἶναι δεκτικὸς τῆς θείας Χάριτος.

       Ἡ ἁμαρτία ἀποτελεῖ παρὰ φύσῃ κινήσῃ, ποὺ δεν ἐπιφέρει ἁπλὰ στον Ἀδὰμ τῇ στερήσῃ τῆς κοινωνίας τοῦ με τὸν Θεό, ἀλλὰ δεν μπορεῖ τώρα πλέον ἡ θεία ἐνέργεια νάναι καθαρτική, φωτιστικὴ καὶ θεοπτική. Ὁ παρασυρμὸς τοῦ Ἀδὰμ ἀπὸ τὴν Εὕα καὶ τῆς Εὕας ἀπὸ τὸν δαίμονα ἐπέφερε τῇ στερήσῃ τῆς θείας Χάριτος. Πῶς θὰ ἐπανέλθουν στο πρωτοκτιστο κάλλος; Μόνο διὰ τῆς μετανοίας. Ἡ μετάνοια ἡ ἀληθινὴ εἶναι δυνατὴ να θεραπεύσει, να καθαρίσει, να ἐπαναφέρει στην προπτωτικὴ καταστάσῃ. Ἡ θεοσδοτη καὶ θεοδωρητῇ μετάνοια εἶναι ἱκανὴ να ξεσκοτεινιάσει τὸν νοῦ, να καθαρίσει τὴν καρδία καὶ τὴν πνευματικὴ ὄραση. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τονίζει πως ἡ μετάνοια δύναται να ἐπαναφέρει τὸν μετανοοῦντα σὲ μεγαλύτερη καθαρότητα καὶ ἀπὸ τὴν πρὶν τῆς ἁμαρτίας καταστάσῃ. Κατὰ τὸν ἅγιο Μακάριο τὸν Αἰγύπτιο ὁ Ἀδάμ με τὸ να ὑπακούσει στον δαίμονα, ἀποδυναμώθηκε ἀλλὰ δεν καταστράφηκε τελείως. Κέντρο τοῦ τώρα γίνεται ὁ ἐαυτὸς τοῦ κι ὄχι ὁ Θεὸς τοῦ. Ἡ βάσῃ τῆς ἁμαρτίας κατὰ τὸν μακαριστὸ Γέροντα Ἰουστίνο Πόποβιτς εἶναι να γίνουμε θέοι δίχως Θεό, μόνοι μας. Ἡ αὐτοθέωση αὐτὴ εἶναι ἀντίθεη, ἀντιχριστη, δαιμονιώδης. Πουλήθηκε στον δαίμονα ὁ Ἀδάμ, κάνοντας κακὴ χρήσῃ τῆς ἐλευθερίας τοῦ, καὶ ὁ δαίμονας τώρα τὸν κάνει ὅτι θέλει. Τάχασε ὁ Θεός με τὸν ἀνθρωπο, λέγει κάπου ὁ Μ. Ἀθανάσιος, δεν περίμενε ὅτι θὰ βγοῦμε τόσο σκάρτοι. Ὁ ἅγιος Μακάριος συνεχίζει: Τῇ μέρα που ὁ Ἀδὰμ ἔπεσε, ᾖλθε ὁ Θεὸς στον Παραδεισο καὶ ἔκλαψε για τὸ κατάντημά του. Προτίμησε τὸ κακὸ ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ, τῇ ντροπῇ ἀπὸ τῇ δόξᾳ, τὸ σκοτάδι ἀπὸ τὸ φῶς. Ὁ Ἀδὰμ παρέσυρε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος στην κακία

       Ἡ συνάντηση τῆς ψυχῆς με τὴν ἁμαρτία γεννᾷ τὰ πάθη. Ἡ τροπὴ αὐτὴ δεν ἔχει ἐπιβληθεῖ, εἶναι ἐντελῶς ἑκούσια, ἀποτέλεσμα τῆς πλήρους ἐλευθερίας. Ἡ κακία εἶναι ξένη στῇ φύσῃ τῆς ψυχῆς. Ἡ ἁμαρτία διαβρωσε τὴν ψυχή, τὴν ἀποδυνάμωσε. Ἡ συνήθεια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ὡς πορνεία με τὸν δαίμονα κατὰ τὸν ἔξοχο ὄσιο Μακάριο. Τὰ πάθη κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ εἶναι δαιμονοκίνητα. Ἡ παραμονὴ τῆς ἁμαρτίας τυφλώνει τὴν ψυχή, τῇ σκοτεινιάζει, τὴν ἀρρωσταίνει, τὴν τραυματίζει, τῇ θανατώνει. Στην καταστάσῃ αὐτῇ ἐμπαίζεται ἀπὸ τοὺς μισανθρώπους δαίμονες. Ὁ ἁμαρτωλός, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, εἶναι κατὰ ἔνα τρόπο δαιμονισμένος. Ἡ ψυχὴ δεν ταυτίζεταί με τὴν ἁμαρτία καί ποτε δεν γίνεται ἕνα με αὐτή. Ἡ παραβάσῃ τοῦ Ἀδὰμ ἔδωσε δικαίωμα στον δαίμονα να κτυπήσει καὶ να σκοτίσει τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ εἶναι τὸ βασιλικὸ μέρος τῆς ψυχῆς, ὁ ἡγεμόνας νοῦς που ὁρᾷ τὸν Θεὸ κατὰ τοὺς ἁγίους πατέρες.

       Ἔτσι ὁ ἡγεμόνας νοῦς γίνεται δοῦλος τῆς ἁμαρτίας. Τὸν κυριεύουν τότε ἄτοποι, ἀκάθαρτοι, πονηροὶ λογισμοί. Ἀσχολείται μόνο με τὰ κοσμικά, τὰ γήινα, τὰ φθαρτά. Λήσμονα να προσεύχεται. Δεν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη. Ἐνίοτε τὸν ἐλέγχει ἡ μνήμη ἢ ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀνθρωπο. Σκανδαλίζεταί με τὴν Ἐκκλησία, ἀγαπᾷ πιὸ πολὺ τὸν κόσμο. Τὸν αἰχμαλωτίζει τὸ κακό. Τότε νομίζει πως ζει. Κυκλοφορεῖ νεκρός, νεκρὸς ψυχικά.     Τὸ κακὸ εἶναι ἠθελημένο, ἐπιλεγμένο καὶ πραγματούμενο ἑκούσια ἀπὸ τὸν ἀνθρωπο. Ἡ βουλήσῃ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι κύρια ὑπευθύνη για κάθε ἁμαρτία. Ἀναίτιος τοῦ κακοῦ ἡ θεία αὐτοαγαθότητα λέγει ὁ Μ. Βασίλειος. Κανένα κακὸ ἔξω ἀπὸ τὴν προαίρεση τοῦ ἀνθρώπου δεν ὑπάρχει, λέγει ὁ ἀββᾶς Ἰσαάκ. Ὁ Ἀδὰμ εἶναι ὁ κύριος ὑπεύθυνος για τὴν παραβάσῃ ὡς αὐτεξούσιος καὶ τελεία ἐλεύθερος. Ἡ πτώση μολῦνε τὸν Ἀδάμ. Ὁ Χριστὸς λέγει ν' ἀρνηθοῦμε τὸ θέλημα μας, να τὸ ὑποτάξουμε, να τὸ νεκρώσουμε καὶ ἔτσι αὐξάνουμε στην ἀρετή.Ταὐτὸν Ἡ ἁμαρτία εἶναι παραλόγη, ἀφυσίκη, ἀντίθεη καὶ δημιουργεῖ ἀποσύνθεση τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος καὶ ἀποσύνδεση ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ ἁμαρτία εἶναι θὰ λέγαμε ἡ λογικὴ τοῦ δαίμονα, ποὺ εἶναι ἰδιαίτερα ὕποπτος, ὕπουλος, πονηρός, πανοῦργος, τεχνίτης, πλάνος, εὐφυής, ἔμπειρος καὶ μεγάλος ἀπατεῶνας. Μὲ τὴν πτώση τοῦ ὁ Ἀδὰμ παρέλαβε τῇ φθαρτότητα καὶ τῇ θνητότητα.

       Ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ θέωσε τὴν ἀνθρωπίνη φύσῃ. Μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀναστάσῃ νίκησε τὸν θάνατο. Τ' ἅγια Μυστήρια καὶ ἰδιαίτερα ἡ θεία Εὐχαριστία μας ἀθανατίζει. Ἀπὸ τὰ παραπάνω νομίζουμέ πως διαφάνηκέ πως ἡ μετάνοια δεν εἶναι ἀποφάσῃ στιγμῆς, προσωρινὴ ἀλλαγὴ δοκιμαστική, ψυχολογικὴ ἀνανέωση, ἁπλῆ νομικὴ πράξῃ, ἠθικιστικὴ διορθώσῃ καὶ ἐπιπόλαιο πείραμα, ἀλλὰ πράξῃ γενναία ζωῆς, ἀκολουθήσῃ ὀρθοῦ βίου, ἤθους καὶ ὕφους, ἐκκλησιολογικής, ὑγιοῦς, γνησίας, ἀνόθευτης, ἱερὴς καὶ ὡραίας νοηματισμένης βιοτῆς. Ἡ ἀποτυχία τοῦ Ἀδὰμ εἶναι διδακτική. Ἡ ἀκραιφνὴς ὁδὸς τῆς μετανοίας στηρίζεται στ' ἀπαραίτητα στάδια: κάθαρσης, φωτισμοῦ καὶ θέωσης.

       Μετάνοια ἀληθινὴ σημαίνει ὄχι ἁπλᾶ ἀπομάκρυνση τῆς ἁμαρτίας ἀλλὰ μῖσος τῆς ἁμαρτίας καὶ τρυφερὴ ἀγαπήσῃ τῶν ἐνθέων ἀρετῶν. Μόνος ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀδύναμος να τὸ καταφερεῖ. Ἔτσι συνδραμεὶ οὐσιαστικὰ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος. Ὄσο ἀγαπάμε τὸν Χριστὸ τόσο βοηθούμεθα να μισοῦμε τὴν ἁμαρτία.

 

Ἡ θέρμανση τῆς καρδίας με τῇ θύμιση τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ τὴν αὐτοκατηγορία

 

Ὅπως ἀκριβῶς ἔγινέ με τὸν ἄσωτο υἱό. Τὶ διαβάζουμε στήν πνευματική σε βάθος περικοπή; "Εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς Πατέρα μου... καὶ ἀναστὰς ᾖλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ... εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ... ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὖτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἢν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἢν καὶ εὑρέθη· καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι" (Λουκᾶ ἰὲ 17-24). Καὶ ὁ ἄσωτος νοῦς ἀπαιτεῖται να ἐπανέλθῃ "εἰς ἑαυτὸν"  ἀπὸ τῇ διαχύσι τοῦ. Να αἰσθανθὴ τῇ γλυκήτητα καὶ τὴν εὐτυχία τῆς πατρικῆς οἰκίας (καὶ τὴν πλάνη καὶ καταστροφικὴ μανία τῆς ἀσώτης ζωῆς) καὶ να ἐπιστρέψῃ σ' αὐτή, ὅπου θὰ γίνει τὸ μεγάλο πανήγυρι. Θὰ χαρῇ ὑπερβολικά. Θὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ "ὁ υἱός μου νεκρὸς ἢν καὶ ἀνέζησε καὶ ἀπολωλὼς ἢν καὶ εὑρέθη" καὶ θὰ ζωοποιηθὴ ὁ νεκρὸς νοῦς. Τότε μόνον, ὅταν ὁ νοῦς ἔρχεται στην καρδία, γίνεται ἡ χαρά, ὅπως ὅταν ὁ ἀπόδημος ἐπιστρέφει στο σπίτι τοῦ, ὅπως γράφει ὁ Νικηφόρος Μονάζων. " Ἀλλὰ σὰν ἔνας ἄνθρωπός που ἤταν σὲ ἄλλη πολιτεία, ἐὰν ἐπιστρέψει ἔστω φτωχὸς γεμίζει χαρά, γιατὶ καταξιώθηκε να συναντίσει τὰ παιδιὰ καὶ τῇ γυναῖκα τοῦ· ἔτσι καὶ ὁ νοῦς, ἀφοῦ ἐνωθή με τὴν ψυχὴ χαίρετε ἄρρητος καὶ ἀποκτᾷ εὐφροσύνη". Ἡ συγκέντρωση τοῦ νοῦ ἐπιτυγχάνεταί με τὴν προθέρμαννσι τῆς καρδίας. Ὁ ἀείμνηστος Γέροντάς μού με τῇ δύσι τοῦ ἡλίου καθόταν λίγη ὥρα, ἔπαιρνε εἰκόνες ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ τοῦ καταστάσῃ καὶ ἀπὸ τῇ φύσι καὶ μετά, ἀφοῦ θερμαινόταν ἡ καρδία, ἄρχιζε τὴν εὐχὴ μέχρι τῶν ὀρθρινῶν ὡρῶν, ὁπότε γινόταν ἡ Θεία λειτουργία. Τότε...

-Γέροντα, συγχωρέστε μου τὴν διακοπή. Δεν μπόρεσα να σᾶς παρακολουθήσω καλά. Τὶ θὰ πῇ θερμαῖνε τὴν καρδία; Πῶς θερμαίνεται καὶ γιατὶ εἶναι ἀπαραίτητη αὐτὴ ἡ ἐργασία για τὴν "εὐχή";- Θὰ σὲ βοηθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. "εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν Πατέρα μου..." Δηλαδὴ σκέφθηκε τὴν εὐδαιμονία τοῦ πατρικοῦ τοῦ σπιτιού, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀθλιότητα τὴν ἰδικὴ τοῦ καὶ ἀμέσως παρακινεῖται στο να ἐπιστρέψῃ στον Πατέρα. Κάνει μιᾷ δυνατῇ προσπάθεια για να ἑξαναγκάση τὴν θέλησι καὶ τὴν ἐπιθυμία να θελήσουν τὴν ἐπιστροφή, Αὐτὸ κάνουμε καὶ για τὴν "εὐχή". Προσπαθοῦμε να διαπιστώσουμε τὴν ἁμαρτωλότητα, τὴν ἀθλότητα μας. Βλέπουμέ τις παρεκτροπὲς τῆς ἡμέρας. Ἐξετάζουμε τὰ διάφορα περιστατικὰ καί τις ἁμαρτίες, ἀλλὰ μόνον "ξώπετσα", δηλαδὴ ἐξωτερικὰ (χωρὶς να κρίνουμε ἐμεὶς τὴν καταδίκη μας, αὐτὸ εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ, ἁπλὸς ἀναφέρουμε καὶ θυμόμαστε μπροστὰ μας ὄλες τις ἁμαρτίες μας) καὶ ἐσθανόμαστε, σὰν να βρισκώμαστε σὲ δικαστήριο καὶ γίνεται ἡ δίκη. Ὁ Θεὸς στην ἔδρα, καὶ ἐμεὶς στο σκαμνὶ τοῦ κατηγορούμενου. Ὅταν αὐτὸ τὸ αἰσθανθοῦμε, τότε ἀρχίζει ἡ κραυγή: "ἐλέησόν με". Στην περίπτωσι αὐτὴ πρέπει να κλαύσουμε (ὄχι ὑποκριτικὰ καὶ ψεύτικα) γιατὶ ἀπὸ τὸ κλάμα ἔρχεται ἡ ἀπλανὴς προσευχή. Οἱ Πατέρες λένε πως, ἂν θέλῃ κανεὶς να ἀποκτήσῃ βαθεῖα προσευχὴ καὶ βαθεῖα ἀκόμη μοναχικὴ ζωή, πρέπει να μάθῃ να κλαίῃ καὶ να ζῇ σ' ὅλη τὴν ἔνταση τὴν αὐτοκατηγορία, τὴν "αὐτομεμψία". Νά θεωρῇ τὸν ἑαυτὸ του χειτότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους. Νά τὸν θεωρῇ σὰν ἕνα βρωμερὸ ζῶό πού ζῇ στά σκοτάδια τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀγνοίας. Νά διακρίνεται για τὸ χάρισμα τῆς "πρωτολογίας", ὅπως λέγει ὁ Μ. Βασίλειος "... ἐπὶ δὲ τοῖς ἁμαρτίμασι κατηγορῶν σεαυτοῦ καὶ μὴ τοὺς ἑτέρων ἐλέγχους ἀναμένων, ἵνα γένῃ κατὰ τὸν δίκαιον τὸν ἑαυτοῦ κατήγορον ἐν πρωτολογίᾳ..." Πρῶτος δηλαδὴ αὐτὸς να κατηγορῇ τὸν ἑαυτὸ του, ὅπως λέγουν καὶ οἱ Παροιμίες τοῦ Σολομῶντος καὶ κατ' αὐτὸν τὸν τρόπον νά προετοιμάζεται γιά προσευχή. Κάπου ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ γράφει πώς πρὶν προσευχηθοῦμε πέφτουμε στα γόνατα, βάζουμε τὰ χέρια μας πίσῳ, θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας σὰν καταδικο. Τότε ἔρχεται ἔνας λογισμὸς αὐτομεμψίας. Κάθε φορὰ μπορεῖ να εἶναι καινούριος. Στον λογισμὸ αὐτὸ πρέπει να σταθοῦμε καὶ να τὸν μελετήσουμε χωρίε φαντασιώσεις. Τότε πράγματι ὁ νοῦς μετανοημένος κατέρχεται στην καρδία, ἀρχιζουμε καὶ κλαῖμε καὶ γίνεται ἀπερισπάστη προσευχή.

Ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν κοσμικὴ ζωὴ να χρησιμοποιήσω. Ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος μόλις ἐνθυμῆται μιᾷ σκέψῃ προσβολῆς που ἔκανε κάποιος καὶ τὴν ἐπεξεργάζεται, αἰσθάνεται νυγμὸ στην καρδία καὶ ἀρχίζει ἀμέσως να κλαίῃ. Αὐτὸ γίνεται καί με τὸν ἀσκούμενο στην προσευχὴ ἀλλὰ ὄχι με τέτοιες κοσμικὲς καὶ ἐγωιστικὲς σκέψεις. Ἀπ' αὐτὴ τὴν αἰσθήσῃ (προξένησα λύπη στο Χριστό, ἀπομακρύνθηκα ἀπὸ τῇ Θείᾳ Χάρι κ.λ.π) εἶναι δυνατὸν ἡ καρδία να πληγωθὴ βαθεῖα . Ὅταν ἡ καρδία πληγωθὴ ἀπὸ τὴν αἰσθήσῃ τῆς μετανοίας (ὄχι ἀπὸ ἐξωτερικὴ πίεση), πληγώνεται καὶ πονάει περισσότερο ἀπὸ τὸ πληγωμένο σῶμα. Ἡ πληγὴ αὐτὴ συγκρατεῖ τὸν νοῦ διαρκῶς στο Θεὸ καὶ ὁ "πληγωμένος" δεν μπορεῖ να κοιμηθὴ ἀκόμη καὶ τῇ νύκτα, αἰσθανόμενος ὅτι βρίσκεται πάνω σὲ ἀναμμένα κάρβουνα. Ἑπομένως εἶναι δυνατὸν να κάνη ἕνα τέταρτο προσευχή με ἔντασι καὶ ὅλη τῇ μέρα καὶ τῇ νύκτα, ἡ πληγωμένη καρδία να ἐνθυμῆται τὸν Ἰησοῦ καὶ αὐτὸ λέγεται ἀδιάλειπτη προσευχή. Μπορεῖ ἐπαναλαμβάνω αὐτὸ να τὸ ἐπιτυχεῖ με λίγα λεπτὰ ἐντατικὴς προσευχῆς μετὰ δακρύων καὶ να αἰσθάνεται τὴν ἐνέργεια τῆς "εὐχῆς" πολλὲς μέρες μέσα τοῦ.Ταὐτὸν

 Πρέπει να ὑπογραμμίσω ὅτι ἡ συναίσθησι τῆς ἀναξιότητας μας εἶναι τελείως ἀπαραίτητη για τὴν ἐνέργεια τῆς "εὐχῆς". Ἡ μεγαλύτερη πρόοδος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν μεγαλύτερη αὔξησι τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἁμαρτωλότητας μας. Χωρὶς αὐτὴ τὴν ἀναγνώριση δεν ὑπάρχει ἀληθινὴ προσευχή. Να συνδεθη ἑπομένως ἡ προσευχή με τὸ πένθος. Πραγματικὰ οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι ἡ ἄνοδος στον οὐρανὸ συνδέεταί με τὴν κάθοδο στον ἑαυτὸ μας. Ὄσο βυθίζουμε τὴν προσοχὴ μας βαθεῖα στην ψυχή, τόσο καὶ βρίσκουμε τ' ἀπόκρυφα τῆς· μὲ τὴν μετάνοια κατέρχεται ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν στην καρδία καὶ μεταβάλλεται σὲ Παραδεισο καὶ καρδιακὸ οὐρανό. Ἡ προτροπὴ "μετανοεῖται ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν" ἔχει πάντοτε ἰσχύ. Μόνο με τὴν μετάνοια ὁδηγούμαστε στῇ θέα τῆς Βασιλείας.Ἡ θέρμανση τῆς καρδίας με τῇ μνήμῃ τοῦ θανάτου.Δεν ὑπάρχει περίπτωσι ὅταν ὁ ἄνθρωπος καταλάβῃ τὴν ἁμαρτωλότητα τοῦ, να ἀπογοητευθη καὶ να ἐγκαταλείψῃ τὸν ἀγῶνα;

-Ὑπάρχει ὁπωσδήποτε. Ἂν αὐτὸ γίνη, σημαίνει ὅτι ὁ διάβολος ἔβαλε τὴν ἰδέα τῆς ἁμαρτωλότητας, για να τὸν ὁδηγήση στην ἀπόγνωσι. Ὅταν ἐμείς, μετὰ τὴν αἰσθήσῃ τῆς ἁμαρτωλότητας μας, στρεφώμαστε στον Θεὸ καί με τὴν προσευχὴ ζητοῦμε τὴν Χάρι Τοῦ, σημαίνει ὅτι εἶναι δῶρο Θεοῦ (αὐτὴ ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐπιστροφὴ στον Θεὸ ) ἐνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ.Ἐκτός ἀπὸ τὴν αἰσθήσῃ τῆς ἁμαρτωλότητος, συνέχισε ὁ Γέροντας, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρόποι γιά νά θερμανθῆ ἡ καρδία. Εἶναι ἡ μνήμη θανάτου. " Εἶναι οἱ τελευταῖές μου ὧρες, σκέπτεται, ποὺ ζῶ, σὲ λίγο ἔρχονται οἱ δαίμονες γιά νά πάρουν τῇ ψυχῇ μου". Αὐτὴ ἡ σκέψι, ὅταν γίνεται ἀφάνταστα, προκαλεῖ φόβο καὶ παρακινεῖ στήν προσευχή. Συνιστᾲ ὁ Ἀββᾶς Θεοφίλος καὶ εἶναι γραμμένο στο Γεροντικὸ κάτι που δείχνη πως περίπου μποροῦμε να σκεφτώμαστε: " Τὶ φόβος καὶ τρόμος καὶ καταναγκασμὸς ἔχει να μας πιάση, ὅταν ἡ ψυχὴ θὰ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα! Γιατὶ θὰ ἔλθουν σὲ μας τότε οἱ ἐνάντιες δυνάμεις ὁλοκληρο πλῆθος, οἱ ἄρχοντες τοῦ σκότους, οἱ κοσμοκράτορες τοῦ κακοῦ, οἱ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, τὰ πνεύματα τῆς ἁμαρτίας. Καὶ θὰ κρατοῦν τὴν ψυχὴ τιμωρητικά, παρουσιάζοντας τῆς ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, ὅπου ἔκανέ με γνώση ἢ ἄγνοια, ἀπὸ τὴν νεότητα τῆς ἕως τὴν τωρινὴ τῆς ἡλικία. Θὰ τὴν κατηγοροῦν λοιπὸν ἐκεῖ για ὅλα ὅσα ἔπραξε. Τὶ τρόμος λοιπὸν θὰ κατέχῃ τὴν ψυχὴ ἐκείνη τὴν ὥρα, ἐῷς ὅτου βγῆ ἡ ἀποφάσῃ καὶ ἐλευθερωθή. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ ὥρα τοῦ καταναγκασμοὺ τῆς, ἕως ὅτου δή τι θὰ ἀπογίνη. Ἀλλὰ καὶ οἱ θεῖες δυνάμεις θὰ στέκωνται κατὰ προσωπο ἐναντίων καὶ θὰ παρουσιάζουν καὶ αὐτὲς τὰ καλὰ ἔργα. Νιώθει λοιπὸν ἡ ψυχὴ στέκοντας καταμέσης, τὶ φόβος καὶ τρόμος τὴν συνεχεῖ (εἶναι γύρο τῆς), ἐῷς ὅτου βγῆ ἡ ἀποφάσῃ τῆς δίκης τῆς ἀπὸ τὸ δίκαιο Κριτῇ. Καὶ ἂν μὲν εἶναι ἀξία, οἱ δαίμονες τιμωροῦνται καὶ ἡ ἴδια ἁρπάζεται ἀπὸ αὐτούς. Καὶ ἀπὸ τότε θὰ εἶναι ἀμερίμνη ἡ μᾶλλον θὰ κατοικῇ ἔτσι σύμφωνά με τὸ ῥητό: "ὡς ἐφραινομένων πάντων ἡ κατοικία ἐν σοί". Τότε θὰ ἐκπληρώνεται τὸ ῥῆτο " ἐκεῖ ὅπου δεν θὰ ὑπάρχει ὀδύνη, λύπη καὶ στεναγμὸς ". Τότε ἁπαλλαγμένη θὰ πορεύεται σ' ἐκείνη τὴν ἀνεκλάλητη χαρὰ καὶ δόξα ὅπου θὰ ἐγκατασταθῇ. Ἂν ὅμως βρεθὴ ὅτι ἔζησε σὲ ἀμέλεια, ἀκούει τὰ φοβερώτατα λόγια " να σηκωθὴ  ὁ ἀσεβὴς (να φύγει ἀπὸ ἔδω), για να μὴν δεῖ τὴν δόξα τοῦ Κυρίου". Τότε τὴν πιάνει ξαφνικὰ μέρα ὀργῆς, μέρα θλίψεως καὶ καταναγκασμού, μέρα σκότους καὶ γνόφου. Παραδίδεται στο ἐξώτερο σκότος, καταδικάζεται στο αἰώνιο πῦρ καὶ θὰ κολάζεται σὲ ἀπεράντους αἰῶνες. Τότε, ποῦ (εἶναι) ἡ καύχηση τοῦ πολέμου; Ποῦ ἡ κενοδοξία (κυνήγη για δόξα); Ποῦ ἡ εὐχαρίστηση; Ποῦ ἡ ἀπολαύση; Ποῦ ἡ φαντακτερὴ ζωή; Ποῦ ἡ ἀναπαύσῃ; Ποῦ ἡ ὑπερηφάνεια; Ποῦ τὰ χρήματα; Ποῦ ἡ κοινωνικὴ διακρίσῃ; Ποῦ ὁ πατέρας; Ποῦ ἡ μητέρα; Ποῦ ὁ ἀδελφός; Ποῖος θὰ μπορέση να τὴν βγάλη, καθὼς θὰ τὴν καύσῃ ἡ φωτιὰ καὶ θὰ βασανίζεται τόσο πικρά; ".

 

 

Η σύνδεση της καρδιάς με τη νοερά προσευχή

Η σύνδεση της καρδιάς με τη νοερά προσευχή                                                                                      Για να φθάσωμε όμως εδώ, θα βοηθήση πολύ ο τρόπος που λέγεται η ευχή, τον οποίον βέβαια ίσως έχετε ακούσει άλλοτε, ίσως έχετε διαβάσει. Πάντως τώρα θα τον συστηματοποιήσουμε για να τον εξασκήσουμε, διότι θα φέρη καλά αποτελέσματα.Είπαμε ότι η καρδιά είναι το κέντρον όλων των κινήσεων, των ψυχικών και των διανοητικών, αλλά και των πόνων του σώματος. Ο κάθε πόνος ο σωματικός κτυπάει στην καρδιά. Και το δόντι στην καρδιά κτυπάει όταν πονά. Και το χέρι όταν πληγωθή και το νεφρό, και όλα στην καρδιά θα κτυπήσουν. Η καρδιά κινείται διά μέσω της αναπνοής, όταν παύση ο άνθρωπος να αναπνέη, σιγά – σιγά σταματάει και η καρδιά. Η καρδιά του ανθρώπου διά της εισπνοής δέχεται τον καθαρό αέρα, τον βγάζει και παίρνει άλλον, και έτσι σιγά – σιγά διατηρείται στη ζωή.

 

Όταν λοιπόν αφήσουμε τον κανονικόν και φυσικόν ρυθμόν της εισπνοής και εκπνοής, και εισπνέουμε και εκπνέουμε αργά, γίνεται μια ανωμαλία στην φυσική εισπνοή και εκπνοή της καρδιάς. Οπότε όσο υπάρχει αυτή η ανωμαλία, δημιουργείται κάποιος πόνος, κάποια, ας το πούμε, στένωσι στην καρδιά, διότι δεν απολαμβάνει τον αέρα κατά τον ρυθμό της φύσεως. Δηλαδή αντί να τον δώσωμε σύντομα, τον δίνουμε τον αέρα πιο αργά. Ο πόνος που δημιουργείται κατά φυσική συνέπεια, έλκει τον νουν να προσέξη την καρδιά, και αυτή η έλξις του νού προς την καρδιά δημιουργεί την ένωσιν του νού και της καρδιάς. Όπως όταν πονάη το δόντι, ο νους γυρνάει – γυρνάει, και πάλι στον πόνο ξανάρχεται, έτσι και στην καρδιά.Όταν θα αρχίσουμε να λέμε την ευχή με αραιά εισπνοή και εκπνοή θα δημιουργηθή, κατά φυσική συνέπεια, αυτός ο πόνος, αυτή η στενοχώρια στην καρδιά. Αυτή η στενοχώρια θα μας βοηθήση, ώστε ο νους να προσέξη την καρδιά. Λέγοντας λοιπόν την ευχή ρυθμισμένη με μια αραιά εισπνοή και εκπνοή ο νους θα κατεβαίνη στον πόνο, οπότε θα αποκλεισθή ο μετεωρισμός.Αποκλειομένου του μετεωρισμού μ’ αυτόν τον τρόπον, ο νους θα βρή ησυχία, δεν θα βρή αιτία να σκορπισθή. Ο πόνος τον συνάζει.Αυτή η μέθοδος με την αραιά εισπνοή και εκπνοή είναι απαιτητικό μέσο, μαζί με την προσοχή, ώστε να μη μας ξεφεύγη ο νους. Έτσι θα μπορέσουμε να κόψουμε τον μετεωρισμό, ο οποίος είναι η αφαίμαξις της ουσίας της προσευχής. Δηλαδή ο μετεωρισμός μας αφαιρεί την ωφέλεια της προφερομένης ευχής.Αποκλείοντας λοιπόν τον μετεωρισμό δίνουμε αέρα στο νού, να είναι καθαρός και να προσέχη στην καρδιά. Αρχίζουμε λοιπόν να αναπνέουμε σιγά – σιγά και αναπνέοντας ενώνουμε και την προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Είτε μια ευχή, είτε δύο, είτε τρεις θα πούμε στην εισπνοή. Ύστερα εκπνέοντας πάλι θα ενώσουμε την προσευχή. Τρεις φορές θα την πούμε στην εκπνοή και δύο στην εισπνοή, όπως μπορούμε· πάντως κατ’ αυτή την έννοια θα ρυθμίζουμε την ευχή με την αναπνοή.Τώρα εάν μπορούμε να λέμε την ευχή νοερώς με αραιά εισπνοή και εκπνοή καλώς. Εάν όμως δυσκολευώμεθα διότι ο νους παθαίνει δυσκολία από τον πειρασμό, θα παίρνουμε αναπνοή από το στόμα και μπορεί να κουνιέται λίγο παραμικρό η γλώσσα μας και αυτό είναι ευεργετικό πολύ στην αρχή.Αφού λοιπόν θα αδολεσχήσωμε κατ’ αυτήν την έννοια, ρυθμίζοντας την προσευχή με την αραιά εισπνοή και εκπνοή, θα αρχίση να δημιουργήται μέσα στην καρδιά μας ένας πόνος και ο νους θα κολλήση εκεί. Αμετακίνητα θα προσπαθή ο νους να είναι στην καρδιά.Όταν παίρνουμε την εισπνοή από το στόμα ή από τη μύτη θα λέμε την ευχή, εν τω μεταξύ ο νους θα είναι στην καρδιά, θα παρακολουθή όχι την καρδιά, το σχήμα· δεν θα φανταζώμεθα το σχήμα της καρδιάς, αλλ’ ο νους θα προσέχη στην καρδιά χωρίς να την φαντάζεται. Απλώς θα τοποθετηθή ο νους στο μέρος της καρδιάς και δεν θα φανταζώμαστε την καρδιά, γιατί αν τη φανταζώμαστε σιγά – σιγά εισχωρεί πλάνη και θα κάνουμε μια φαντασιώδη προσευχή.Απλανής είναι η προσευχή όταν γίνεται αμετεωρίστως, ασχηματίστως με ανίδεο νού, χωρίς ουδεμία μορφή, ουδέν σχήμα, τίποτε απολύτως. Ο νούς θα είναι καθαρός από κάθε φαντασία θεία και ανθρωπίνη. Ούτε Χριστό, ούτε Παναγία, ούτε τίποτε. Μόνο ο νους νοερώς θα βρίσκεται μέσα στην καρδιά, μέσα στο στήθος, τίποτε άλλο. Μόνο να προσέχη ότι βρίσκεται εκεί μέσα. Αλλά εν τω μεταξύ με την εισπνοή θα αρχίση να λέη ο νούς την ευχή χωρίς να φαντάζεται τίποτε άλλο. Η καρδιά σαν μηχανή θα δουλεύη την ευχή και ο νούς σαν ένας απλός θεατής θα παρακολουθή τα λόγια της ευχής. Αυτός είναι ο απλανής δρόμος της νοεράς προσευχής.

 

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

 

 

«Πρόσεχε σεαυτῶ»Λόγος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου

«Δὲν θὰ μοῦ ἐπαρκέση ἡ ἡμέρα νὰ διηγοῦμαι καὶ τὰ κατορθώματα τῶν συνεργῶν εἰς τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν δύναμιν τοῦ προστάγματος, πόσον καλὰ ἁρμόζει εἰς ὅλους. «Πρόσεχε σεαυτῷ». Νὰ εἶσαι νηφάλιος, σκεπτικός, φύλαξ τῶν παρόντων καὶ προνοητικὸς διὰ τὰ μέλλοντα. Μὴ ἀφήνης νὰ σοῦ διαφύγη τὸ παρὸν ἐξ αἰτίας τῆς ὀκνηρίας καὶ μὴ λαμβάνης σὰν δεδομένην τὴν ἀπόλαυσιν αὐτῶν ποὺ μήτε ὑπάρχουν καὶ ποὺ τυχὸν δὲν θὰ ὑπάρξουν, ὡσὰν νὰ τὰ ἔχης εἰς τὰ χέρια σου. Ἤ μήπως δὲν ὑπάρχει ἐκ φύσεως ἡ ἀρρώστια αὐτὴ εἰς τοὺς νέους, δηλαδὴ τὸ νὰ νομίζουν μὲ τὴν ἐλαφρότητα τῆς γνώμης, ὅτι κατέχουν κιόλας αὐτὰ πού ἐλπίζουν; Διότι ὅταν κάποτε ἠρεμήσουν ἤ κατὰ τὴν νυκτερινὴν ἡσυχίαν, πλάθουν μὲ τὴν φαντασίαν ἀνύπαρκτα πράγματα μεταφερόμενοι εἰς ὅλα μὲ τὴν εὐκολίαν τῆς σκέψεως, μὲ τὸ νὰ φαντάζωνται βίον  περίοπτον,  λαμπροὺς γάμους, εὐτεκνίαν, βαθειὰ γεράματα, τιμάς ἀπό ὅλους. Ἔπειτα, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦν νὰ σταματήσουν πουθενὰ τάς ἐλπίδας, ἀλαζονεύονται δι’ αὐτὰ ποὺ θεωροῦνται μεγάλα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Ἀποκτοῦν καλὰ καὶ μεγάλα σπίτια. Ἀφοῦ τὰ γεμίσουν μὲ διάφορα κειμήλια, περιφράττουν τόσην γῆν, ὅσην εἰς αὐτοὺς ἡ ματαιότης τῶν λογισμῶν ἔχει ἀποκόψει ἀπό ὁλόκληρον τὴν κτίσιν. Πάλιν τὰ πλούσια εἰσοδήματα ἀπό αὐτὴν τὰ ἀποθηκεύουν εἰς τάς ἀπόθηκας τῆς ματαιοδοξίας. Κοντὰ εἰς αὐτὰ προσθέτουν ζῶα, ἀπειράριθμον πλῆθος δούλων, πολιτικὸς ἐξουσίας, ἡγεμονίας ἐθνῶν, ἀξίωμα στρατηγοῦ, πολέμους, νίκας καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν βασιλείαν. Ὅλα αὐτὰ ἀφοῦ τὰ διέτρεξαν μὲ τάς κούφιας φαντασίας τῆς διανοίας, νομίζουν, λόγω τῆς ἄκρας μωρίας, ὅτι ἀπολαμβάνουν, ὡσὰν νὰ εἶναι κιόλας παρόντα καὶ κείμενα ἐμπρὸς εἰς τὰ πόδια των, αὐτὰ ποὺ ἔχουν ἐλπισθῆ. Τὸ νὰ βλέπη ὄνειρα κανεὶς ἐνῶ τὸ σῶμα εἶναι ἄγρυπνον, τοῦτο εἶναι ἀρρώστια ἀκαμάτου καὶ ὀκνηρᾶς ψυχῆς. Ὁ λόγος τῆς Γραφῆς διὰ νὰ καταπιέζη λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀποχαύνωσίν τοῦ νοῦ καὶ τὸν πυρετὸν τῶν λογισμῶν καὶ διὰ νὰ ἀναχαιτίζη, ὡσὰν μὲ κάποιον χαλινόν, τὴν ἀστάθειαν τῆς διανοίας, παραγγέλλει τὸ μεγάλο καὶ σοφὸν τοῦτο παράγγελμα· «σεαυτῷ, λέγει, πρόσεχε». Νὰ μὴ φαντάζεσαι τὰ ἀνύπαρκτα, ἀλλά νὰ οἰκονομῆς τὰ παρόντα πρὸς τὸ συμφέρον. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ νομοθέτης διὰ νὰ ἀποβάλη καὶ ἐκεῖνο τὸ πάθος ἀπό τὴν συνήθειαν ἐχρησιμοποίησε τὴν ἰδὶαν παραίνεσιν. Ἐπειδὴ εἶναι εὔκολον πρᾶγμα εἰς τὸν καθένα ἀπό μᾶς νὰ περιεργάζεται τὰ ξένα παρὰ νὰ σκέπτεται τὰ ἰδικά του, διὰ νὰ μὴ παθαίνωμεν αὐτό, σταμάτησε, λέγει, νὰ περιεργάζεσαι τὰ κακὰ τοῦ τάδε, μὴ δίδης ἀργοσχολίαν εἰς τοὺς λογισμοὺς νὰ ἐξετάζουν τὴν ξένην ἀσθένειαν, ἀλλά «σεαυτῶ πρόσεχε». Δηλαδὴ νὰ στρέφης τὸ ὄμμα τῆς ψυχῆς σου εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ἑαυτοῦ σου. Διότι πολλοί, σύμφωνα μὲ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου, «τὸ μὲν κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ κατανοοῦσι, τὴν δὲ ἐν τῷ οἰκείῳ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐκ ἐμβλέπουσι». Μὴ παύσης λοιπὸν νὰ διερευνᾶς τὸν ἑαυτόν σου, ἂν ἡ ζωή σου προχωρῆ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν. Νὰ μὴ ἐξετάζης ὅμως τὰ ἐξωτερικά, μὴ τυχὸν ἠμπορέσης νὰ ἀνακαλύψης ψεγάδι κάποιου, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ἀκατάδεκτος καὶ ἀλαζονικὸς φαρισαῖος, ποὺ ἐδικαίωνε τὸν ἑαυτόν του καὶ ἐξευτέλιζε τὸν τελώνην. Ἀλλά μὴ παραλίπης νὰ αὐτοανακρίνεσαι, μὴ τυχὸν διέπραξες κάποιο ἁμάρτημα κατὰ τοὺς στοχασμούς, μὴ ἡ γλῶσσα ἐσφαλεν εἰς κάτι τί μὲ τὸ νὰ προτρέξη τῆς διανοίας, μὴ εἰς τὰ ἔργα τῶν χεριῶν σου ἔχει πραχθῆ κάτι ἀπό τὰ ἀκούσια. Καὶ ἐὰν εἰς τὴν ζωὴν σου εὕρης νὰ εἶναι πολλὰ τὰ ἁμαρτήματα (καὶ ἐξάπαντος θὰ εὕρης ἀφοῦ εἶσαι ἄνθρωπος), λέγε τὰ λόγια τοῦ τελώνου· «ὁ Θεός, ἰλάσθητι μοὶ τῷ ἁμαρτωλῷ» .
Πρόσεχε, λοιπόν, τὸν ἑαυτόν σου. Αὐτὸς ὁ λόγος θὰ σοῦ χρησιμεύση σὰν κάποιος καλὸς σύμβουλος ποὺ ὑπενθυμίζει τὰ ἀνθρώπινα καὶ ὅταν λαμπρὰ εὐημερῆς καὶ ὅταν ὁλόκληρος ἡ ζωὴ κυλᾶ κατὰ τὴν φυσικὴν φοράν τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὅμως καὶ ὅταν πιέζεσαι κάτω ἀπό δυσκόλους περιστάσεις, εὐκαιριακῶς θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὴν καρδίαν, ὥστε μήτε λόγῳ ἐπάρσεως νὰ ἐπαρθῆς εἰς ὑπερβολικὴν ἀλαζονείαν, μήτε ἀπό ἀπελπισίαν νὰ καταρρεύσης εἰς χυδαίαν μελαγχολίαν. Ὑπερηφανεύεσαι διὰ τὸν πλοῦτον, καὶ καυχᾶσαι διὰ τοὺς προγόνους, καὶ χαίρεσαι διὰ τὴν πατρίδα καὶ τὸ σωματικὸν κάλλος καὶ διὰ τάς τιμάς πού δέχεσαι ἀπό ὅλους; «Πρόσεχε σεαυτῷ», διότι εἶσαι θνητός· «χῶμα εἶσαι καὶ εἰς τὸ χῶμα θὰ πᾶς». Κύτταξε τριγύρω αὐτοὺς ποὺ πρὶν ἀπό ἐσέ ἔχουν δοκιμασθῆ εἰς τάς ὁμοίας καυχήσεις. Ποῦ εἶναι αὐτοὶ πού εἶχαν περιβληθῆ τάς πολιτικάς ἐξουσίας; Ποῦ εἶναι οἱ ἀκαταμάχητοι ρήτορες; Ποῦ εἶναι οἱ ὀργανωταί τῶν πανηγύρεων; Οἱ λαμπροὶ ἱπποκόμοι, οἱ στρατηγοί, οἱ σατράπαι, οἱ τύραννοι;  Δὲν ἔγιναν ὅλοι σκόνη; Δὲν εἶναι ὅλοι ἕνα παραμύθι; Δὲν διατηρεῖται ἡ ἀνάμνησις τῆς ζωῆς των εἰς τὰ ὀλίγα κόκκαλα; Σκύψε εἰς τοὺς τάφους μήπως ἠμπορέσης καὶ διακρίνης ποῖος εἶναι ὁ δοῦλος καὶ ποῖος ὁ κύριος, ποῖος ὁ πτωχὸς καὶ ποῖος ὁ πλούσιος; Ξεχώρισε, ἐὰν ἠμπορῆς, τὸν αἰχμάλωτον ἀπό τὸν βασιλέα, τὸν ἰσχυρὸν ἀπό τὸν ἀδύνατον, τὸν ὄμορφον ἀπὸ τὸν ἄσχημον. Ἐφόσον λοιπὸν ἐνθυμῆσαι τὴν φύσιν σου δὲν θὰ ἀλαζονευθῆς ποτέ. Θὰ ἐνθυμῆσαι ὅμως τὸν ἑαυτόν σου, ὅταν προσέχης τὸν ἑαυτόν σου.»
 

 

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ21 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2018 ΙΕ΄ Λουκᾶ: Τῆς Κυριακῆς: Λουκ. ιθ΄ 1-10

..

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ῾Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

.Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ                                                    Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ                                             Στὴν Ἱεριχὼ ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος ἦταν ἀπορροφημένος ἀπὸ τὶς φοροεισπρακτικές του ἐργασίες. Διευθυντὴς τοῦ τελωνείου, εἶχε πολλὰ ζητήματα νὰ τακτοποιήσει, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπολαβές. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὅμως κάτι ἄλλαξε μέσα του. Ἔμαθε πὼς ἀπὸ τὴν πόλη του θὰ περνοῦσε ὁ Κύριος. Καὶ ἤθελε πολὺ νὰ Τὸν δεῖ, νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι. Εἶχε ὅμως μαζευθεῖ τόσο πολὺς λαὸς γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο ποὺ διέσχιζε τὴν πόλη, ὥστε ἦταν ἀδύνατο νὰ Τὸν προσεγγίσει. Ἦταν καὶ κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ Τὸν δεῖ ἔστω καὶ ἀπὸ μακριά. Καὶ τί κάνει; Τρέχει ἀμέσως σὰν νά ’ταν μικρὸ παιδί, κι ἀνεβαίνει πάνω σ’ ἕνα δέντρο, σὲ μιὰ συκομουριά, γιὰ νὰ Τὸν δεῖ. Διότι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.Μόλις πλησίασε ὁ Κύριος, ἀμέσως κατευθύνθηκε πρὸς τὸ δέντρο, σήκωσε τὸ βλέμμα του καὶ κοίταξε τὸν Ζακχαῖο. Καὶ χωρὶς νὰ Τὸν γνωρίζει ἀπὸ πρίν, τὸν φωνάζει μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ λέει: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα. Σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου. Καὶ ὁ Ζακχαῖος κατεβαίνει ἀμέσως, καὶ μὲ χαρὰ μοναδικὴ ὑποδέχεται τὸν Κύριο στὸ σπίτι του.
Κάποιοι ἄνθρωποι βέβαια, μόλις τὸ εἶδαν αὐτό, μουρμούριζαν μὲ ἀγανάκτηση ἐναντίον του καὶ μὲ περιφρόνηση ἔλεγαν ὅτι στὸ σπίτι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ μπῆκε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ.
Ὁ Ζακχαῖος ὅμως δὲν ὑπολόγισε τίποτε ἀπὸ αὐτά. Διότι ζοῦσε τὴ μεγαλύτερη χαρὰ τῆς ζωῆς του. Καὶ ποιὸς θὰ τὸ περίμενε; Ἕνας διευθυντὴς τοῦ τελωνείου, ἕνας ἄν-θρωπος τόσο πλούσιος, ἕνα πρόσωπο τῆς ὑψηλῆς κοινωνίας, ποὺ καθημερινὸ ἐνδιαφέρον εἶχε πῶς θὰ πλουτίσει περισσότερο, νὰ ἔχει καὶ πνευματικὰ ἐνδιαφέ-ροντα! Καὶ νὰ θέλει νὰ δεῖ τὸν Κύριο. Καὶ νὰ μὴν ὑπολογίζει τὰ τόσα ἐμπόδια στὸ δρόμο του αὐτό. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Θὰ εἶχε ἀκούσει νὰ μιλοῦν γιὰ τὸν Κύριο, καὶ ἰδιαιτέρως γιὰ τὴν ἐπιείκεια καὶ συγκατάβαση ποὺ ἔδειχνε στοὺς τελῶνες. Καὶ ἤθελε νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι αὐτός.Οἱ ἐξωτερικοὶ τύποι καὶ τρόποι συμπε-ριφορᾶς ἀσφαλῶς δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ κάνει μιὰ τέτοια τρέλα, νὰ ἀναρριχηθεῖ πάνω σ’ ἕνα δέντρο. Ἀλλὰ ὁ πόθος του νὰ δ ζωῆς μας, θὰ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ ὑπερπηδοῦμε κάθε ἐμπόδιο στὸν πόθο μας αὐτό. Νὰ μὴν ὑπολογίζουμε κόπους καὶ δυσκολίες, σχόλια καὶ εἰρωνεῖες· οὔτε πιθανὴ ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν κοινωνικό μας περίγυρο ἢ ἀπώλεια τῆς κοινωνικῆς μας καταξίωσης. Πρῶτα ἀεῖ τὸν Χριστὸ τὸν ἔκανε νὰ καθυποτάξει κάθε ἐπιφύλαξη καὶ νὰ ὑπερνικήσει κάθε ἐμπόδιο. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε τὴ θέση του οὔτε τὴν προσωπική του ἀξιοπρέπεια οὔτε τὰ σχόλια τῶν ἄλλων.
Ὅσοι λοιπὸν θέλουμε νὰ γνωρίσουμε τὸν Κύριο, νὰ Τὸν κάνουμε ἔνοικο στὴν ψυχή μας, νὰ Τὸν κάνουμε κυβερνήτη τῆςπ’ ὅλα καὶ πά-νω ἀπ’ ὅλα νὰ κυριαρχεῖ ὁ πόθος μας νὰ γνωρίσουμε τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ζήσουμε μ’ Αὐτόν, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ μᾶς κοστίζει.                              2. Η ΑΛΛΑΓΗὉ Ζακχαῖος τώρα μέσα στὸ σπίτι του ἐκδηλώνει τὴν ἀληθινὴ καὶ σταθερὴ μετάνοιά του. Στέκεται κάποια στιγμὴ μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ τοῦ λέει:Κύριε, τὴ μισὴ περιουσία μου τὴ δίνω στοὺς πτωχούς. Καὶ ἐὰν τυχὸν ὡς τελώνης ἀδίκησα μὲ ψεύτικες καταγγελίες καὶ ἀναφορὲς κάποιον γιὰ νὰ καταχρασθῶ τὴν περιουσία του, τοῦ τὸ ἐπιστρέφω τετραπλάσιο.Τότε τοῦ λέει ὁ Κύριος: «Σήμερα, μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου ἐδῶ ἦλθε ἡ σωτηρία στὸ σπίτι αὐτό. Καὶ ἔπρεπε νὰ σωθεῖ κι ὁ τελώνης αὐτός, διότι κι αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ. Διότι ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ νὰ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει τὸ χαμένο του πρόβατο, ποὺ κινδύνευε νὰ πεθάνει στὴν ἁμαρτία».
Κι ἕνα τέτοιο χαμένο πρόβατο πού βρέθηκε ἦταν καὶ ὁ Ζακχαῖος. Ἦρθε καὶ γι’ αὐτὸν ἡ ὥρα τῆς χάριτος, ἡ ὥρα τῆς μετανοίας. Μιᾶς μετάνοιας ποὺ κυοφορήθηκε καὶ ὡρίμασε μὲ τὴ γνωριμία του μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ διακήρυξη τῆς ἐπανορθώσεώς του ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς προσωπικῆς σχέσεως ποὺ εἶχε μὲ τὸν Κύριο. Μόλις γνώρισε τὸν Χριστό, δὲν ὑπολογίζει οὔτε τὴν περιουσία του οὔτε τὸ ἀξίωμά του. Μοιράζει ὅλη του τὴν περιουσία. Καὶ τὴ δίνει ἀμέσως. Δὲν λέει ὅτι θὰ τὰ δώσει ἀργότερα ἢ μετὰ τὸν θάνατό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐπιβεβαιώνει τὴ γνήσια μετάνοια τοῦ Ζακχαίου λέγοντας ὅτι σήμερα ἦλθε ἡ σωτηρία στὸ σπίτι αὐτό.
Πόσο γρήγορα ἄλλαξε ὁ Ζακχαῖος! Ὁ ἄδικος ἔγινε ἐλεήμων, ὁ πάμπλουτος πάμφτωχος, ὁ ἐγκόσμιος ὑπερκόσμιος, ὁ ὑλόφρων θεόφρων, ὁ φίλος τοῦ χρήματος φίλος τοῦ Χριστοῦ. Μαθητὴς τοῦ Κυρίου καὶ ἀργότερα συνοδὸς τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἐπίσκοπος Καισαρείας καὶ Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.
Μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ λοιπὸν ὅλα διορθώνονται. Μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἱερὰ Ἐξομολόγηση ὅλα μποροῦν νὰ ἀλλάξουν. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ ζοῦμε καθημερινὰ μὲ μετάνοια καὶ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας καὶ νὰ ἀφήνουμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐργάζεται τὴ μεταμόρφωση καὶ ἀναγέννησή μας. Κι ὅταν ὁ Κύριος κρίνει, θὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ πολλά μας πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, θὰ μᾶς ἀναγεννήσει, θὰ μᾶς ἐξαγιάσει.

 

ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ ΠΡΙΝ ΛΙΓΕΣΗΜΕΡΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ ! ΠΡΙΝ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΠΑΙΔΙ ΣΤΟ ΒΕΛΓΙΟ !

 Πρίν λίγα λεπτά μᾶς ἀνέφεραν ἡ Γερόντισσα Ἀρσενία Τσαντουλή (Ἡγουμένη στό Μοναστήρι πού ἀσκήτευσε ὁ Ἅγιος Ἀρσένιος ὁ ἐν Πάρω) καί οἱ Μοναχές  τά παρακάτω συγκλονιστικά :Στό Βέλγιο ζοῦσε γιά πολλά χρόνια ἡ ἀδερφή τῆς Γερόντισσας Ἀρσενίας ὄπου ειχε  κάμει οἰκογένεια,  ἐνῶ  ἡ ἐγγονή  τῆς ἀξιώθηκε πρίν πέντε μῆνες  νά γίνει Μητέρα.Τό μωρό-κοριτσάκι  βαπτίστηκε φέτος 2018, ἀνήμερα τῶν Θεοφανείων καί ἔλαβε τό ὄνομα Ἀρσενία πρός τιμή τοῦ Ὁσίου Ἀρσενίου .Ὅμως τό μωρό -ἀσθένησε ξαφνικά καί τό πῆγαν ἐσπευσμένα μέ δύσπνοια στό νοσοκομεῖο.Μετά ἀπό δύο ἡμέρες,8 Ἰανουαρίου 2018 , τό μωρό δυστυχῶς ἔφυγε ἀπό τήν ζωή ἀφήνοντας ἀπαρηγόρητούς  τους Γονεῖς τοῦ παιδιοῦ.Ἐκείνη ἀκριβῶς τήν ἡμέρα ἕνας  Ἕλληνας γιατρός, ὁ ὁποῖος βρίσκονταν στό συγκεκριμένο νοσοκομεῖο κάνοντας τό ἀγροτικό του, δέχτηκε τήν ἐπίσκεψη ἑνός γέροντα μέ μαγκουρίτσα ὁ ὁποῖος τοῦ μίλησε γιά τό νεκρό βρέφος.Τοῦ εἶπε νά πάει νά τοῦ κάνει μαλάξεις στό στῆθος καί εἰσπνοές,ἔστω καί ἄν εἶχαν περάσει 24 καί πλέον ὧρες ἀπό τόν βεβαιωμένο ἐπιστημονικά  θάνατό του καί ὅτι τό  παιδί θά ζήσει.Ὁ γιατρός ἀκολούθησε ἐντυπωσιασμένος καί  κατά γράμμα τίς ἐντολές τοῦ γέροντος καί τό μωρό(Ἀρσενία) πρός Δόξαν Θεοῦ ἐπανῆλθε στήν ζωή.Γυρίζοντας ἡ μητέρα  στό Νοσοκομεῖο γιά νά τό παραλάβει  προκειμένου νά ἑτοιμάσει τήν κηδεία τοῦ τό βρῆκε ζωντανό στό κρεβατάκι του.Ὁ γέροντας πού μίλησε τοῦ γιατροῦ ἦταν ὁ ἴδιος μέ τόν Ἅγιο Ἀρσένιο στήν εἰκόνα του.«Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ!»Πατήρ Διονύσιος Ταμπάκης

22α Ιανουαρίου 2018ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ - ΑΓΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΠΑΡΟΥ

Δάσος, 844 00 Πάρος (ἤ Παροικιά), Πάρος Κυκλάδων

 

Τήλ. 2284091300

 

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 28/1/2018 Τό μήνυμα τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου

 

Ἀδελφοί μου εὐλογημένοι.

 

Τήν περασμένη Κυριακή, ἀκούγοντας τήν Εὐαγγελική περικοπή τοῦ Εὐαγγελιστῆ Λουκᾶ γιά τόν ἁμαρτωλό ἀρχιτελώνη Ζακχαῖο, ἀναφέραμε ὅτι ὅποιος θέλει νά φέρει τήν χαρά, τήν εὐτυχία καί τήν εἰρήνη μέσα στό σπίτι του, θά πρέπει νά βάλει τόν Χριστό πρῶτα μέσα στήν οἰκογένειά του.

Ὅπου λείπει ὁ Χριστός, ἐκεῖ ἡ οἰκογένεια εἶναι βυθισμένη στό σκοτάδι, στόν πόνο καί στήν θλίψη. Ὅπου ὑπάρχει Χριστός ἐκεῖ ἡ οἰκογένεια χαίρει, προκόβει, ζεῖ εἰρηνικά καί ἔχει ὅλες τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ.

 

Ἴσως κάποιοι ἀπό ἐμᾶς νά πιστεύουν ὅτι ἔχουν τόν Χριστό μέσα στό σπίτι τους καί μέσα στήν ψυχή τους, ἀλλά προκοπή, γαλήνη, εἰρήνη καί φῶς δέν βλέπουν καί ἀναρωτιοῦνται, γιατί συμβαίνει αὐτό; Διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί δυστυχῶς ὁμοιάζουν στόν σημερινό Φαρισαῖο, πού κι ἐκεῖνος νόμιζε ὅτι πίστευε καί ἀγαποῦσε τόν Θεό. Ἔτσι νόμιζε ὁ ἴδιος! Ἀλλά ὅπως μᾶς λέγει πάλι στήν σημερινή Εὐαγγελική περικοπή ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶχε τήν ἴδια γνώμη πού εἶχε ὁ Φαρισαῖος γιά τόν ἑαυτό του. Ποιά ἡ σημασία καί τό μήνυμα ποῦ στέλνουν τά σημερινά λόγια του Ἰησοῦ γιά ὅλους ἐμᾶς; Ὅτι δέν ἔχει καμία ἀξία ἡ γνώμη μας γιά τόν ἑαυτό μας καί τήν οἰκογένειά μας, ἀφοῦ οὐσιαστική σημασία ἔχει τό τί γνώμη ἔχει ὁ Ἰησοῦς Χριστός γιά ἐμᾶς. 

 

Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος μόνο μποροῦμε νά κατανοήσουμε ἐάν ὁ Χριστός ζεῖ μαζί μας. Ὑπάρχει χαρά, εἰρήνη, εὐλογία, προκοπή, φῶς μέσα στό σπίτι σου; Τότε ναί, ὁ Χριστός ζεῖ μὉ Φαρισαῖος πίστευε ὅτι ἦταν μαζί μέ τόν Θεό. Ἀλλά τελικά μας βεβαιώνει ὁ Κύριός μας ὅτι δέν ἦταν. Ἴσως τό ἴδιο νά πιστεύουν κάποιοι ἀπό μας, δηλαδή ὅτι εἶναι μαζί μέ τόν Θεό καί ὅτι ὁ Θεός κατοικεῖ στό σπίτι τους καί στήν ψυχή τούς μέσα. αζί σου. Δέν ἔχεις τά ἀνωτέρω; Τότε προβληματίσου, γιατί κάτι συμβαίνει. Ἀναζήτησε τούς λόγους πού ἡ οἰκογένειά σου δέν βαδίζει καλά. Ἀναζήτησε τό γιατί δέν ὑπάρχει σωτηρία καί στό δικό σου σπίτι.

 

Ὁ πιστός Φαρισαῖος νόμιζε… ἀλλά δικαιωμένος τελικά βγῆκε ὁ ἁμαρτωλός Τελώνης. Ὁ ἁμαρτωλός Τελώνης σώθηκε, ὁ πιστός Φαρισαῖος χάθηκε. Γιατί; Διότι σέ καμία οἰκία, σέ καμία ψυχή, δέν μπαίνει ὁ Χριστός ὅταν βρεῖ ἐγωισμό. Ὁ πιστός Φαρισαῖος θρήσκευε, ἀλλά εἶχε ἐγωισμό καί πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι κανένας ἐγωιστής δέν εἰσέρχεται στόν Παράδεισο καί τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀντιθέτως ὁ ἁμαρτωλός Τελώνης μέ τήν ταπείνωσή του, τά δάκρυά του, κέρδισε τόν Ἰησοῦ Χριστό καί κέρδισε τόν Παράδεισο.

 

Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ ἀρετή πού σάν μαγνήτης ἕλκει τόν Χριστό μέσα στό σπίτι μας καί μέσα στήν ψυχή μας. Γι’ αὐτό καί ὁ ἁμαρτωλός ΤΤελώνης πού ταπεινώθηκε ἀναγνωρίζοντας τά λάθη του, τά σφάλματά του, τίς ἁμαρτίες του, ζητώντας συγγνώμη μετά δακρύων ἀπό τόν Θεό, δικαιώθηκε καί σώθηκε.

 

Ἀδελφοί μου, τό μήνυμα τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι σαφές: Θέλεις νά ἔλθει στό σπίτι σου ὁ Χριστός καί νά τό σώσει, ὅπως εἰσῆλθε καί ἔσωσε τό σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου; Τότε ταπεινώσου. Διῶξε τό ἐγώ σου καί τό θέλημά σου καί πάψε νά μοιάζεις στόν «πιστό» Φαρισαῖο. Μιμήσου τήν ταπείνωση, τά δάκρυα καί τήν μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ Τελώνη.

 

Ἀδελφοί μου, σᾶς παρακαλῶ ἀκοῦστε της φωνῆς μου. Μιμηθεῖτε τήν ταπείνωση τοῦ Τελώνη καί σᾶς βεβαιώνω ὅτι ἡ Χάρις καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἀπό τώρα θά ἔλθει μέσα στήν ψυχή σας καί μέσα στήν οἰκογένειά σας. Ἡ ταπεινή ψυχή γίνεται μαγνήτης πού μαγνητίζει ἀμέσως τόν Ἰησοῦ Χριστό. Ἀντίθετα ὁ ἐγωισμός, τό πεῖσμα καί τό ἴδιον θέλημα διώχνει καί ἀπομακρύνει τόν Κύριό μας.

 

Ἀδελφοί μου ὁ Χριστός ἦλθε. Ἡ Ζωή ἦλθε, ἡ Χαρά ἦλθε, ἡ Εὐτυχία ἦλθε, ἡ Εἰρήνη ἦλθε, τό Φῶς ἦλθε. Ἄν αὐτά ἀναζητᾶς γιά τήν ψυχή σου καί τήν οἰκογένειά σου τότε γιά νά τά ἀποκτήσεις ἡ ὁδός εἶναι μία: Ἡ ταπείνωση. Γιατί ἡ Ταπείνωση ἑλκύει τόν Θεό. Ἐνῶ ὁ Ἐγωισμός ἕλκει τόν διάβολο, πού ἐργάζεται γιά τήν καταστροφή μας.

 

Ἡ ἐπιλογή εἶναι προσωπική καί ἀνήκει στήν ἐλευθερία τοῦ καθενός μας. Πόσοι θ’ ἀκούσουν τή φωνή μας καί θά διαλέξουν τήν ταπείνωση καί τόν Χριστό; Πονᾶ ἡ ψυχή μου διαβάζοντας τόν Εὐαγγελιστή Ἰωάννη πού μέσα στό ἅγιο Εὐαγγέλιο  του λέει: «Το φως ήλθε, αλλά οι άνθρωποι αγάπησαν μάλλον το σκοτάδι και τα έργα του σκότους». Όσοι πιστοί! Όσοι πιστοί προσέλθετε. Ακούστε την φωνή της Εκκλησίας, που είναι η φωνή του Ιησού Χριστού μεταδιδόμενη ανά τους αιώνες και ακολουθείστε όχι τον εγωισμό του Φαρισαίου, αλλά την ταπείνωση του αμαρτωλού Τελώνη. Αυτή η ταπείνωση θα φέρει τον Ιησού Χριστό μέσα στις καρδιές σας και θα έχετε τότε εσείς και οι οικογένειές σας πλούσια την χάρη και την ευλογία Του. Αμήν.

 

 

 

 

 

Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω

 

                                                                                                                                                                                     Τήν θεολογία τῆς Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω, κατά τήν ὁποία γίνεται  ἐνθύμηση τῆς φοβερῆς μελλούσης Κρίσεως, ξεχωριστή θέση κατέχει ἡ ὑμνολογία τῆς ἡμέρας. Μέ ἐνάργεια καί ποιητική εὐστοχία, ἀποτυπώνονται ὑψηλές θεολογικές ἀλήθειες καί γίνεται ἡ ποίηση ἀφορμή πνευματικῆς ἀφύπνισης καί ἐγρήγορσης. Οἱ θεόπνευστοι ὑμνογράφοι καί οἱ μελίρρυτοι μελοποιοί συνέθεσαν διδακτικότατα τροπάρια μέ σκοπό νά προτρέψουν τούς πιστούς νά συναισθανθοῦν τήν ἐπερχόμενη βεβαῖα καί φοβερή Κρίση, ἀποτυπώνοντας στήν λειτουργική ὑμνολογία τό πνεῦμα τῆς προπαρασκευαστικῆς περιόδου τοῦ Τριωδίου.Ἕνα χαρακτηριστικό τροπάριο τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω εἶναι τό:«Ω ποία ὥρα τότε, καί ἡμέρα φοβερά, ὅταν καθίση ὁ Κριτής ἐπί θρόνου φοβεροῦ! βίβλοι ἀνοίγονται, καί πράξεις ἐλέγχονται, καί τά κρυπτά του σκότους δημοσιεύονται, Ἄγγελοι περιτρέχουσιν, ἐπισυνάγοντες πάντα τά ἔθνη. Δεῦτε ἀκούσατε βασιλεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, ἁμαρτωλοί καί δίκαιοι, πλούσιοι καί πένητες, ὅτι ἔρχεται Κριτής, ὁ μέλλων κρίναι πάσαν τήν οἰκουμένην, καί τίς ὑποστήσεται ἀπό προσώπου αὐτοῦ, ὅταν Ἄγγελοι παρίστανται, ἐλέγχοντες τάς πράξεις, τάς διανοίας, τάς ἐνθυμήσεις, τά ἐν νυκτί καί ἐν ἡμέρα; ὤ ποία ὥρα τότε! Ἄλλα πρό τοῦ φθᾶσαι τό τέλος, σπούδασον κράζουσα, ψυχή· Ὁ Θεός, ἐπιστρεψον, σῶσον μέ, ὡς μόνος εὔσπλαγχνος.»                                           '' 'Ὤ ποία ὥρα τότε!..'

  Στό 'θέατρο' τοῦ προσκαίρου αὐτοῦ κόσμου πολλοί ἄνθρωποι ὑποκρίνονται. Τούς ἠθοποιούς οἱ ἀρχαῖοι τους ὠνόμαζαν 'ὑποκριτᾶς'. Κάποτε ὅμως 'θα πέση ἡ αὐλαία', τοῦ θανάτου ἡ αὐλαία καί θά παρουσιασθοῦμε ὅλοι ὅπως πράγματι εἴμεθα, κατά τήν ὥρα τῆς μεγάλης Κρίσεως. Μέ ὅλη μας τήν ἠθική γυμνότητα καί χωρίς τήν μάσκα τῆς ἀπάτης πού φορούσαμε στόν ἐδῶ κόσμο... Γι' αὐτό ἀκριβῶς τό παγκόσμιο Δικαστήριο  μᾶς ὁμίλησε ἡ εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς της Ἀπόκρεω. Ἀσφαλῶς, θά ἐμβάλη πολλούς σέ σκέψεις θλιβερές. Εἶναι ἀποκαλυπτικός ὁ λόγος τοῦ Κυρίου. Σ' αὐτόν ἐκτυλίσσεται προορατικά ἡ τελευταία Πράξις τοῦ γηίνου Δράματος. Μέ τόν θάνατο δέν τελειώνει τό πᾶν ἐδῶ κάτω. H ζωή μας, στόν πλανήτη, εἶναι μία μόνο φάσις. H ζωή ἐκτείνεται μέσα στήν ἀπέραντη αἰωνιότητα. Θά ὑπάρξη, λοιπόν καί μία στιγμή μέσα στήν αἰωνιότητα, στιγμή κρίσιμη ἀλλά καί ἄγνωστη, τῆς Δευτέρας Παρουσίας. Μᾶς βεβαιώνει κατηγορηματικά καί γι' αὐτήν ἡ Αὐτοαλήθεια. Ποιός μπορεῖ νά ἀμφιβάλλη; Θά ἔλθη γιά δευτέρα φορά στήν γῆ σάν Κριτής 'κρίναι ζώντας καί νεκρούς'. O κόσμος ἐνόμισεν, ὅτι μέ τό νά Τόν σταυρώση, ἔκλεισε γιά πάντα κάθε λογαριασμόν μαζί μέ Αὐτόν τόν ἀνεπιθύμητον Ἐπισκέπτη τοῦ πλανήτου μας. Ἀλλά θά εὔρη ὅτι ὑπῆρξε πολύ ἀπατημένος. Τότε ' ὄψονται εἰς ὄν ἐξεκέντησαν'. H ἀνθρωπότης ὁλόκληρη θά κριθῆ. 'Ὅλοι ἀνεξαιρέτως ὅσοι ἔζησαν ἀπό καταβολῆς κόσμου καί ὅσοι θά ζήσουν μέχρι τῆς συντελείας του. Κάθε τάξεως, ἡλικίας, φύλου, φυλῆς καί μορφώσεως. Τότε 'βίβλοι ἀνοίγονται καί πράξεις ἐλέγχονται καί τά κρυπτά του σκότους δημοσιεύονται'. ' ΄Ἕκαστον ὡς λέλεκται καί ὡς πέπρακται' ἐξηγεῖ ὁ M. Βασίλειος. Ὄχι, βέβαια, 'κεκλεισμένων τῶν θυρών' ἀλλά ἐνώπιον μυριάδων ὀφθαλμῶν ἀνθρώπων καί ἀγγέλων! Ἀναφωνεῖ πάλιν ἔντρομος ὁ ὑμνογράφος: 'Ὤ ποία ὥρα τότε καί ἡμέρα φοβερά!..'. Τό παγκόσμιο ἐκεῖνο Δικαστήριο θά λειτουργήση ὁπωσδήποτε γιά νά ἐπιβληθοῦν κυρώσεις καί νά βραβευθῆ ἡ ἀρετή. Γιά ν' ἀποκατασταθῆ, ἐπί τέλους, ἡ ἠθική τάξις καί νά τεθῆ τέρμα στήν γηίνη ἀταξία. Θά ἐπέλθη ἔτσι τοῦ μεγάλου Δράματος 'ἡ λύσις καί κάθαρσις'. ' Πόσο φοβερή εἶναι ἡ σκέψις αὐτή', λέγει ὁ Ζολά. 'Κάποτε τή νύκτα τινάσσομαι ἔντρομος, εὑρίσκομαι ἀσυναίσθητα ὄρθιος ἔξω ἀπό τό κρεββάτι μου καί καταλαμβάνομαι ἀπό φόβον ἀπερίγραπτον' καί τό ἐπίσης σπουδαῖον: H παγκόσμιος αὐτή Δίκη θά διεξαχθῆ ἐπί τή βάσει ἑνός ἁπλουστάτου Κώδικος, χωρίς δαιδαλώδεις διατάξεις καί νομολογίες, μερικές φορές ἀλληλοσυγκρουόμενες... Τῆς ἀγάπης ὁ Κῶδιξ θά ἰσχύση τότε, πού εἶναι 'πλήρωμα νόμου' κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Ναί, 'ἀνίλεως ἡ κρίσις τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος' προειδοποιεῖ τό Πνεῦμα. Ἄς τό σημειώσωμε καλά.   Ἀδελφέ, εἶσαι ἕτοιμος ν' ἀντιμετωπίσης τήν αἰωνιότητα; Σπεῦσε νά τακτοποιηθῆς, ὅσο εἶναι καιρός, μέ τήν συνείδησί σου, μέ τόν Θεόν καί τούς συνανθρώπους. O Χριστός, Θεός τῆς εὐσπλαγχνίας, σέ περιμένει. Τό ἰατρεῖον τῆς ψυχῆς, ἡ Ἐκκλησία Του, σέ προσκαλεῖ. Διαθέτει τό σωτήριον μέσον της μετανοίας καί τό 'φάρμακον τῆς ἀθανασίας'. Ἄν δέν γνωρίσης ἐδῶ καί δέν Τόν δεχθῆς σάν Σωτήρα, θά Τόν ἀντικρύσης στόν οὐρανό σάν Κριτήν ἀδυσώπητον. Εἶσαι ἕτοιμος;

 

                                                         

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ «Ἐκάθησεν Ἀδάμ ἀπέναντί τοῦ Παραδείσου καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδήρετο. Ἀλλ’ ὤ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολ-αύσω, οὐκέτι ὄψομαι τόν Κύριον καί Θεόν μου καί Πλάστην, εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι, ἐξ’ἤς καί προσελήφθην».

 

                                                                                                                                «Ἐκάθησεν Ἀδάμ ἀπέναντί τοῦ Παραδείσου καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδήρετο. Ἀλλ’ ὤ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολ-αύσω, οὐκέτι ὄψομαι τόν Κύριον καί Θεόν μου καί Πλάστην, εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι, ἐξ’ἤς καί προσελήφθην».Στήν ὑμνογραφία τῆς Κυριακῆς της Τυροφάγου ἤ τῆς Τυρινῆς ὅπως ἀποκαλεῖται ἀπό τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀναφέρεται τό πρῶτο θλιβερό γεγονός, πού ἔγινε ὅταν ἄρχισε ἡ ζωή στή γῆ, μέ τήν ἔξωση δηλαδή τῶν πρωτοπλάστων ἀπό τόν Παράδεισο. Ἐξ’ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ γεγονότος περιγράφεται ἀκόμα ὄχι μόνο ὁ πόνος καί τά δάκρυα τοῦ Ἀδάμ ὁ ὁποῖος καθήμενος ἀπέναντί τοῦ παραδείσου ἔκλαιε καί ὠδήρετο γι’ αὐτό πού ἔχασε ἀπό τήν ἀνυπακοή του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά σκιαγραφεῖται μέ τά κατανυκτικότερα τροπάρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὑμνολογίας μας καί ὁ πόνος ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, ἐγνώριζε στόν Παράδεισο τήν γλυκύτητα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης. Μετά τήν ἔξωσή του ὅμως ἀπ΄ αὐτόν γιά τό ἁμάρτημά του, ἐγκαταλελειμμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρά καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς στεναγμούς. Ἡ ψυχή του βασανιζόταν μέ τή σκέψη: «ἐλύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό».

Δέν πονοῦσε τόσο καί δέν μετάνοιωνε, ἐπειδή ἔχασε τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο ἐστενοχωρεῖτο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης ἡ ὁποία ἐλκύει τήν ψυχή στόν Θεόν. Βασανιζόταν κι ὀδυρόταν στή γῆ ὁ Ἀδάμ γιατί ἡ γῆ δέν τοῦ ἔδινε χαρά. Νοσταλγοῦσε τό Θεό κι ἐφώναζε: «Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί Τόν ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μήν Τόν ζητῶ; Ὅταν ἤμουν μαζί Του, ἀγαλλόταν εἰρηνικά ἡ ψυχή μου καί ἤμουν ἀπρόσιτος γιά τούς ἐχθρούς. Τώρα ὅμως ἀπέκτησε ἐξουσία πάνω μου τό πονηρό πνεῦμα καί κλονίζει καί τυραννεῖ τήν ψυχή μου. Γι΄αὐτό λυώνει ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο μέχρι θανάτου. Ἐλέησον μέ ὁ Θεός, τό παραπεσόν Σου πλάσμα».Μέ δέος ἄκουγε ὅλη ἡ ἔρημός τούς στεναγμούς του. Τά ζῶα καί τά πουλιά σιωποῦσαν ἀπό θλίψη. Κι ὁ Ἀδάμ ὀδυρόταν κι ἔτρεχαν ποτάμι τά δάκρυα ἀπό τό πρόσωπό του κι ἔπεφταν στό στῆθος του καί στή γῆ, γιατί μέ τό ἁμάρτημά του στερῆ-θηκαν ὅλοι τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί, γιά νά ἔχουμε μία πρώτη γεύση παρηγοριᾶς, ἐνθυμούμεθα τόν Ἀπόστολο Παῦλο ὁ ὁποῖος λέγει:«οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ἰγ' 14).Μία ἀπό τίς ὑποσχέσεις τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ τήν ὁποία ἔδωσε στούς ἁγίους Μαθητές καί Ἀποστόλους Τοῦ ἦταν: «Πορεύομαι ἐτοιμᾶσαι τόπον ὑμῖν καί ἐάν πορευθῶ καί ἑτοιμάσω ὑμῖν τόπον πάλιν ἔρχομαι καί παραλήψομαι ὑμᾶς πρός ἐμαυτόν, ἴνα ὅπου εἰμί ἐγώ, καί ὑμεῖς ἦτε» (Ἰωάν. Ἰδ' 2-3).Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος προσευχόμενος, ζητεῖ ἀπό τόν ἔπ-οὐράνιο Θεό καί Πατέρα Του: «Θέλω ἴνα ὅπου εἰμί ἐγώ κακεῖνοι ὦσι μέτ΄ ἐμοῦ ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν ἤν δέδωκας μοί» (Ἰωάν. Ἰζ' 24).Τήν ὡραιότητα τοῦ Παραδείσου εἶδε καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ὁδηγηθεῖς πρῶτα ἕως τρίτου οὐρανοῦ καί ἀπό αὐτόν πάλι στόν Παράδεισο ἀνέβη σέ μυστικωτάτους πνευματικούς χώρους καί ἀποκαλύψεις βαθύτερές της ὑπέρ-οὐσίου Θεότητος. Ὁ θεῖος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης εἶδε τόν μακάριον αὐτόν τόπον τῆς αἰωνίου καταπαύσεώς μας, τόν Παράδεισο,  τόν περιγράφει στά κεφάλαια κά' καί κβ' τῆς Ἀποκαλύψεως. Ἄκουσε δέ ὁ ἀπόστολος τῆς ἀγάπης ἀπό τοῦ στόματος τοῦ Θεοῦ ὅτι: «ὁ νικῶν κληρονομήσει ταῦτα» (Ἀποκ. κά' 7). Αὐτή τήν κληρονομία θά καλέσει ὁ Κύριος νά λάβουν οἱ δίκαιοι, ὅταν θά στραφεῖ πρός αὐτούς λέγων: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου κληρονομήσατε τήν ἠτοιμασμένην ὑμίν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» (δήλ. «τήν ἑτοιμασμένη γιά σᾶς ἀπό τόν καιρό τῆς δημιουργίας») (Μάτθ. κέ' 34). Αὐτά ὅλα εἶναι τελείως ἄγνωστα στό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί ἄρρητα στόν λόγο, καί δέν εἶναι δυνατόν στόν καθένα μας νά τά δεχθῆ καί τά καταλάβη, ἄν δέν βγή ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀνθρώπινη φυσική εὐτέλεια καί ἐάν δέν ἀνεβῆ στά ὑπέρ φύση μέ τήν ἄρρητο δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Γιά νά μιλήσουμε λοιπόν περί τοῦ Παραδείσου θά καταφύγουμε στίς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι μέ τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀξιώθηκαν ὅπως ὁ Παῦλος ἀκόμα καί ἀπό αὐτήν ἐδῶ τήν ζωή νά μποῦν στόν Παράδεισο καί νά γευθοῦν τήν χαρά καί τήν εἰρήνη του. Ἀπό τά κεκρυμ-μένα πλούτη, ἀπό τούς αἰωνίους θησαυρούς τῆς Πατρικῆς θείας ἀγάπης, ἐπέλεξα νά παρουσιάσω στήν ἀγάπη Σᾶς τήν χαρά πού θά δώσει στούς ἀνθρώπους ἡ κατάκτηση τοῦ Παραδείσου. Καί ἀπό αὐτήν τήν γνώση καί τήν ἐμπειρία τῶν Πατέρων μας, σκόπος μᾶς εἶναι νά αὐξηθεῖ ὁ πόθος καί ἡ ἐπιθυμία ὅλων μας, νά γίνoυμε μέτοχοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν τά ὁποία ἡ χρηστότητα τοῦ Θεοῦ Πατρός ἑτοίμασε γιά τούς ἀληθινά ἀπό τήν γῆ, εἶναι ἀδύνατο καί νά τό φαντασθεῖ καί νά τό ἐννοήσει καί νά τό περιγράψει. Παραμένει πάντως μέσα στήν ψυχή ὅλων μας ἡ πιό μεγάλη ἐπιθυμία, ὁ πιό καυτός πόθος τό «σύν Θεῶ εἶναι». Δεύτερος πλοῦτος, καί κάλλος ἀμήχανο, καί θεῖο ἀγαθό καί θησαυρός ἀνεκτίμητος, εἶναι ὅτι θά μποροῦμε νά βλέπουμε τήν δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεωρία τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία ἀκούσαμε τόν Κύριό μας νά προσεύχεται, ὥστε νά δοθῆ αὐτή στούς δικούς Του μαθητές, κάνει μακάριούς τους πιστούς κατά τόν ἱερόν Αὐγουστίνον ὁ ὁποῖος λέγει: «Μακάριος ἔσομαι εἰ γένωμαι ἐν τῷ τήν σήν δόξαν ὁρᾶν».Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει διευκρινιστικῶς τά ἑξῆς: «Ἔχομεν λάβει τήν ὑπόσχεσιν ὅτι θά Τόν γνωρίσωμεν κάποτε ὅσον μᾶς ἐγνώρισε. Ἄν δέν εἶναι δυνατόν ν? ἀποκτήσω ἐδῶ τήν τελείαν γνῶσιν τῶν ὄντων, τί μου λείπει; Τί ἐλπίζω; Τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, θά εἰπῆς ὁπωσδήποτε. Νομίζω, δέ αὐτό δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά νά κατορθώση κανείς νά συναντήση τό καθαρώτατον καί τελειότατον. Τελειότατον δέ τῶν ὄντων ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ». (Λόγος Κ' «Περί δόγματος καί καταστάσεως Ἐπισκόπων» § 12.)Ὁ κορυφαῖος τῶν Ἀποστόλων Πέτρος γιά μία στιγμή ἔζησε τήν μακαριότητα τήν πλήρη εὐτυχία «τοῦ σύν Θεῶ εἶναι» ἐπάνω στό ὅρος Θαβώρ κατά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας. Ἔζησε δηλαδή ἀπό αὐτήν ἐδῶ τήν ζωή τήν γλυκύτητα τῆς ἑνώσεώς του μέ τόν Θεό καί ἀπό αὐτή τήν γλυκύτητα ἐμέθυσε σέ τέτοιο βαθμό ὥστε νά περιφρονήση κάθε ἄλλη γήϊνη ὀμορφιά καί νά ὁμολογήση «καλόν ἐστίν ἠμᾶς ὧδε εἶναι». Πρῶτο καί ὑπέρτατο λοιπόν ἀγαθό καί πλοῦτος ἀδαπάνητος στόν Παράδεισο εἶναι ἡ ἕνωση τοῦ Θεοῦ μέ τά πλάσματά Του. Αὐτός ἑπομένως εἶναι ὁ ὕψιστος καί ἀτίμητος θησαυρός τοῦ Παραδείσου. Ὁ ὑπεράπειρος ἐν Τριάδι Θεός, μέσα σέ ἕνα ὑπερχείλισμα τῆς ἀπείρου ἀγάπης Τοῦ πρόσ-φέρεται στούς ἀνθρώπους μέσα σ’ αὐτόν. Αὐτός εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτός εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή. Τό βεβαιώνει ὁ Ἴδιος ὁ Κύριός μας στήν συγκλονιστική Ἀρχι-ἐρατική Προσευχή Του στήν ὁποία λέγει: «τό νά γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι διά τῆς ἑνώσεως τῶν μαζί Σου, Ἐσένα τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Ἐμένα, τόν Ἰησοῦν Χριστόν, πού Ἐσύ ἔστειλες εἰς τόν κόσμον». (Ἰωάν. Ἰζ'). Ναί, αὐτή εἶναι ἡ πραγματική θεία Κοινωνία καί ὁ ἀτίμητος θησαυρός τοῦ Παραδείσου ἡ γνώση καί ἡ ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ.Τά νηπτικά συγγράμματα τῶν Ὁσίων Πατέρων μᾶς εἶναι κατάσπαρτα ἀπό θαυμαστές περιγραφές αὐτῆς τῆς ἐνθέου καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων, τήν ὁποία ἀποδίδουν μέ πολλούς χαρακτηρισμούς καί ὀνόματα καί ὁ πιό γνωστός χαρακτηρισμός σέ ὅλους μας εἶναι «ἡ θεῶσις». Ἄν κάποιος δέν ἔχη γευθῆ τό θεῖο αὐτό μυστήριο τῆς ἑνώσεως μέ τόν Θεό, γιατί ὄχι ἀκόμα καί ἅ ἀπό-λαύσουν ὅμως οἱ ἄνθρωποι τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρέπει νά γνῶ-ρίζουν, ὅτι ἀπαιτοῦνται ὠρισμένες βασικές προϋποθέσεις. Ἡ Ἁγία καί Μ. Τεσσαρακοστή ἔρχεται νά μᾶς ὑπενθυμίσει αὐτές τίς βασικές προϋποθέσεις καί νά μᾶς διδάξει ποιό εἶναι τό φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας μας ἐξ’ἀφορμῆς τῆς πτώσεως τοῦ Ἀδάμ. Τό φρόνημα, λοιπόν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι ἀσκητικό καί κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ γιά τήν συνειδητή παρουσία τοῦ ἀνθρώπου ὡς μέλους τοῦ μυστικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, χωρίς τήν ὕπαρξη τῶν ἀσκητικῶν διαθέσεων, προθέσεων καί προϋποθέσεων τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς πρακτικῆς ἀσκητικῆς βιοτῆς. Τά δάκρυα καί ὁ πόνος τοῦ Ἀδάμ αὐτό ἀποδεικνύουν καί αὐτό μας διδάσκουν.Γι’αὐτό καί οἱ θειοτάτοι Πατέρες ὤρισαν τήν Κυριακή της Τυρινῆς νά ἐνθυμούμεθα τήν ἐξορία τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο. Καί ὤρισαν αὐτήν τήν τελευταία Κυριακή, πρίν εἰσέλ-θουμεν στήν Ἁγία καί Μ. Τεσσαρακοστή γιά νά μάθουμε τί εἴχαμε καί τί χάσαμε μέ τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ ἀλλά καί τί θά κερδίσουμε μέ τήν ἄσκηση καί τόν πνευματικό μας ἀγώνα.«Δῶσε αἷμα καί πάρε πνεῦμα εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν πατέρων μας».Στόν σημερινό χριστιανό ὅμως, ἄνθρωπο τοῦ καταναλωτικοῦ καί εὐδαιμονιστικοῦ αἰῶνος τούτου, ὑπάρχει ἕνα πνευματικό πρόβλημα, τό ὁποῖο ἔχει σχέση μέ τόν τρόπο καί μέ τήν διάθεση μέ τήν ὁποία ἀντιμετωπίζει τό ἀσκητικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας. Γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο ὁ ψαλμικός λόγος "δουλεύσατε τῷ Κυρίω μετ' εὐφροσύνης", ἠχεῖ παράξενα στή σκέψη του καί στή συνείδησή του καί ὄχι μόνο δέν υἱοθετεῖ καί δέν προβληματίζεται, πάνω στόν θεϊκό αὐτό λόγο, ἀλλά ἡ κάθε ἀπόπειρα ἀσκήσεως καί ἀγωνιστικῆς πρακτικῆς τόν κάνει νά λυπᾶται, νά γογγύζη, νά ἀδημονῆ, νά μήν αἰσθάνεται ἄνετα καί νά φυγαδεύη τήν εἰρήνη ἀπό τήν ψυχή του καί τήν χαρά ἀπό τήν ζωή του. Τά στάδια τά ὁποία θά ὁδηγήσουν τόν ἄνθρωπο σέ αὐτή τήν χαρά τῆς θεώσεως εἶναι τά ἑξῆς: Πίστις στόν Ἀληθινό Θεό (τήν Ἁγία Τριάδα) καί στήν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.2. Συμμετοχή στά Μυστήρια καί στήν λατρεία τοῦ Θεοῦ. 3. Πνευματικός ἀγώνας, δηλαδή νά ἔχουμε ζωή εὐσεβείας καί ἁγιότητος.4. Νά τηροῦμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ. Νά κάνουμε ὑπακοή στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.5. Νά διαβάζουμε τήν Ἁγία Γραφή, μήν τήν ξεχνοῦμε τήν Ἁγία Γραφή εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ μας, καθώς νά μελετοῦμε καί ἄλλα πνευματικά βιβλία.6. Νά ἀπέχουμε ἀπό τά πάθη τῆς ἁμαρτίας καί νά νεκρώνουμε τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς καί ἐπιθυμίες πρός τούς ἄλλους καί πρός τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό. Οἱ ἐμπαθεῖς λογισμοί καί ἐπιθυμίες ὅποιες καί νά εἶναι αὐτές ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν τρέλλα καί στά ψυχοφάρμακα.7. Τέλος δέ νά ἔχουμε ὑπομονή στίς θλίψεις καί στούς πειρασμούς. Στή μέλλουσα ζωή, θά φτάσουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπ' αὐτήν ἐδῶ τήν ζωή ἔμαθαν νά ἀγωνίζονται καί νά ὑπομένουν μέ ὑπομονή καί ἀγόγγυστά τους πειρασμούς καί τίς ἐπιδρομές τοῦ διαβόλου. Εἶναι δεδομένη ἡ ὑποσχέση τοῦ Χριστοῦ μας στούς ἀγωνιστές τῆς χάριτος: "Μακάριοι οἱ καθαροί τή καρδία ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται".. Ὁ Ἀδάμ ἐδιώχθη ἀπό τόν Παράδεισο γιατί δέν ὑπήκουσε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀδάμ ἔχασε τόν Παράδεισο γιατί δέν ἐζήτησε συγγνώμη ἀπό τόν Θεό. Ἡ ὑπακοή λοιπόν καί ἡ συγγνώμη εἶναι αὐτά τά ὁποία ἐάν τά κερδίσουμε μέ τόν πνευματικό ἀγώνα μποροῦμε νά κερδίσουμε τόν παράδεισο. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή πού ἀπό αὔριο ἀρχίζει ἔρχεται νά μᾶς ὑπενθυμίσει, ὅτι ὁ Παράδεισος περιμένει νά γεμίσει μέ ἀνθρώπους πεπτωκότες ἀλλά ἀγωνιστές καί μετανοοῦντες.Ἡ πνευματική αὐτή περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς «τή ἀφάτω εὐσπλαχνία τοῦ Χριστοῦ μας τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου καταξιώση πάντας ἠμᾶς ὡς μόνος ἀγαθός καί φιλάνθρωπος». Ἀμήν.

 

 

 

 

 

 

 

Οὐκ ἔξεστι σοι ἔχειν

 

«Οὐκ ἐξεστὶ σοὶ ἔχειν, τὴν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου». Δὲν σοὺ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ νὰ ἔχεις τὴ γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου, ὁ ὅποιος ζεῖ ἀκόμα                                                                         Ὅταν, ἀγαπητοί μου, στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ ἀσκητοῦ, τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας, στὴν ἐξουσία ἦταν ἐγκληματίες. Διοικητὴς τῆς Γαλιλαίας καὶ Περαίας, τετράρχης βασιλιάς, ἦταν ὁ Ἡρώδης ὁ Ἀντίπας.Ὁ Ἡρώδης εἶχε βαρειὰ κληρονομικότητα. Τὸ γενεαλογικό του δέντρο ἦταν σάπιο ἄπ? τὴ ρίζα. Ἀνῆκε σὲ ἔκφυλη οἰκογένεια. Γυιὸς τοῦ «μεγάλου» ἐκείνου Ἡρώδη, ποῦ ἔσφαξε τὰ νήπια της Βηθλεέμ, ἦταν ἕνα κράμα  Ρωμαίου, Ἀσιάτου καὶ Ἕλληνος, ἕνα μεῖγμα κακίας, ἀρχομανίας, πλεονεξίας καὶ σαρκολατρίας. Θηρίο μᾶλλον παρὰ ἄνθρωπος, θηρίο ὅμως μὲ στέμμαΠαντοῦ ὑπῆρχαν κατάσκοποι τῶν ἀνακτόρων. Νὰ βρίση κανεὶς τὴν Ἡρωδιάδα; θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαφανιστῆ ἀμέσως ἀπό τὸ πρόσωπο τῆς γής.Ὑπὸ τὴν πολιτικὴ δικαιοδοσία ὅμως τοῦ Ἡρώδη ζοῦσαν καὶ λευΐτες, ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς, γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι, ἐρμηνευταὶ τοῦ νόμου καὶ αὐστηροὶ ἐπιτιμηταὶ τῶν ἁμαρτημάτων τοῦ λαοῦ. Αὐτοὶ ὅλοι, ἂν μάθαιναν, ὅτι κάπου μιὰ φτωχὴ κόρη παρεξέκλινε ἠθικά, ἀμέσως θὰ διαμαρτύρονταν, θὰ μαδοῦσαν τὶς τρίχες τους, θὰ διαρρήγνυαν τὰ ἱμάτιά τους, θὰ μάζευαν τὸ λαὸ καὶ μὲ πύρινα λόγια θὰ τὸν προέτρεπαν νὰ καταδικάση ἀλύπητα τὴν ἀποστάτιδα. Ἂλλ  ὢ θρησκευτικοὶ ἡγέτες τοῦ Ἰσραήλ, νὰ τώρα ὄχι μιὰ ἄσημη γυναίκα μὰ ἡ βασίλισσα τί κάνει μπροστὰ σὲ ὅλους! Δὲν θὰ φωνάξετε τώρα, δὲν θὰ διαμαρτυρηθῆτε;Νὰ διαμαρτυρηθοῦν; Τί λέτε; εἶστε στὰ καλά σας; νὰ χάσουν οἱ ἄνθρωποι τὴν εὔνοια τῶν ἰσχυρῶν, νὰ πέσουν στὴ δυσμένεια τῶν ἀνακτόρων; Αὐτὰ δὲν γίνονται. Ἔχουν ἄλλα σοβαρώτερα θέματα οἱ ἅγιοι πατέρες τοῦ Ἰσραήλ. Γιὰ τὸν Ἡρώδη καὶ τὴν Ἡρωδιάδα θὰ εὕρισκαν λόγους νὰ συσκιάσουν τὸ ἁμάρτημα. «Μὴν κατηγορεῖτε τοὺς βασιλιάδες μας», θὰ ἔλεγαν· «εἶνε καλοί. Νὰ τὰ ἔργα τους, τὰ κτήρια ποῦ κτίζουν. Καὶ πόσα ἄλλα θὰ κάνουν ἀκόμη. Μὴν τοὺς πικραίνουμε λοιπόν…».Δυστυχῶς σὲ ἐποχὲς κοινωνικῆς ἐκλύσεως ἐκεῖνοι ποῦ ἔχουν ταχθῆ γιὰ τὴν περιφρούρησι τῶν ἀξιῶν μεταχειρίζονται ἠπιότητα, εὐγένεια, κολακεία, γιὰ νὰ καλύψουν τὴ σκανδαλώδη ζωὴ τῶν μεγάλων. Αὐτὴ εἶνε ἡ συνηθισμένη τακτικὴ τῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν. Ἡ ἱστορία διηγεῖται ὅτι, ὅταν ὁ βασιλιὰς τῆς Περσίας Καμβύσης, καταπατώντας τοὺς νόμους, ἀποφάσισε νὰ πάρη ὡς σύζυγο τὴν… ἀδερφή του καὶ ζήτησε τὴ γνώμη τῶν νομομαθῶν, αὐτοὶ μετὰ ἀπὸ σοβαρή (!) μελέτη ἀπήντησαν, ὅτι «τὸ θέλημα τοῦ βασιλιᾶ ἐπέχει θέσι νόμου» καὶ ἄρα μπορεῖ ὁ βασιλιὰς νὰ συζευχθῆ ἐπισήμως τὴν ἀδερφή του! Καὶ ὄχι μόνο στὴν ἀρχαιότητα· καὶ σήμερα ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἴδια. Πρὶν ἀπὸ χρόνια οἱ ἐφημερίδες, περιγράφοντας τὴ ζωὴ τοῦ ἐκθρονισθέντος βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου Φαρούκ, ἔγραψαν ὅτι αὐτός, θέλοντας νὰ διώξη τὴ νόμιμη σύζυγό του, ἀξίωσε ἀπὸ τὸ συμβούλιο τῶν οὐλεμάδων καὶ ἔλαβε μέσα σὲ τρεῖς ὧρες τὸ διαζύγιό του! Τελεία ὑποχώρησι τῆς θρησκευτικῆς ἀρχῆς στὴν παράνομη θέλησι τοῦ βασιλιᾶ. Ἀλλὰ γιατί νὰ πᾶμε στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Περσία; Μήπως καὶ στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπάρχουν μελανὲς σελίδες, περιπτώσεις ποῦ ἡ διοικοῦσα ἐκκλησία ὑπέκυψε σὲ παράνομες καὶ ἀντικανονικὲς θελήσεις ἰσχυρῶν καὶ παρὰ τὸ νόμο τοῦ Κυρίου ἐξέδωσε διαζύγια καὶ εὐλόγησε γάμους;Τί λοιπὸν τὸ παράδοξο, ἂν καὶ οἱ τότε θρησκευτικοὶ ἀρχηγοὶ τοῦ Ἰσραὴλ ἀκολουθοῦσαν τέτοια τακτική; Οἱ μισθωτοὶ ποιμένες σιωποῦν. Ὁ προφήτης ὅμως τολμᾶ. Ὅταν στὴν αὐλὴ τοῦ Ἡρώδη ξέσπασε τὸ σκάνδαλο, ἦταν στὴν ἀκμὴ τῆς δράσεώς του ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Ἔφτασε στ? αὐτιά του ἡ εἴδησι καὶ ταράχθηκε. Τί ἔπρεπε νὰ κάνη; νὰ σιγήση ἢ νὰ ἐλέγξη;Ἂν ἤθελε τὴν ἡσυχία του, θὰ μποροῦσε νὰ σιωπήση καὶ δικαιολογούμενος νὰ πῆ στὸν ἑαυτό του· «Ἰωάννη, τόσος κόσμος συρρέει, γεμίζουν οἱ ὄχθες τοῦ Ἰορδάνου· ἕνας λαὸς ἀκούει τὴ διδασκαλία, ἐξομολογεῖται, μετανοεῖ· ἀλλὰ καὶ ἕνας κύκλος μαθητῶν ἔχει σχηματισθῆ γύρω σου. Ἂν τώρα ἐλέγξης τὴ βασιλικὴ παρανομία, θὰ συλληφθῆς, τὸ κήρυγμα θὰ διακοπῆ, ὁ κύκλος τῶν μαθητῶν θὰ διαλυθῆ, τὸ ἔργο σου θὰ κινδυνεύση. Κι αὐτὰ γιὰ ἕναν ἔλεγχο! Δὲν εἶνε λοιπὸν προτιμότερο νὰ παραβλέψης τὸ σκάνδαλο καὶ νὰ σιγήσης;».Ἂν ἦταν ἄλλος στὴ θέσι του, ἕνας ἀπὸ τοὺς συγχρόνους κηρύκες, θὰ μποροῦσε ὄχι μόνο αὐτὰ νὰ σκεφτῆ, ἀλλὰ καὶ νὰ προχωρήση σὲ περισσότερο «συνετὲς» ἐνέργειες· θὰ μποροῦσε, ἂς ποῦμε, νὰ πλησιάση τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἐκτίμησι ποῦ ἔτρεφε γι΄ αὐτὸν ὁ Ἡρώδης, νὰ ἐπιβληθῆ στοὺς κύκλους τῆς αὐλῆς, νὰ ἐπηρεάζη ἀπὸ τὰ παρασκήνια, νὰ θεωρῆται ἕνας ἀπὸ τοὺς δυναμικοὺς ἄνδρες τῆς ἐποχῆς, θρησκευτικὸς καὶ πολιτικὸς παράγων. Καί, φίλος πλέον τῶν ἀνακτόρων, θὰ εἶχε στὴ διάθεσί του ὅλα τὰ μέσα· ἀρκεῖ νὰ μὴν ἤλεγχε τὸν βασιλέα.Ἀλλὰ ὁ Βαπτιστὴς δὲν νικήθηκε ἀπὸ τέτοιους πειρασμούς. Δὲν ἐμοίαζε καθόλου μὲ κάποιους σημερινούς, ποῦ χάριν τοῦ ἔργου τοὺς (ποιοῦ ἔργου;) ἀντιπαρέρχονται βοώντα καὶ κράζοντα σκάνδαλα ἀρχόντων, βάζουν στὸ στόμα φίμωτρο καὶ δικαιολογούμενοι λένε αὐτάρεσκα· «Ἐμεῖς εἴμαστε τοῦ ἐποικοδομητικοῦ κηρύγματος». Ὁ Ἰωάννης δὲν προτίμησε τὴ σιγὴ καὶ συγκάλυψι. Δὲν ἦταν ἄνθρωπος τῶν ἑλιγμῶν καὶ συμβιβασμῶν. Ὄχι. Βάδισε μὲ εὐθύτητα. Μόλις ξέσπασε τὸ σκάνδαλο, γοργὸς σὰν ἀετός, ἀνέβηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ ἔρριξε τὸν κεραυνό. Κεραυνὸς ἦταν οἱ λίγες ἐκεῖνες λέξεις ποῦ εἶπε στὸν Ἡρώδη· «Οὐκ ἔξεστι σοὶ ἔχειν τὴν γυναίκα τοῦ ἀδελφοῦ σου» (Μάρκ. 6,18). Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου; θὰ ρωτήσουν οἱ «ρεαλισταὶ» θεολόγοι καὶ ἱεροκήρυκες. Εἰσακούστηκε ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας, ἔπαυσε τὸ σκάνδαλο; διώχθηκε ἡ μοιχαλίδα;
Οἱ «συνετοὶ» προφασίζονται. Ἀλλά, κύριοι, ὁ Ἰωάννης δὲν ἐξήρτησε ποτὲ τὴν ἐκτέλεσι τοῦ καθήκοντός του ἀπὸ τ᾽ ἀποτελέσματα, ὅπως ἐ­σεῖς. Δὲν ἦταν «ἔμπορος» τοῦ θείου θελήματος. Ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴ μαρτυρία τῆς ἀληθείας. Τὰ ἀπὸ ᾽κεῖ καὶ πέρα ἀνήκουν στὸ Θεό.
Καὶ ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ σύντομο ἐ­κεῖ­νο κήρυγμα, ποὺ τοῦ στοίχισε αὐτὴ τὴ ζωή, ἔ­γινε ἡ πηγὴ ἀπείρων εὐλογιῶν γιὰ τὴν Ἐκ­κλησία. Τὰ κηρύγματα τῶν ῥαββίνων καὶ τῶν ποικιλωνύμων σχολῶν των μὲ τὶς ἐ­ξονυχιστικὲς καὶ ἀνιαρὲς ἑρμηνεῖες τοῦ νόμου, λησμονήθη­καν. Ἀλλὰ τὸ «Οὐκ ἔξεστί σοι, βασιλεῦ…» καὶ μετὰ εἴκοσι αἰῶνες ἐξακολουθεῖ νὰ συγ­κινῇ. Πάλλει ἀπὸ ζωή. Μεταδίδει ζωή. Φωτίζει μὲ ἀν­ταύγεια τὴν ὁδὸ τῶν μαρτύρων τῆς ἀληθείας. Ἀπὸ αὐτὸ ἀντλοῦν παρηγορία καὶ δύναμι οἱ πιστοὶ στρατιῶτες τοῦ Κυρίου, ποὺ καλοῦνται νὰ δώσουν καὶ τὴ δική τους μαρτυρία, σὲ μία γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη, ἕτοιμοι νὰ ἐ­παναλάβουν σὲ κάθε παρόμοια περίπτωσι τὴ φωνὴ τοῦ ἐλέγχου, τὴν ἀθάνατη φωνὴ τοῦ Ἰ­ωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ· «Οὐκ ἔξεστί σοι ἔ­χειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου».Καί σήμερα ἀγαπητοί  ἡ βουλή των ἑλλήνων με πρωτο το ἀγαπητό μας πρωθυπουργο  και τον Πρόεδρο τῆς δημοκρατίας, και οἱ ὅσοι κυβερνήσανε αὐτόν τον τόπο, πού διαφημίζουν τούς ἑαυτούς τους ὡς σοφούς καί ἐπιστήμονες ἀγωνίζονται νά πείσουν τούς ἀνθρώπους, νά μήν δίνουν καμμία προσοχή στόν Ἰησοῦ Χριστό. Γι’ αὐτό καί ὅ, τι εἶναι χριστιανικό ἀμέσως ἀφαιρεῖται καί περιφρονεῖται. Τίθεται στήν ἄκρη ὡς ἄχρηστο. Θέλετε παραδείγματα ; Ἰδού μερικά: Οἱ νόμοι γιά τό αὐτόματο διαζύγιο καί τήν ἀποποινικοποίηση τῆς μοιχείας. Ὁ Χριστός διδάσκει ὅτι οἱ σύζυγοι πρέπει νά μένουν ἑνωμένοι καί νά μήν χωρίζουν. Οἱ δικοί μας σοφοί νομοθέτες εἶπαν: Ὄχι, ἀλλά ὅποτε θέλουν νά μποροῦν νά διαλύουν τόν γάμο. Ὁ Χριστός θεωρεῖ τήν μοιχεία πράξη βδελυρή καί τήν καταδικάζειΟπως Ο σήμερα ἑορταζόμενος Πρόδρομος τοῦ Ιησοῦ μας Ὄχι μᾶς λέει η βουλή ἡ μοιχεία εἶναι πράξη ἐπαινετή. Ἄλλα παραδείγματα ἀπό τόν χῶρο τῆς ἐκπαίδευσης ὅπου συστηματικῶς γίνεται προσπάθεια νά περιορισθεῖ κάθε χριστιανικό στοιχεῖο. Νά μήν ἐκκλησιάζονται τά παιδιά, νά μήν διδάσκονται τά Ὀρθόδοξα θρησκευτικά.Οἱ  ἔκφυλες ταυτότητες δήλ, νὰ μπορεῖ ὁ δεκαπεντάχρονος νὰ ἀλλάξει  φύλλο.Και το ποιο τραγικό, ἡ νομοθεσία γ ιά τήν υἱοθεσία τῶν ὁμοφύλλων Ζευγαριῶν.Τί κρῖμα ὅλα Αὐτά πού συμβαίνουν στήν Ὁρθόδοξη Ἑλλάδα, να ἐπιτρέπονται μέ τήν ἔνοχη σιωπή τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας Τὸ κήρυγμα τοῦ ἀγίου Ἰωαννου τοῦ βαπτιστοῦ εἶναι ἐπίκαιρο ὅσο ποτέ. Τὰ «οὐκ ἔξεστί σοι», ποὺ απηύθυνε ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς στὸν βασιλια τὸν Ἠρώδη γιὰ τὸν παράνομο γάμο θὰ ἔπρεπε νὰ τὰ ἀπευθύνουν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἐπίσκοποι στοὺς  βουλευτας που τὶς παραμονὲς τῶν Χριστουγέννων ψήφισαν ὄχι ἁπλῶς ἕναν παράνομο γάμο, ἀλλὰ ἕναν ἀφύσικο καὶ Σοδομίτικο γάμο, γιὰ νὰ μετατρέψουν τὴν Ἑλλάδα σὲ Σόδομα καὶ Γόμορα!
Καὶ οἱ ἐπίσκοποι οἱ ὀρθόδοξοι, ποὺ τιμοῦν τὸν ἁγιο Ἰωάννη καὶ ξέρουν τὸ κήρυγμά του, τί ἔκαναν; Τὸν ἀπέρριψαν, ὡς ἄνθρωπο τῶν ἄκρων! Πέντε-δέκα διαμαρτυρήθηκαν καὶ ὄλοι οἱ ἄλλοι κρύφθηκαν πίσω ἀπὸ τὴν ἐντολή τῆς ἀγάπης Καὶ ἄν δὲν τοὺς ἀρέσει τὰ «οὐκ ἔξεστι σοι» τοῦ Ἰωάννου ἄς ἀκούσουν τὰ «οὐαι» ἀπὸ τὸ Χριστό.; Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐλέγχου; θὰ ρωτήσουν οἱ «ρεαλισταὶ» θεολόγοι καὶ ἱεροκήρυκες. Εἰσακούστηκε ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας, ἔπαυσε τὸ σκάνδαλο; διώχθηκε ἡ μοιχαλίδα;Οἱ «συνετοὶ» προφασίζονται. Ἀλλά, κύριοι, ὁ Ἰωάννης δὲν ἐξήρτησε ποτὲ τὴν ἐκτέλεσι τοῦ καθήκοντός του ἀπὸ τ᾽ ἀποτελέσματα, ὅπως ἐ­σεῖς. Δὲν ἦταν «ἔμπορος» τοῦ θείου θελήματος. Ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴ μαρτυρία τῆς ἀληθείας. Τὰ ἀπὸ ᾽κεῖ καὶ πέρα ἀνήκουν στὸ Θεό.
Καὶ ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι τὸ σύντομο ἐ­κεῖ­νο κήρυγμα, ποὺ τοῦ στοίχισε αὐτὴ τὴ ζωή, ἔ­γινε ἡ πηγὴ ἀπείρων εὐλογιῶν γιὰ τὴν Ἐκ­κλησία. Τὰ κηρύγματα τῶν ῥαββίνων καὶ τῶν ποικιλωνύμων σχολῶν των μὲ τὶς ἐ­ξονυχιστικὲς καὶ ἀνιαρὲς ἑρμηνεῖες τοῦ νόμου, λησμονήθη­καν. Ἀλλὰ τὸ «Οὐκ ἔξεστί σοι, βασιλεῦ…» καὶ μετὰ εἴκοσι αἰῶνες ἐξακολουθεῖ νὰ συγ­κινῇ. Πάλλει ἀπὸ ζωή. Μεταδίδει ζωή. Φωτίζει μὲ ἀν­ταύγεια τὴν ὁδὸ τῶν μαρτύρων τῆς ἀληθείας. Ἀπὸ αὐτὸ ἀντλοῦν παρηγορία καὶ δύναμι οἱ πιστοὶ στρατιῶτες τοῦ Κυρίου, ποὺ καλοῦνται νὰ δώσουν καὶ τὴ δική τους μαρτυρία, σὲ μία γενεὰ ἄπιστη καὶ διεστραμμένη, ἕτοιμοι νὰ ἐ­παναλάβουν σὲ κάθε παρόμοια περίπτωσι τὴ φωνὴ τοῦ ἐλέγχου, τὴν ἀθάνατη φωνὴ τοῦ Ἰ­ωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ· «Οὐκ ἔξεστί σοι ἔ­χειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου».Ἐσεῖς ἀγαπητοί μου πού ἦρθατε σήμερα καί αὐριο Τετάρτη  ἡμέρα νηστείας, διότι ἡμέρα Τετάρτη συνέλαβαν τὸν γλυκύτατον Ἰησοῦν, καὶ πολὺ περρισότερον διότι αὔριο γιορτάζουμε τὴν ἀποκεφάλησι τοῦ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου, εἶναι ἡμέρα νηστείας, ὁ πότε σᾶς παρακαλῆ ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία νὰ μὴν κρεοφαγήσετε. Ἔχετε τὶς εὐχὲς και εὐλογιές τοῦ Σεβασμιωτάτου μας Πατρὸς Θεοκλήτου,ἔχοντας μία ὑποχρέωσι δὲν μπόρεσε νὰ εἶναι κοντά μας γιὰ νὰ μᾶς εὐλογήση Ἔτη Πολλὰ καὶ Εὐλογημένα.

 

 

 

 

 

:EYΑΓΓΕΛΙON KYRIAKHS 9 ΣΕ;ΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥΓ΄13-17 «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν

:EYΑΓΓΕΛΙON KYRIAKHS 9 ΣΕ;ΠΤΕΜΒΡΙΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥΓ΄13-17                                   «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον»                       Μία ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης γράφει: «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» (Ἰω. 4,16). Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ζητοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὰ ὑλικὰ πράγματα. Ἄν μᾶς δίνει τὴν ὑγεία μας, ἄν προστατεύει τὴ ζωή μας, τὰ παιδιά μας, ἄν μᾶς δίνει ἄφθονα ὑλικὰ ἀγαθά, τότε λέμε ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ. Κάνουμε λάθος.Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φαίνεται ἀπὸ κάτι πολύ μεγαλύτερο. Φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Θεός ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη θυσίασε τὸν Υἱόν Του πάνω στὸ Σταυρὸ γιὰ μᾶς. Ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει: «Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν Ὁ Χριστός δὲν πέθανε ἐπειδὴ Τὸν φθόνησαν οἱ Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, οὕτε ἐπειδὴ Τὸν πρόδωσε ὁ Ἰούδας ἤ Τὸν καταδίκασε ὁ Πιλᾶτος. Ὁ Χριστὸς πέθανε θεληματικά. Ὁ ἴδιος εἶπε: Κανεὶς δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ μοῦ ἀφαιρέσει τὴ ζωή. Ἀλλά ἐγὼ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ μὲ τὴ θέληση μου θυσιάζω αὐτήν. Ἔχω ἐξουσία νὰ δώσω τὴν ζωή μου, καὶ ἔχω ἐξουσία νὰ τὴν πάρω πάλι.Ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ μένα, πέθανε γιὰ σένα: «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3,16) Μὴν ξεχνοῦμε πώς ὅλοι μας εἴμαστε χρεώστες, δοῦλοι ἀπέναντι στό Θεό, ἄλλος περισσότερο καὶ ἄλλος λιγότερο. Ὅλοι μας ἔχουμε παραβεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας δὲν ἐξοφλεῖται μὲ τίποτε, ἀλλά χαρίζεται μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ζήσαμε χωρίς Θεό, ἀποκομμένοι ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀδιαφορήσαμε στὴ φωνὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ζήσαμε σύμφωνα μὲ τὰ θελήματα τῆς σαρκός καὶ τοῦ κόσμου, χωρὶς χαρά, χωρὶς εἰρήνη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γευθοῦμε τὸ πικρό ποτήρι τῆς ἁμαρτίας.Ὅσο κι' ἄν ἁμαρτήσαμε ὅμως, ὅσο μεγάλο καὶ ἄν εἶναι τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας ὁ Κύριος τὸ πλήρωσε, τὸ ἐξόφλησε πάνω στὸ Σταυρό. Ὁ ἀπ. Ἰωάννης γράφει: «τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας»Δύο παράγοντες συντελοῦν στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου: ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ Σταυρό καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ ἄπλωμα τοῦ χεριοῦ γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ χριστιανοί νομίζουν πὼς δὲν ἔχουν ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, καλοὶ οἰκογενειάρχες, ἔντιμοι πολίτες. Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νά εἶναι σωστά, ἀλλὰ αὐτὰ δὲν τοὺς σώζουν. Ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται γιατὶ εἶναι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ γιατὶ μετανόησε καὶ ἐξομολογήθηκε ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ του. Οὕτε πάλι καταδικάζεται ὁ ἄνθρωπος γιατὶ εἶναι ἁμαρτωλός, ἀλλὰ γιατὶ δὲν μετανόησε, γιατὶ δὲν ἄλλαξε ζωή. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ περιμένει τὴν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου Ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Ἰησοῦ.Ἀγάπη καθαρὴ γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἐγγυᾶται τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ κάθε ἐγωιστικὸ στοιχεῖο, χωρὶς τὴν προσδοκία ὁποιασδήποτε ὠφέλειας, ὑλικῆς ἢ πνευματικῆς ἐκ μέρους τῶν ἄλλων, ἔστω καὶ ἑνὸς «εὐχαριστῶ», ἔστω καὶ μὲ εἴσπραξη πικρίας ἀντὶ εὐγνωμοσύνης ἢ ἀκόμη καὶ προδοτικῆς συκοφαντίας γιατί αὐτὸ σημαίνει μίμηση τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ ἀγάπησε πρῶτος Αὐτὸς τὴν Ἐκκλησία χωρὶς νὰ ὑπολογίση καθόλου τὸν ἑαυτὸ Τοῦ θυσιαζόμενος πρὸς χάριν της. Μόνον ἡ ἀγάπη κατὰ μίμησιν καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε στοιχεῖο ὠφελιμισμοῦ ἐγωιστικοῦ...  Κύριε πόσο πολὺ ἀγαπᾶς τὸν ἄνθρωπο ! Ὢ Κύριε , κᾶνε μᾶς ἀξίους γιὰ τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος , γιὰ νὰ κατανοήσομε τὴν δόξα Σου καὶ νὰ ζήσουμε στὴ γῆ μὲ εἰρήνη καὶ ἀγάπη . Ἂς μὴν ὑπάρχουν πόλεμοι , κακία κι ἐχθροὶ κι ἂς βασιλεύσει μονάχα ἡ ἀγάπη – ἔτσι δὲν θὰ χρειάζονται πιὰ στρατὸς καὶ φυλακὲς καὶ ἡ ζωὴ θὰ εἶναι εὔκολη σ ‘ ὅλη τὴ γῆ  Γνωρίζω , Κύριε , πὼς ἀγαπᾶς τὸν λαό Σου , ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουν τὴν ἀγάπη Σου καὶ θορυβοῦνται ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς καὶ οἱ σκέψεις τους εἶναι σὰν τὰ σύννεφα ποὺ τὰ παρασύρει ὁ ἄνεμος σ ‘ ὅλα τὰ μέρη Πόσο ἀπέραντο εἶναι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς ! Πολλοὶ πλούσιοι καὶ ἰσχυροὶ θὰ πλήρωναν πολλὰ γιὰ νὰ δοῦν τὸν Κύριο ἢ τὴν Πανάχραντη Μητέρα Τοῦ , ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται στὴν ταπεινὴ ψυχὴ καὶ ὄχι στὸν πλοῦτο .  Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ εὔχονται γιὰ τοὺς ἐχθρούς τους ἢ γιὰ τοὺς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἀπώλεια καὶ τὰ βάσανα στὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως . Σκέφτονται ἔτσι , γιατί δὲν ἐδιδάχθηκαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ . Ὅποιος τὴν ἐδιδάχθηκε πραγματικὰ , αὐτὸς χύνει δάκρυα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο .Λέγεις ὅτι εἶναι κακοῦργος κι ἂς καεῖ στὴ φωτιὰ τοῦ Ἅδη . Σ ‘ ἐρωτῶ ὅμως : ἂν ὁ Θεὸς δώσει σ΄ ἐσένα μία καλὴ θέση στὸν παράδεισο καὶ δεῖς πεταμένο στὶς φλόγες ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖο τὰ εὐχόσουν αὐτὰ , ἄραγε δὲν θὰ λυπηθεῖς τότε γὶ ‘ αὐτὸν , ὅποιος κι ἂν ἦταν , ἔστω καὶ ἐχθρός της Ἐκκλησίας ; Κύριε , ὅλοι οἱ λαοὶ εἶναι ἔργο τῶν χειρῶν Σου . Ἀπομάκρυνέ τους ἀπὸ τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος καὶ δῶσε τοὺς μετάνοια , γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι τὴν ἀγάπη Σου .  Κύριε , σκόρπισε τὴ χάρη Σου στὴ γῆ . Δῶσε σ ‘ ὅλους τους λαοὺς τῆς γὴς νὰ γευθοῦν τὴν ἀγάπη Σου , νὰ μάθουν πὼς Σὺ μᾶς ἀγαπᾶς σὰν μητέρα κι ἀκόμη περισσότερο . Γιατί μπορεῖ κι ἡ μητέρα νὰ ξεχάσει τὸ παιδὶ τῆς , ἀλλὰ Σὺ ποτὲ , γιατί ἀγαπᾶς ἀπείρως τὸ πλάσμα Σου καὶ ἡ ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ λησμονήσει .  Ἂν γνώριζε ὁ κόσμος τὴ δύναμη τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ :«Μάθετε ἂπ ‘ ἐμοῦ , ὅτι πράος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία» , τότε ὅλος ὁ κόσμος , ὅλη ἡ οἰκουμένη , θὰ ἐγκατέλειπαν ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ θὰ μάθαιναν μόνον αὐτὴ τὴν οὐράνια ἐπιστήμη . Κι ἂν κανεὶς δὲν μάθει τὴν ταπείνωση , τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀκακία , τότε ὁ Κύριος δὲν θὰ τοῦ δώσει τὴ γνώση τοῦ Ἑαυτοῦ Του . Ψυχὴ ὅμως ποὺ γνώρισε ἀληθινὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίω τὸν Κύριο καὶ πληγώθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του , δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ Τὸν λησμονήσει , ἀλλὰ ὅπως ὁ ἄρρωστος θυμᾶται διαρκῶς τὴν ἀσθένειά του , ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Κύριο πάντα θυμᾶται τὸν Κύριο καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος .«Τώρα δὲν ἀντιλαμβάνεστε τὴν ἀγάπη μου γιὰ σᾶς , ἀλλὰ θ ‘ ἀρθεῖ ἡ ὥρα , ὅποτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ σᾶς δώσει νὰ τὴν καταλάβετε» .«Μὴν ἀργεῖτε , ἐλᾶτε κοντά μου . Σᾶς περιμένω μὲ πόθο σὰν παιδιὰ ἀγαπημένα καὶ θὰ σᾶς δώσω τὴν εἰρήνη μου καὶ θὰ ἔχετε χαρὰ καὶ ἡ χαρά σας θὰ εἶναι αἰώνια « . Γὶ ‘ αὐτὸ , ἀδελφοὶ , μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις σᾶς φυλάγετε τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ , ποὺ σᾶς δόθηκε δωρεὰν . Κι ἂν κάποιος μᾶς κακοποιεῖ , ἂς τὸν ἀγαποῦμε , ἔστω καὶ μὲ κόπο , καὶ ὁ Κύριος βλέποντας τὸν κόπο μας θὰ μᾶς βοηθήσει μὲ τὴ χάρη Του . Πόση χαρὰ εἶναι γιὰ μᾶς ὅτι ὁ Κύριος ὄχι μόνο συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματά μας , ἀλλὰ καὶ δίνει στὴν ψυχὴ τὴν γνώση Τοῦ , ἀρκεῖ μόνο νὰ ταπεινωθεῖ . Κι ὁ τελευταῖος φτωχὸς μπορεῖ νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα . Δὲν χρειάζονται οὔτε χρήματα, οὔτε τίτλοι γιὰ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν Θεὸ , ἀλλὰ μονάχα ἡ ταπείνωση . Ὁ Κύριος δίνεται δωρεὰν , μόνο χάρη στὸ ἔλεός Του . Πρὶν δὲν τὸ ἤξερα , ἀλλὰ τώρα βλέπω καθημερινὰ κάθε ὥρα , κάθε λεπτὸ ὁλοφάνερα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ . Ὁ Θεὸς χαρίζει εἰρήνη ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν ὑπάρχει εἰρήνη στὴν ψυχὴ . Σὺ ἐστόλισες τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἄστρα , τὸν αἰθέρα μὲ τὰ σύννεφα , τὴ γῆ μὲ τὶς θάλασσες , τὰ ποτάμια καὶ τοὺς πράσινους κήπους ὅπου κελαηδοῦν τὰ πουλιὰ , ἀλλὰ ἡ ψυχή μου ἀγάπησε μονάχα Ἐσένα καὶ δὲν ποθεῖ τὸν κόσμο αὐτὸ , ἔστω κι ἂν εἶναι ὡραῖος  Ποῦ κατοικεῖς , Φῶς μου ; Βλέπεις πῶς Σὲ ἀναζητῶ μὲ δάκρυα . Ἂν δὲν ἐμφάνιζες Σὺ τὸν Ἑαυτό Σου σὲ μένα , δὲν θὰ μποροῦσα νὰ Σὲ ζητῶ τώρα ὅπως Σὲ ζητῶ . Ἀλλὰ Σὺ ὁ ἴδιος μὲ ἀναζήτησες , ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ μοῦ ἔδωσες νὰ γνωρίσω τὴν ἀγάπη Σου .Μ ‘ ἄφησες νὰ δῶ πὼς ἡ ἀγάπη Σου γιὰ μᾶς Σὲ ὁδήγησε στὸ Σταυρὸ καὶ πέθανες μέσα σὲ πόνους γιὰ χάρη μας . Σύ μου ἔδωσες νὰ γνωρίσω πὼς ἡ ἀγάπη Σου Σὲ κατέβασε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς στὴ γῆ , ἀκόμη καὶ στὸν Ἅδη , γιὰ νὰ δοῦμε τὴν δόξα Σου  Ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς , ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ παράδεισος ἐκεῖνος τῆς τρυφῆς , στὸν ὁποῖο ζοῦσε πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση ὁ πατέρας μᾶς Ἀδὰμ . …

 

 

 

 

 

 

 

:EYΑΓΓΕΛΙON KYRIAKHS 9 ΣΕ;ΠΤΕΜΒΡΙΟΥ  ΙΩΑΝΝΟΥΓ΄13-17                                                                                         «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον»                       Μία ἀπὸ τὶς ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης γράφει: «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν» (Ἰω. 4,16). Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ζητοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὰ ὑλικὰ πράγματα. Ἄν μᾶς δίνει τὴν ὑγεία μας, ἄν προστατεύει τὴ ζωή μας, τὰ παιδιά μας, ἄν μᾶς δίνει ἄφθονα ὑλικὰ ἀγαθά, τότε λέμε ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ. Κάνουμε λάθος.Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ φαίνεται ἀπὸ κάτι πολύ μεγαλύτερο. Φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁ Θεός ἀπὸ ἄπειρη ἀγάπη θυσίασε τὸν Υἱόν Του πάνω στὸ Σταυρὸ γιὰ μᾶς. Ὁ ἀπ. Παῦλος γράφει: «Χριστὸς ἀπέθανεν ὑπὲρ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν Ὁ Χριστός δὲν πέθανε ἐπειδὴ Τὸν φθόνησαν οἱ Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, οὕτε ἐπειδὴ Τὸν πρόδωσε ὁ Ἰούδας ἤ Τὸν καταδίκασε ὁ Πιλᾶτος. Ὁ Χριστὸς πέθανε θεληματικά. Ὁ ἴδιος εἶπε: Κανεὶς δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ μοῦ ἀφαιρέσει τὴ ζωή. Ἀλλά ἐγὼ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου καὶ μὲ τὴ θέληση μου θυσιάζω αὐτήν. Ἔχω ἐξουσία νὰ δώσω τὴν ζωή μου, καὶ ἔχω ἐξουσία νὰ τὴν πάρω πάλι.Ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ μένα, πέθανε γιὰ σένα: «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰω. 3,16) Μὴν ξεχνοῦμε πώς ὅλοι μας εἴμαστε χρεώστες, δοῦλοι ἀπέναντι στό Θεό, ἄλλος περισσότερο καὶ ἄλλος λιγότερο. Ὅλοι μας ἔχουμε παραβεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας δὲν ἐξοφλεῖται μὲ τίποτε, ἀλλά χαρίζεται μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς ζήσαμε χωρίς Θεό, ἀποκομμένοι ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἀδιαφορήσαμε στὴ φωνὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ζήσαμε σύμφωνα μὲ τὰ θελήματα τῆς σαρκός καὶ τοῦ κόσμου, χωρὶς χαρά, χωρὶς εἰρήνη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γευθοῦμε τὸ πικρό ποτήρι τῆς ἁμαρτίας.Ὅσο κι' ἄν ἁμαρτήσαμε ὅμως, ὅσο μεγάλο καὶ ἄν εἶναι τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας ὁ Κύριος τὸ πλήρωσε, τὸ ἐξόφλησε πάνω στὸ Σταυρό. Ὁ ἀπ. Ἰωάννης γράφει: «τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας»Δύο παράγοντες συντελοῦν στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου: ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸ Σταυρό καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ ἄπλωμα τοῦ χεριοῦ γιὰ νὰ δεχθοῦμε τὴ χάρη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ χριστιανοί νομίζουν πὼς δὲν ἔχουν ἀνάγκη μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι καλοὶ ἄνθρωποι, καλοὶ οἰκογενειάρχες, ἔντιμοι πολίτες. Ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νά εἶναι σωστά, ἀλλὰ αὐτὰ δὲν τοὺς σώζουν. Ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται γιατὶ εἶναι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ γιατὶ μετανόησε καὶ ἐξομολογήθηκε ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ του. Οὕτε πάλι καταδικάζεται ὁ ἄνθρωπος γιατὶ εἶναι ἁμαρτωλός, ἀλλὰ γιατὶ δὲν μετανόησε, γιατὶ δὲν ἄλλαξε ζωή. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ περιμένει τὴν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου Ἀγάπη γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Ἰησοῦ.Ἀγάπη καθαρὴ γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἐγγυᾶται τὴν ἀπαλλαγή της ἀπὸ κάθε ἐγωιστικὸ στοιχεῖο, χωρὶς τὴν προσδοκία ὁποιασδήποτε ὠφέλειας, ὑλικῆς ἢ πνευματικῆς ἐκ μέρους τῶν ἄλλων, ἔστω καὶ ἑνὸς «εὐχαριστῶ», ἔστω καὶ μὲ εἴσπραξη πικρίας ἀντὶ εὐγνωμοσύνης ἢ ἀκόμη καὶ προδοτικῆς συκοφαντίας γιατί αὐτὸ σημαίνει μίμηση τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ ἀγάπησε πρῶτος Αὐτὸς τὴν Ἐκκλησία χωρὶς νὰ ὑπολογίση καθόλου τὸν ἑαυτὸ Τοῦ θυσιαζόμενος πρὸς χάριν της. Μόνον ἡ ἀγάπη κατὰ μίμησιν καὶ χάριν τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε στοιχεῖο ὠφελιμισμοῦ ἐγωιστικοῦ...  Κύριε πόσο πολὺ ἀγαπᾶς τὸν ἄνθρωπο ! Ὢ Κύριε , κᾶνε μᾶς ἀξίους γιὰ τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος , γιὰ νὰ κατανοήσομε τὴν δόξα Σου καὶ νὰ ζήσουμε στὴ γῆ μὲ εἰρήνη καὶ ἀγάπη . Ἂς μὴν ὑπάρχουν πόλεμοι , κακία κι ἐχθροὶ κι ἂς βασιλεύσει μονάχα ἡ ἀγάπη – ἔτσι δὲν θὰ χρειάζονται πιὰ στρατὸς καὶ φυλακὲς καὶ ἡ ζωὴ θὰ εἶναι εὔκολη σ ‘ ὅλη τὴ γῆ  Γνωρίζω , Κύριε , πὼς ἀγαπᾶς τὸν λαό Σου , ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν καταλαβαίνουν τὴν ἀγάπη Σου καὶ θορυβοῦνται ὅλοι οἱ λαοὶ τῆς γῆς καὶ οἱ σκέψεις τους εἶναι σὰν τὰ σύννεφα ποὺ τὰ παρασύρει ὁ ἄνεμος σ ‘ ὅλα τὰ μέρη Πόσο ἀπέραντο εἶναι τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς ! Πολλοὶ πλούσιοι καὶ ἰσχυροὶ θὰ πλήρωναν πολλὰ γιὰ νὰ δοῦν τὸν Κύριο ἢ τὴν Πανάχραντη Μητέρα Τοῦ , ἀλλὰ ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται στὴν ταπεινὴ ψυχὴ καὶ ὄχι στὸν πλοῦτο .  Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ εὔχονται γιὰ τοὺς ἐχθρούς τους ἢ γιὰ τοὺς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας τὴν ἀπώλεια καὶ τὰ βάσανα στὴ φωτιὰ τῆς κολάσεως . Σκέφτονται ἔτσι , γιατί δὲν ἐδιδάχθηκαν ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ . Ὅποιος τὴν ἐδιδάχθηκε πραγματικὰ , αὐτὸς χύνει δάκρυα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο .Λέγεις ὅτι εἶναι κακοῦργος κι ἂς καεῖ στὴ φωτιὰ τοῦ Ἅδη . Σ ‘ ἐρωτῶ ὅμως : ἂν ὁ Θεὸς δώσει σ΄ ἐσένα μία καλὴ θέση στὸν παράδεισο καὶ δεῖς πεταμένο στὶς φλόγες ἐκεῖνον γιὰ τὸν ὁποῖο τὰ εὐχόσουν αὐτὰ , ἄραγε δὲν θὰ λυπηθεῖς τότε γὶ ‘ αὐτὸν , ὅποιος κι ἂν ἦταν , ἔστω καὶ ἐχθρός της Ἐκκλησίας ; Κύριε , ὅλοι οἱ λαοὶ εἶναι ἔργο τῶν χειρῶν Σου . Ἀπομάκρυνέ τους ἀπὸ τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος καὶ δῶσε τοὺς μετάνοια , γιὰ νὰ γνωρίσουν ὅλοι τὴν ἀγάπη Σου .  Κύριε , σκόρπισε τὴ χάρη Σου στὴ γῆ . Δῶσε σ ‘ ὅλους τους λαοὺς τῆς γὴς νὰ γευθοῦν τὴν ἀγάπη Σου , νὰ μάθουν πὼς Σὺ μᾶς ἀγαπᾶς σὰν μητέρα κι ἀκόμη περισσότερο . Γιατί μπορεῖ κι ἡ μητέρα νὰ ξεχάσει τὸ παιδὶ τῆς , ἀλλὰ Σὺ ποτὲ , γιατί ἀγαπᾶς ἀπείρως τὸ πλάσμα Σου καὶ ἡ ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ λησμονήσει .  Ἂν γνώριζε ὁ κόσμος τὴ δύναμη τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ :«Μάθετε ἂπ ‘ ἐμοῦ , ὅτι πράος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία» , τότε ὅλος ὁ κόσμος , ὅλη ἡ οἰκουμένη , θὰ ἐγκατέλειπαν ὅλες τὶς ἐπιστῆμες καὶ θὰ μάθαιναν μόνον αὐτὴ τὴν οὐράνια ἐπιστήμη . Κι ἂν κανεὶς δὲν μάθει τὴν ταπείνωση , τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ἀκακία , τότε ὁ Κύριος δὲν θὰ τοῦ δώσει τὴ γνώση τοῦ Ἑαυτοῦ Του . Ψυχὴ ὅμως ποὺ γνώρισε ἀληθινὰ ἐν Πνεύματι Ἁγίω τὸν Κύριο καὶ πληγώθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του , δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ Τὸν λησμονήσει , ἀλλὰ ὅπως ὁ ἄρρωστος θυμᾶται διαρκῶς τὴν ἀσθένειά του , ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Κύριο πάντα θυμᾶται τὸν Κύριο καὶ τὴν ἀγάπη Του γιὰ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος .«Τώρα δὲν ἀντιλαμβάνεστε τὴν ἀγάπη μου γιὰ σᾶς , ἀλλὰ θ ‘ ἀρθεῖ ἡ ὥρα , ὅποτε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ σᾶς δώσει νὰ τὴν καταλάβετε» .«Μὴν ἀργεῖτε , ἐλᾶτε κοντά μου . Σᾶς περιμένω μὲ πόθο σὰν παιδιὰ ἀγαπημένα καὶ θὰ σᾶς δώσω τὴν εἰρήνη μου καὶ θὰ ἔχετε χαρὰ καὶ ἡ χαρά σας θὰ εἶναι αἰώνια « . Γὶ ‘ αὐτὸ , ἀδελφοὶ , μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις σᾶς φυλάγετε τὴν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ , ποὺ σᾶς δόθηκε δωρεὰν . Κι ἂν κάποιος μᾶς κακοποιεῖ , ἂς τὸν ἀγαποῦμε , ἔστω καὶ μὲ κόπο , καὶ ὁ Κύριος βλέποντας τὸν κόπο μας θὰ μᾶς βοηθήσει μὲ τὴ χάρη Του . Πόση χαρὰ εἶναι γιὰ μᾶς ὅτι ὁ Κύριος ὄχι μόνο συγχωρεῖ τὰ ἁμαρτήματά μας , ἀλλὰ καὶ δίνει στὴν ψυχὴ τὴν γνώση Τοῦ , ἀρκεῖ μόνο νὰ ταπεινωθεῖ . Κι ὁ τελευταῖος φτωχὸς μπορεῖ νὰ ταπεινωθεῖ καὶ νὰ γνωρίσει τὸν Θεὸ μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα . Δὲν χρειάζονται οὔτε χρήματα, οὔτε τίτλοι γιὰ νὰ γνωρίσει κανεὶς τὸν Θεὸ , ἀλλὰ μονάχα ἡ ταπείνωση . Ὁ Κύριος δίνεται δωρεὰν , μόνο χάρη στὸ ἔλεός Του . Πρὶν δὲν τὸ ἤξερα , ἀλλὰ τώρα βλέπω καθημερινὰ κάθε ὥρα , κάθε λεπτὸ ὁλοφάνερα τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ . Ὁ Θεὸς χαρίζει εἰρήνη ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ δὲν ὑπάρχει εἰρήνη στὴν ψυχὴ . Σὺ ἐστόλισες τὸν οὐρανὸ μὲ τὰ ἄστρα , τὸν αἰθέρα μὲ τὰ σύννεφα , τὴ γῆ μὲ τὶς θάλασσες , τὰ ποτάμια καὶ τοὺς πράσινους κήπους ὅπου κελαηδοῦν τὰ πουλιὰ , ἀλλὰ ἡ ψυχή μου ἀγάπησε μονάχα Ἐσένα καὶ δὲν ποθεῖ τὸν κόσμο αὐτὸ , ἔστω κι ἂν εἶναι ὡραῖος  Ποῦ κατοικεῖς , Φῶς μου ; Βλέπεις πῶς Σὲ ἀναζητῶ μὲ δάκρυα . Ἂν δὲν ἐμφάνιζες Σὺ τὸν Ἑαυτό Σου σὲ μένα , δὲν θὰ μποροῦσα νὰ Σὲ ζητῶ τώρα ὅπως Σὲ ζητῶ . Ἀλλὰ Σὺ ὁ ἴδιος μὲ ἀναζήτησες , ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ μοῦ ἔδωσες νὰ γνωρίσω τὴν ἀγάπη Σου .Μ ‘ ἄφησες νὰ δῶ πὼς ἡ ἀγάπη Σου γιὰ μᾶς Σὲ ὁδήγησε στὸ Σταυρὸ καὶ πέθανες μέσα σὲ πόνους γιὰ χάρη μας . Σύ μου ἔδωσες νὰ γνωρίσω πὼς ἡ ἀγάπη Σου Σὲ κατέβασε ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς στὴ γῆ , ἀκόμη καὶ στὸν Ἅδη , γιὰ νὰ δοῦμε τὴν δόξα Σου  Ἡ ἁμαρτωλὴ ζωὴ εἶναι ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς , ἐνῶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ παράδεισος ἐκεῖνος τῆς τρυφῆς , στὸν ὁποῖο ζοῦσε πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση ὁ πατέρας μᾶς Ἀδὰμ . …

 

 

 

 

 

 

 

Ὁ σταυρός μας καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ

 

Ὁ Σταυρός μας καὶ ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ

Ὁ Κύριος εἶπε στοὺς μαθητές Του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».

Γιατὶ εἶπε, «τὸν σταυρό του»; Ἐπειδὴ εἶναι σταυρὸς προσωπικός. Κάθε ἄνθρωπος, δηλαδή, ἔχει νὰ σηκώσει τὸν δικό του σταυρό, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ὁνομάζεται συνάμα καὶ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρός του» εἶναι οἱ θλίψεις καὶ οἱ ὀδύνες τῆς ἐπίγειας ζωῆς, θλίψεις καὶ ὀδύνες προσωπικές.Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρός του» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καὶ οἱ ἄλλες ἀσκήσεις τῆς εὐσέβειας, μὲ τὶς ὁποῖες ταπεινώνεται ἡ σάρκα καὶ ὑποτάσσεται τὸ πνεῦμα. Εἶναι κι αὐτὲς προσωπικές, καθώς πρέπει νὰ ἀναλογοῦν στὶς δυνάμεις τοῦ καθενός.Γιὰ κάθε ἄνθρωπο «ὁ σταυρός του» εἶναι οἱ ἁμαρτωλὲς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη, προσωπικά ἐπίσης. Μὲ ὁρισμένα ἀπ' αὐτὰ γεννιέται, ἐνῶ ἄλλα τὰ ἀποκτᾶ στὴν πορεία τῆς ἐπίγειας ζωῆς του.Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ.Μάταιος καὶ ἀτελέσφορος ὁ σταυρός -ὅσο βαρὺς κι ἂν εἶναι- ποὺ σηκώνουμε, ἀκολουθώντας τὸν Χριστό, ἂν δὲν μεταβληθεῖ σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.Γιὰ τὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ «ὁ σταυρός του» γίνεται Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴν ἀκλόνητη πεποίθηση ὅτι Ἐκεῖνος πάντοτε ἀγρυπνεῖ γι' αὐτόν, ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ποὺ παραχωρεῖ ὅλες τὶς θλίψεις, ὡς ἀπαραίτητο καὶ ἀναπόφευκτο ὅρο τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητας, καὶ ὅτι μ' αὐτὲς μιμεῖται καὶ οἰκειώνεται τὸν Χριστό, γίνεται μέτοχος τῶν παθημάτων Του στὴ γῆ, γιὰ νὰ γίνει μέτοχος καὶ τῆς δόξας Του στὸν οὐρανό.Γιὰ τὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ «ὁ σταυρός του» γίνεται Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ὁ ἀληθινὸς μαθητής τοῦ Χριστοῦ μοναδικό σκοπό τῆς ζωῆς του ἔχει τὴν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν Ἐκείνου. Οἱ πανάγιες ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ γίνονται γιὰ τὸν μαθητή Του σταυρός, ποὺ πάνω του διαρκῶς σταυρώνει τὸν παλαιὸ ἁμαρτωλὸ ἑαυτό του «μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες του».Ἔτσι γίνεται φανερό ὅτι, γιὰ νὰ σηκώσει κανεὶς τὸν σταυρό του καὶ ν' ἀκολουθήσει τὸν Χριστό, πρέπει ν' ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του νὰ τὸν ἀπαρνηθεῖ ὡς τὸν ἀφανισμὸ τῆς ψυχῆς του! Ναί, γιατὶ τόσο βαθιά, τόσο πληθωρικὰ διαπότισε ἡ ἁμαρτία τὴ φθαρμένη φύση μας, ὥστε ἡ ψυχή μας πρέπει ν' ἀφανιστεῖ καὶ νὰ γεννηθεῖ πάλι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.Γιὰ νὰ σηκώσεις τὸν σταυρό σου, πρέπει, πρῶτον, νὰ ἀρνηθεῖς στὸ σῶμα τὴν ἱκανοποίηση τῶν ἰδιότροπων ἐπιθυμιῶν του, προσφέροντας του μόνο τὰ ἀπαραίτητα γιὰ τὴ συντήρηση του• δεύτερον, νὰ παραδεχθεῖς ὅτι τὸ δίκαιό σου εἶναι ἀπάνθρωπη ἀδικία καὶ ἡ λογική σου τέλειος παραλογισμὸς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί, τρίτον, νὰ παραδοθεῖς στὸν Κύριο μὲ ἀκλόνητη πίστη καὶ νὰ ἐπιδοθεῖς στὴν ἐπιμελὴ σπουδὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ἀποστεργώντας τὸ θέλημά σου.Ὅποιος μ' αὐτὸν τὸν τρόπο ἀπαρνεῖται τὸν ἑαυτό του, εἶναι ἱκανὸς νὰ σηκώσει τὸν σταυρό του. Μὲ πνεῦμα ὑποταγῆς στὸν Θεό καὶ μὲ τὴν ἐπίκληση τῆς βοήθειας Του, ἡ ὁποία ἔρχεται νὰ τὸν ἐνισχύσει, κοιτάζει ἄφοβα καὶ ἀτάραχα τὴ θλίψη νὰ τὸν πλησιάζει καὶ ἑτοιμάζεται μεγαλόψυχα νὰ τὴν ὑπομείνει. Ἐλπίζει ὅτι ἔτσι θὰ γίνει μέτοχος τῶν παθημάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ φτάσει στὴν ὁμολογία Του, ὁμολογία μυστική, μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἀλλὰ καὶ φανερή, μὲ τὶς πράξεις καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή.Ὅσο ὁ σταυρὸς παραμένει μόνο δικός μας, εἶναι πολύ βαρύς. Ὅταν μεταβληθεῖ σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἐξαιρετικὰ ἐλαφρός. «Γιατὶ ὁ ζυγός μου εἶναι χρηστὸς καὶ τὸ φορτίο μου ἐλαφρό», εἶπε ὁ Κύριος.Ὁ σταυρὸς τοποθετεῖται στοὺς ὥμους τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὸς ἀναγνωρίσει πὼς εἶναι ἄξιος τῶν θλίψεων ποὺ τοῦ ἔστειλε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ σηκώνει ὀρθὰ τὸν σταυρό του, ὅταν παραδέχεται ὅτι οἱ θλίψεις εἶναι ἀπαραίτητες γιὰ τὴ μεταμόρφωση του, τὴν ὁμοίωση του μὲ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ σωτηρία του.Ἡ καρτερική ἄρση τοῦ σταυροῦ σου εἶναι ἡ καθαρή θέαση καὶ ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς σου. Σ' αὐτὴ τὴν ἐπίγνωση δὲν ὑπάρχει αὐταπάτη. Ἀπεναντίας, ἂν ὁμολογεῖς πὼς εἶσαι ἁμαρτωλὸς ἀλλὰ βαρυγκωμᾶς γιὰ τὸν σταυρό σου, ἀποδεικνύεις πὼς ἔχεις ἐπιφανειακὴ γνώση τῆς ἀμαρτωλότητάς σου καὶ βρίσκεσαι μέσα στὴν αὐταπάτη.Ἡ καρτερική ἄρση τοῦ σταυροῦ σου εἶναι ἡ πραγματικὴ μετάνοια.Καρφωμένος στὸν σταυρό, ὁμολόγησε μπροστὰ στὸν Κύριο πὼς οἱ ἀποφάσεις Του εἶναι ἀλάθητες. Κατηγόρησε τὸν ἑαυτό σου, δικαίωσε τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, καὶ θὰ λάβεις τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν σου.Καρφωμένος στὸν σταυρό, γνώρισε τὸν Χριστό, καὶ θ' ἀνοιχθοῦν γιὰ σένα οἱ πύλες τοῦ παραδείσου.Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, δόξασε τὸν Κύριο, ἀποδιώχνοντας ὡς ἄνομο καὶ βλάσφημο κάθε λογισμὸ παραπόνου καὶ γογγυσμοῦ.Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, εὐχαρίστησε τὸν Κύριο γι' αὐτὸ τὸ ἀνεκτίμητο δῶρο Του τὴ δυνατότητα, δηλαδή, ποὺ σοῦ δίνει νὰ Τὸν μιμηθεῖς μὲ τὶς ὀδύνες σου.Καρφωμένος στὸν σταυρό σου, νὰ θεολογεῖς- γιατὶ ὁ σταυρὸς εἶναι τὸ ἀληθινό σχολεῖο, τὸ μοναδικό θησαυροφυλάκιο καὶ ὁ ὕψιστος θρόνος τῆς αὐθεντικῆς θεολογίας. Δίχως σταυρὸ δὲν ὑπάρχει ζωντανὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.«Μὴ ζητᾶς τὴν τελειότητα τοῦ νόμου τῆς ἐλευθερίας (δηλ. τοῦ Εὐαγγελίου) σὲ ἀνθρώπινες ἀρετές, γιατὶ τέλειος ἄνθρωπος μ' αὐτὲς τὶς ἀρετὲς δὲν ὑπάρχει, ἡ τελειότητα του εἶναι κρυμμένη στὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ».Σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ μεταβάλλεται ὁ σταυρὸς τοῦ μαθητῆ τοῦ Χριστοῦ, ὅταν αὐτὸς τὸν σηκώνει μὲ εἰλικρινὴ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητα του εὐχαριστώντας καὶ δοξολογώντας τὸν Κύριο. Ἀπὸ τὴν εὐχαριστία καὶ τὴ δοξολογία ἔρχεται ἡ πνευματικὴ παρηγοριά. Ἡ εὐχαριστία καὶ ἡ δοξολογία γίνονται πλούσιες πηγὲς ἀσύλληπτης καὶ ἄφθαρτης χαρᾶς, ποὺ κοχλάζει εὐεργετικά μέσα στὴν καρδιά, ξεχύνεται στὴν ψυχή, ἀπλώνεται στὸ σῶμα, κυριεύει ὅλη τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου.Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιὰ τοὺς σαρκικοὺς ἀνθρώπους ἀσήκωτος. Γιὰ τὸν μαθητὴ καὶ ἀκόλουθο τοῦ Χριστοῦ, ὅμως, εἶναι ἀστείρευτη πηγὴ ἀνέκφραστης πνευματικῆς εὐφροσύνης. Τόσο μεγάλη εἶναι αὐτὴ ἡ εὐφροσύνη, ποὺ ἐξουδετερώνει ἐντελῶς τὴ θλίψη καὶ τὸν πόνο.Ἡ νεαρὴ Μαύρα εἶπε στὸν σύζυγό της Τιμόθεο, ὅταν ἐκεῖνος, ὑπομένοντας μὲ καρτερία φοβερὰ βασανιστήρια γιὰ τὴν πίστη του στὸν Χριστό, τὴν καλοῦσε στὸ μαρτύριο: "Φοβᾶμαι, ἀδελφέ μου, νὰ μὴ δειλιάσω, ὅταν δῶ τὰ βασανιστικὰ ὅργανα καὶ τὸν ὀργισμένο ἡγεμόνα φοβᾶμαι μήπως λυγίσω, ἐπειδὴ εἶμαι νέα". Καὶ ὁ Τιμόθεος τῆς ἀπάντησε: "Νὰ στηρίξεις τὴν ἐλπίδα σου στὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καὶ τὰ βασανιστήρια θὰ γίνουν λάδι, ποὺ θὰ χυθεῖ πάνω στὸ σῶμα σου, θὰ γίνουν πνοὴ δροσιᾶς, ποὺ θὰ σὲ ἀνακουφίσει ἀπὸ τοὺς πόνους σου".Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα τῶν Ἁγίων ὅλων τῶν αἰώνων.Ὁ Σταυρὸς εἶναι ὁ θεραπευτὴς τῶν παθῶν καὶ ὁ ἐξολοθρευτὴς τῶν δαιμόνων.Θανατηφόρος εἶναι ὁ σταυρός τους γιὰ ὅσους δὲν φρόντισαν νὰ τὸν μεταβάλουν σὲ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ ὅσους βαρυγκωμοῦν ἐνάντια στὴ θεία πρόνοια, γιὰ ὅσους παραδίνονται στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀπόγνωση. Οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ δὲν ἔχουν ἐπίγνωση τῆς ἁμαρτωλότητάς τους, ἑπομένως οὔτε καὶ μετάνοια, πεθαίνουν γιὰ πάντα πάνω στὸν σταυρό τους καὶ στεροῦνται, ἀπὸ ἔλλειψη αὐτογνωσίας καὶ καρτερίας, τὴν ἀληθινὴ ζωή, τὴ ζωή μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Οἱ ψυχές τους κατεβαίνουν ἀπὸ τὸν σταυρὸ τῶν θλίψεων μόνο νεκρές, γιὰ νὰ ριχθοῦν στὸν αἰώνιο τάφο, στὴ φυλακὴ τοῦ ἄδη.Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἀνυψώνει πάνω ἀπὸ τὴ γῆ τὸν σταυρωμένο σ' αὐτὸν μαθητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, καρφωμένος στὸν σταυρό του καὶ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, ἔχει τὶς σκέψεις του στραμμένες στὰ αἰώνια καὶ ἄφθαρτα ἀγαθά, μὲ τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του ζεῖ στὸν οὐρανὸ καὶ θεωρεῖ τὰ μυστήρια τοῦ Πνεύματος.«Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει», εἶπε ὁ Κύριος, «ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του καὶ ἂς μὲ ἀκολουθήσει». Ἀμήν.

 

 

 

 

 

Ἑόρτιος Λόγος εἰς τόν Ὅσιο Σιλουανόν τόν Ἁθωνίτην. Στήν μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῷνΣιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου πού ἐκφωνήθηκε στόν Πανηγυρικό Ἑόρτιο Ἑσπερινό στίς 23/9/2018 ὑπό τοῦ Πατρός Πολυκάρπου Ἑόρτιος Λόγος εἰς τόν Ὅσιο Σιλουανόν τόν Ἁθωνίτην. Στήν μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῷνΣιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου πού ἐκφωνήθηκε στόν Πανηγυρικό Ἑόρτιο Ἑσπερινό στίς 23/9/2018 ὑπό τοῦ Πατρός Πολυκάρπου

vvv

Δωρεάν τόν λαβόντα εὐχήν τήν ἄπαυστον,παρά μητρός τοῦ ὑψίστου,Σιλουανέ θαυμαστέ. Παράτολμο νὰ ἀγγίξει κανεὶς τὰ βιώματα τοῦ μεγάλου Ὁσίου τοῦ Ἱησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ὁσίου τῆς θείας Ἀγάπης, τοῦ «Παγκσμίου» Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου. Ὁ βιογράφος του Ἁγίου Σιλουανοῦ, μακαριστὸς γέρων Σωφρόνιος, ἔλεγε ὅτι τὸ ἐγχείρημα δὲν εἶναι εὔκολο γιὰ ἄνθρωπο ποὺ δὲν ἔχει οὔτε τὸ χάρισμα, οὔτε τὴν πείρα τοῦ γράφειν. Ὅμως μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Ἁγίου Σιλουανοῦ θὰ προσπαθήσουμε νὰ σκιαγραφήσουμε τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία του.  Ὁ Άγιος Σιλουανός μέχρι να γίνει δοχείο τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ  καί  νά πληρωθεῖ Πνεύματος Ἁγίου,  πέρασε διά πυρὸς καὶ  σιδήρου: θλίψεις, ἀπογνώσεως,  βίωσε τό σκοτάδι τῆς κολάσεως, βρέθηκε στά ἔγκατα τοῦ ἅδου. Ὅταν ἔφτασε στά ὅρια τῆς θλίψεως καί τό ἐξέφρασε μέ τό νά πεῖ στόν Θεό ὅτι εἶναι ἀδυσώπητος, τότε γεύτηκε καί τή χάρη ὥς «πύρ καταναλίσκον, στήν καρδιά του ἀπό τή στιγμή πού εἶδε τὸν Γλυκύτατον  Κύριον  μας Ἰησοῦν Χριστοόν  καί  τοῦ εἶπε τόν κορυφαῖο λόγο «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζου». Ἀπό τότε ἔκαιγε μέσα του ὁ ἄσβεστος πόθος, ὁ θεῖος ἔρωτας γι΄Αύτόν.Ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ ἔκαιγε ἀδιαλείπτως στὴν ψυχή του, ἀφοῦ τοῦ δόθηκε γιὰ τὸν ἀνδρεῖο ἀγώνα του ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Θεοτόκο! Πλέον τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιὰ του πονοῦσε γιὰ    ὅλη τὴν κτίση, ποὺ ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ δημιουργό της. Ἡ προσευχή του μὲ πόνο βαθὺ ἔβγαινε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Δέομαι οὖν σου Κύριε, ἵνα γνωρίσωσιν Σὲ ἐν πνεύματι Ἁγίω πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς». Γι΄’ αὐτὸ ἄλλωστε ἀγαπήθηκε πολὺ ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ἀπὸ ὅλα σχεδὸν τὰ ἔθνη καὶ ἔγινε Παγκόσμιος Ἅγιος στὶς ψυχὲς ὅλων. Λίγες γραμμὲς δὲν μποροῦν νὰ περιγράψουν τὶς ἀρετὲς ἑνὸς γίγαντα Ἁγίου, ὅπως τήν ἀνεξικακία του, τήν ἀγάπη του καὶ ἰδιαίτερα τήν ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἐχθρούς, τήν αδιάλειπτη νοερὰ προσευχή του γιὰ ὅλα τὰ ἔθνη, τὴ χριστομίμητο ταπεινωση του καὶ τὴν πλήρη ὑπακοή του σὲ κάθε ἀδερφό, ὄχι μόνο στὸν πνευματικό. Ἀρετὲς ποὺ ὁ Ἅγιος ἤξερε νὰ τὶς κρύβει πολὺ καλά.Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ πρώτη σύλληψη, ἀπὸ τὸ λογοκρατούμενο πνεῦμα μας, τῆς λειτουργίας τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ εἶναι συνήθως μία διαφάνεια νοησιαρχική. Τὴν διαδικασία τῆς ἐπικλήσεως συλλαμβάνουμε ὡς καθαρὴ νοητικὴ λειτουργία. Ἀλλὰ ἂν βιώνουμε ἕναν ὁρισμένο βαθμὸ ἁγιοπνευματικὴς ἐμπειρίας, τὸ πνεῦμα μας, καθὼς ἀνοίγει τὶς πύλες του γιὰ νὰ δεχθεῖ τὴν εἰκόνα τῆς λειτουργίας τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ὑποδέχεται μία παράσταση τῆς διανοίας ἀλλὰ μία ἁγιοπνευματική «Θεία Λειτουργία», στὴν ὁποία ἐκφράζεται συνοπτικὰ ὅλη ἡ δυναμικὴ λυτρωτικὴ παρουσία τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶναι μία τυπικὴ (μηχανικὴ – ψυχολογικὴ) ἐπανάληψη προβολῆς νοητικῶν διαφανειῶν στὴν ὀθόνη τοῦ πνεύματός μας. Εἶναι ἀναμφιβόλως ἡ ἔκχυση τῆς συνολικῆς δυναμικῆς  σωτηριολογικοῦ Του ἔργου στὴν καθολική μας ὕπαρξη.Πράγματι! Ἐδῶ μπορεῖ κανεὶς νὰ θυμηθεῖ τὴν διαβεβαίωση τοῦ Παύλου· «Ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν» (Ρώμ. 5, 5.). Ἂν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ μονογενὴς Υἱός Του, ἡ ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὶς καρδιὲς μας εἶναι ἡ ἔκχυση τῆς χάριτος τοῦ λυτρωτικοῦ Του ἔργου σὲ ὅλο τὸ χῶρο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ὁ  Ἄπ. Παῦλος, μ΄ ἕνα νοῦ βαπτισμένο σὲ ἀπερίγραπτες οὐράνιες ἐμπειρίες, μᾶς παραδίδει συχνὰ ἔννοιες ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἄμεσα. Μποροῦμε ὅμως νὰ … ὑποψιαζόμαστε τί ἄπειρο βάθος «σοφίας Χριστοῦ» ὑπάρχει  σέ κάθε ἔννοια ποὺ εἶναι προορισμένη νὰ προσανατολίζει τὸ πνεῦμα μας στὴ συνάντηση καὶ βίωση τοῦ Χριστοῦ μέσα μας.Ἔτσι ἡ προτροπὴ τοῦ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» εἶναι μία εὐαγγελικὴ διαφάνεια μέσα ἀπὸ τὴν ὁποία ἀναφαίνεται ἡ «ἀνὰ πάσαν στιγμὴν» λυτρωτικὴ ἐνέργεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Υἱοῦ Του «ἐν Ἁγίω Πνεύματι».Γὶ΄ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος θὰ μᾶς παραδώσει τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ μ’ ἕνα συγκεκριμένο περιεχόμενο· τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ· «Πᾶν ὅ,τι ἂν ποιῆτε ἐν λόγω, ἢ ἔργω, πάντα ἐν ὀνόματι Κυρίου Ἰησοῦ ποιῆτε» (Κολοσ. 3, 17).Ἡ καθολικὴ αὐτὴ «χρησιμοποίηση» τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ στὶς ὁποιεσδήποτε στιγμὲς καὶ καταστάσεις τῆς ὑπάρξεώς μας εἶναι συγχρόνως μετοχὴ τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, διὰ τῆς ἱερατικῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ, στὴ «Θεία Λειτουργία» τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ σωτηρίας. Ὅταν δήλ. ἐπικαλούμεθα τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου σὲ ὁποιαδήποτε στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, δὲν ἐπικαλούμεθα μόνο τὸ ἅγιο βλέμμα Του ἢ μόνο τὴν εὐλογία τῆς «δεξιᾶς Του». Ἐπικαλούμεθα ὅλες τὶς λεπτομέρειες τῆς καθολικῆς Του ζωῆς καὶ παρουσίας, ὅπως βιώθηκαν ἀπὸ τὸν Ἴδιο καὶ συναπετέλεσαν τὸ λυτρωτικό Του ἔργο πού, ἐξ ἄλλου, συνοπτικὰ ἐκφράζεται στὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας! Γι’ αὐτὸ ἡ ἀπαραίτητη συμμετοχή μας στὸ μυστήριο αὐτὸ εἶναι, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ ἐξασφάλιση τῆς δυνατότητος νὰ ἐπικαλούμεθα τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ καὶ νὰ βιώνουμε τὴ μυστηριακὴ δραστικότητα τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ σὰν μία πλήρη «Θεία Λειτουργία» μέσα στὸν «ἐν ἡμῖν Ναὸν τοῦ Θεοῦ»!Ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς μία…προσευχή! Εἶναι κάτι πολὺ περισσότερό τῆς προσευχῆς ποὺ κάνουμε γιὰ μία καθησύχαση τῆς χριστιανικῆς μας αὐτοσυνειδησίας! Εἶναι μία πλήρης Θεία Λειτουργία τῆς ὑπάρξεως …! Ὄντως!Οἱ δύο μαθητὲς καὶ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ, στὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ χωλοῦ ἀνθρώπου, δὲν ἔκαναν μία ἁπλὴ ἐνέργεια. Κατὰ κάποιο τρόπο ἐπετέλεσαν μία «Θεία Λειτουργία»! Μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ παρέδωσαν τὸν ἄνθρωπο αὐτὸ στὴ μοναδικὴ λυτρωτικὴ διαδικασία, στὴν ἐνέργεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀπέρρευσε πλούσια ἀπὸ τὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ἐξ ἄλλου ἡ παράδοση αὐτὴ ἦταν γιὰ τὸ χωλὸ ἄνθρωπο εἰσαγωγή του στὸ ἀδιάλειπτα τελεσιουργούμενο ἐν Ἁγίω Πνεύματι ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ ἔργο αὐτὸ εἶναι πράγματι μία ἀδιάλειπτη Θεία Λειτουργία! Γιατί ἕνα θαῦμα μόνο καρπὸς μίας Θείας Λειτουργίας μπορεῖ νὰ εἶναι!Ἡ θαυματουργικὴ θεραπεία τῆς παραλυμένης σάρκας- ἡ ζωοποίηση ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μίας σωματικῆς νεκρώσεως μόνο σὰν ἀποτέλεσμα τῆς λυτρωτικῆς λειτουργίας τῆς παρουσίας καὶ ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νὰ ἐννοηθεῖ. Συνήθως ἡ ἐπιφάνεια τοῦ θαύματος εἶναι μία ἁπλὴ ἐνέργεια ἢ ἕνας σύντομος λόγος. Ἀλλὰ οἱ λυτρωτικὲς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐνέργειες, ποὺ ὁλοκληρώνουν τὸ θαῦμα, εἶναι διαδικασίες μίας Θ. Λειτουργίας…!Τὸ μήνυμα αὐτῆς τῆς εὐαγγελικῆς διαφάνειας εἶναι φανερό. Τὰ ὑπαρξιακά μας προβλήματα μποροῦν νὰ θεραπεύονται μέσα στὶς σκοτοῦρες καὶ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητος, ἂν τὰ παραδίδουμε διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ στὴν ἁγία τράπεζα τῆς Θείας Λειτουργίας τῆς Ζωῆς καὶ Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ …!«Καὶ πᾶν ὅ,τι ἂν ποιῆτε ἐν λόγω ἢ ἔργω, πάντα ἐν ὀνόματι Κυρίου Ἰησοῦ ποιῆτε». Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ λειτουργοῦμε κι ἐμεῖς σὰν μία Θ. Λειτουργία τῆς ὑπάρξεως. Γιατί ἡ ἀδιάλειπτη μετοχή μας στὴ ζωὴ καὶ παρουσία τοῦ Χριστοῦ μᾶς κάνει νὰ λειτουργοῦμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίω ἠμῶν. Ἡ πράξη τῆς νοερᾶς προσευχῆς εἶναι νὰ βιάσεις τὸν ἑαυτόν σου νὰ λέγεις συνεχῶς τὴν εὐχὴ μὲ τὸ στόμα ἀδιαλείπτως.Στὴν ἀρχὴ γρήγορα, νὰ μὴν προφθάνει ὁ νοῦς νὰ σχηματίζει λογισμὸ μετεωρισμοῦ.Νὰ προσέχεις μόνο στὰ λόγια: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ».Ὅταν αὐτὸ πολυχρονίσει, τὸ συνηθίζει ὁ νοῦς καὶ τὸ λέγει καὶ γλυκαίνεσαι ὡσὰν νὰ ἔχεις μέλι στὸ στόμα σου καὶ θέλεις νὰ τὸ λέγεις. Ἂν τὸ ἀφήσεις στενοχωρεῖσαι πολύ.Ὅταν τὸ συνηθίσει ὁ νοῦς καὶ χορτάσει -τὸ μάθει καλὰ- τότε τὸ στέλνει στὴν καρδιά…Ἐπειδὴ ὁ νοῦς εἶναι ὁ τροφοδότης τῆς ψυχῆς καὶ μεταφέρει στὴν καρδιὰ ὁτιδήποτε φαντασθεῖ.Ὅταν ὁ εὐχόμενος κρατεῖ τὸν νοῦ του νὰ μὴ φαντάζεται τίποτε, ἀλλὰ νὰ προσέχει μόνο τὰ λόγια τῆς εὐχῆς…τότε ἀναπνέοντας ἐλαφρὰ μὲ κάποια βία καὶ θέληση δική του τὸν κατεβάζει στὴν καρδιά, καὶ τὸν κρατεῖ μέσα καὶ λέγει μὲ ρυθμὸ τὴν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ» …Ἂν θέλεις νὰ βρεῖς τὸν Θεὸ διὰ τῆς «εὐχῆς» δὲν θὰ σταματᾶς ποτὲ αὐτὴν τὴν ἐργασία.Ὄρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δὲν θὰ μένεις χωρὶς τὴν εὐχή.Νὰ μὴ βγαίνει πνοὴ χωρὶς τὴν εὐχὴ γιὰ νὰ ἐφαρμόζεται ὁ λόγος τοῦ Παύλου «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε».Ἐὰν μπορέσεις νὰ λέγεις τήν «εὐχὴ» ἐκφώνως καὶ συνέχεια, σὲ δύο-τρεῖς μῆνες πιστεύω τὴν συνηθίζεις καὶ μετὰ πλησιάζει ἡ Θεία Χάρις καὶ σὲ ξεκουράζει…Ἀρκεῖ νὰ μὴ σταματήσεις νὰ τὴν λέγεις μὲ τὸ στόμα, χωρὶς διακοπῆ.Ὅταν τὴν παραλάβει ὁ νοῦς τότε θὰ ξεκουρασθεῖς μὲ τὴν γλώσσα νὰ τὴν λέγεις.Ὅλη ἡ βία εἶναι στὴν ἀρχή, ἕως ὅτου γίνει συνήθεια.

Κατόπιν θὰ τὴν ἔχεις σ” ὅλα τὰ χρόνια της ζωῆς σου.

Μόνο κτύπα εὐθέως τὴν θύρα τοῦ θείου ἐλέους καὶ πάντως ὁ Χριστός μας θὰ σοὺ ἀνοίξει, ἐὰν ἐπιμένεις.Ἀγαπητοί μου .Ἡ εὐχή τοῦ Ἰησοῦ ἔκαιγε ἀδιαλείπτως στὴν ψυχή τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ, ἀφοῦ τοῦ δόθηκε γιὰ τὸν ἀνδρεῖο ἀγώνα του ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Θεοτόκο! Πλέον τὰ δάκρυα ἔτρεχαν ἀσταμάτητα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιὰ του πονοῦσε γιὰ    ὅλη τὴν κτίση, ποὺ ζοῦσε μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ δημιουργό της. Ἡ προσευχή του μὲ πόνο βαθὺ ἔβγαινε πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἔλεγε: «Δέομαι οὖν σου Κύριε, ἵνα γνωρίσωσιν Σὲ ἐν πνεύματι Ἁγίω πάντες οἱ λαοὶ τῆς γῆς».Νά εὐχηθοῦμε ἀγαπητοί  μου, νά καίη και στήν δική μας  ψυχή ἀδιαλείπτως Ἡ Προσευχή τοῦ Ἰησοῦ τό Κύριε  Ἰησοῦ Χριστέ Ἐλεησόν με, καθώς τὰ δάκρυα  μας να τρέχουν ἀσταμάτητα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο καὶ ἡ καρδιὰ  μαςνά  πονᾶ  γιὰ    ὅλη τὴν κτίση, ποὺ ζοῦμε ὅλοι μας μακριὰ ἀπὸ τὸν Ποιητὴ καὶ δημιουργό μας.Ὅσιε Σιλουανέ προσευχήσου νά μᾶς Ἐλεήσει καί συνχωρήσει ὁ γλυκύτατος Ἱησοῦς .Ἔτη πολλά  Εὐλογημένα καί Ἁγιασμένα.

 

 

 

 

Κύριέ μου. Γλυκύτατε Ἰησοῦ

 

 

 

 

Κύριέ μου. Γλυκύτατε Ἰησοῦ, σήμερα ἤθελα νὰ Σοὺ πῶ πὼς θέλω νὰ ἀνήκω σὲ Σένα. Σοὺ τὸ ΄πὰ κι ἄλλες φορές.

Τὸ ξέχασα ὅμως ἀρκετὲς φορὲς ἀπὸ τότε. Σήμερα μὲ βοηθεῖς νὰ Σοῦ τὸ ξαναζητήσω.                                                                                                                             Σ” εὐχαριστῶ καὶ Σὲ παρακαλῶ, αὐτὸ τὸ δῶρο χάρισε τὸ στὸ παιδί Σου. Βοήθησε μέ, μέχρι τὸ βράδυ αὐτὸ νὰ σκέπτομαι. Κύριε, Σὺ ξέρεις τὶς πληγές μου. Ξέρεις ὅμως καὶ τὴν προσπάθειά μου.                                                          Τὸ ὑπέρ πᾶν  ὄνομά Σου στὰ χείλη μου τὸ ἔχω συχνά. Καὶ ἡ ἐπίκληση αὐτὴ κάνει θαύματα. Γλυκύτατε Ἰησοῦ, βοήθησε μὲ νὰ Σοῦ κουβεντιάζω πιὸ συχνά.                            Ὅταν μοῦ ἔρχεται τὸ κύμα τοῦ κακοῦ τότε νὰ Σε  κουβεντιάζω πιὸ πολὺ γιὰ νὰ περνᾶ ἡ μπόρα. Κι ἂν τὰ κύματα μὲ βρέξουν, καὶ μὲ βρέχουν συχνά, Σὺ μὴν ἀφήσεις τὴ βάρκα μου νὰ τσακιστεῖ.

Μητροπολίτου Χαλκίδος Νικολάου Σελέντη ἀπὸ τὸ βιβλίο του “Ξεσπάσματα τῆς καρδιᾶς μου”

Ὁμιλία περὶ νοερᾶς καὶ καρδιακῆς προσευχῆς

Ὁμιλία περὶ νοερᾶς καὶ καρδιακῆς προσευχῆς που εκφώνησε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πρὸς τὰ μέλη τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συνεδρίου τοῦ Ὠνασείου Καρδιοχειρουργικοῦ Κέντρου ποὺ πραγματοποιήθηκε Ἀγαπητοί,

Μὲ χαρὰ ἀνταποκρίνομαι στὴν εὐγενῆ πρόσκληση τῶν διοργανωτῶν τοῦ παρόντος Συνεδρίου, θέμα ἔχοντος τὶς σύγχρονες προόδους στὴν καρδιολογία καὶ τὴν καρδιοχειρουργικὴ γιὰ νὰ ἀρθρώσω λόγο καρδιακό, καὶ γιὰ τοῦτο σύγχρονο ἀλλὰ καὶ συνάμα πανάρχαιο. Ἀπόψε ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλήσω ἐν ὀλίγοις γιὰ μία ἄλλη φυσιολογία τῆς καρδιᾶς, αὐτὴ ποὺ γνωρίζομε οἱ θεολόγοι καὶ οἱ θεολογοῦντες, αὐτὴ τὴν ὁποία καλὰ ἐπίσταται ὁ Δαυίδ, ὁ Παῦλος καὶ ὁ τελευταῖος ἀθωνίτης μοναχός, ἀλλὰ ἐνῶ ἀποτελεῖ ἕνα συγκλονιστικὸ γεγονὸς γιὰ τὸν φέροντα ὀργανισμό, δὲν εἶναι εἰς τὸ παράπαν ἀντιληπτὸ στὰ monitors τῶν καρδιογράφων. Μιλῶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς καρδιᾶς, τὸ ὁποῖο συντελεῖται ἐντός του ζωτικοῦ αὐτοῦ μῦ μὲ τὴν ἐγκατοίκηση σὲ αὐτὸν τῆς μονολογίστου εὐχῆς ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ’.  Ὅπως ἤδη σᾶς προϊδέασα, ἡ λειτουργία τῆς καρδιακῆς προσευχῆς προϋποθέτει μία ἄλλη φυσιολογία, τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ διδάσκεται στὰ ἐργαστήρια ἀνατομίας. Μέσα στὴν σωματικὴ καρδιὰ σὰν σὲ ὄργανο καὶ ὄχι σὰν σὲ ἀγγεῖο, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ὑφίσταται ἡ πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ καθενός, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὸ λογιστικό της ψυχῆς καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἡ καρδιὰ αὐτὴ ζωοποιεῖται μὲ τὴν παρουσία τῆς θείας χάριτος καὶ ἀντιδρᾶ μὲ σκιρτήματα, ἐσωτερικὴ θέρμη, γλυκύτητα, τὶς ὁποῖες μεταδίδει σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Ἔχει δὲ καὶ δικούς της κτύπους, γρηγορότερους ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ καρδιακοῦ μῦ οἱ ὁποῖοι ἀκούγονται ταυτόχρονα μὲ τοὺς τελευταίους καὶ μάλιστα μὲ τοὺς πνευματικοὺς κτύπους συντονίζεται ἡ νοερὰ προσευχή. (Παρέκβαση) Κατὰ συνέπεια, ἀπευθυνόμενος σὲ ὅλους ὑμᾶς τοὺς καρδιολόγους καὶ καρδιοχειρουργούς, ἐὰν κάποιος ἀσθενὴς σᾶς ρωτήσει γιὰ τὸ παράξενο φαινόμενο τῆς αἴσθησης δύο συγχρόνων ἀλλὰ καὶ ξεχωριστῶν καρδιακῶν παλμῶν, ὑποψιαστεῖτε ὅτι σ’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο, πιθανόν, νὰ ἐνεργεῖται μέσα του ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. (τέλος τῆς παρέκβασης) Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια, μποροῦμε εὐχερέστερα νὰ συλλάβουμε τὴν σωματοκεντρικὴ θεολογία τοῦ Παύλου. Κάθε σπλάγχνο εἶναι ἡ ἕδρα μίας ψυχικῆς κίνησης, ὅπως οἱ νεφροί, ὁ λάρυγγας, κυρίως ὅμως ἡ καρδιά. Ἐμεῖς βεβαίως, τὰ παιδιὰ τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἐντοπίζουμε ψυχικὲς κινήσεις στὶς ἐγκεφαλικὲς λειτουργίες, ἔχοντας μία τελείως διαφορετικὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ψυχοδυναμική.  Ἂς ἀκούσομε ὅμως τί λέει ἡ ὑπερδισχιλιετὴς ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση γιὰ τὸ ζήτημα. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, Παύλου, τὸ φαινόμενο μίας ζώσας καὶ ὁμιλοῦσας καρδίας ἐντοπίζεται ἁγιογραφικῶς στὴν ἐπιστολή του πρὸς Γαλάτας ὅπου τους ἐξηγεῖ ὅτι ἀπόδειξη τῆς πνευματικῆς ἐνηλικιώσεώς τους εἶναι ὅτι ἀκοῦν, προσέξτε, ὄχι στὸ νοῦ ἀλλὰ στὶς καρδιές τους, τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀπευθυνόμενο πρὸς τὸν Θεὸ Πατέρα νὰ λέει «ἀββᾶ ὁ Πατήρ». Μία τέτοια ἐμπειρία θὰ ἦταν φυσιολογικὰ ἀδιανόητη ἀπὸ τὸν δυτικότροπο ἄνθρωπο τῆς ἐποχῆς μας γιὰ προφανεῖς λόγους. Μὲ τὸν ἴδιο σκεπτικισμὸ τὴν ἐξέλαβαν καὶ οἱ ἀποδέκτες τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Παύλου, ἕως ὅτου τοὺς καθησύχασε πὼς πρόκειται περὶ πνευματικῆς ἐμπειρίας τὴν ὁποία κατέχει ὁ ἴδιος διηνεκῶς, ὥστε ἡ προσευχὴ νὰ λειτουργεῖται μέσα τοῦ ἀδιάλειπτα, εἴτε ὅπως θὰ πεῖ τρεῖς αἰῶνες ἀργότερα ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐντονότερα καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἀναπνοή.   Ἡ θεολογικὴ ὅμως στήριξη αὐτῆς τῆς λειτουργίας ἔρχεται πολὺ ἀργότερα, τὸν 13ο αἰώνα, ὅταν ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμᾶς ἀπαντᾶ στὸν ἀριστοτελοτραφὴ μοναχὸ Βαρλαὰμ Καλαβρό, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ νὰ ἐγγίσει τὸ Θεὸ γνωσιακά, ἐμπειρικά, ἀλλ’ ὄχι ἐντός του. Προσπαθεῖ νὰ ἐξωθήσει τὸ νοῦ ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα ὥστε νὰ ἀποκτήσει ἐμπειρία τοῦ θείου παράγοντα, ὅπως παρατηρώντας ὁ νοῦς τὰ ἐκτός του σώματος ἀποκτᾶ ἐμπειρία τῆς πραγματικότητος. Αὐτὴ ἄλλωστε, εἶναι καὶ ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ μέθοδος. Κανείς, εἴτε σχεδὸν κανείς, ἐξ ὑμῶν δὲν ἔχει ἐμπειρία τῆς κολπικῆς μαρμαρυγῆς ἀπὸ παρατήρηση τῆς ἴδιας του τῆς καρδιᾶς. Ὅλοι ὅμως εἶστε σὲ θέση νὰ διαγνώσετε τὸ φαινόμενο ἔξω ἀπὸ ἐσᾶς. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει μὲ τὴν λειτουργία τῆς νοερᾶς ἢ καρδιακῆς λεγομένης προσευχῆς. Ἡ καρδιακὴ προσευχὴ συντελεῖται ἐντός του σώματος. Ὁ προσευχόμενος συλλαμβάνει μὲ τὴν καθαρὴ προσευχὴ τὸ νοῦ, ὁ ὁποῖος, παρότι πνευματικός, ἀκολουθεῖ τὴ φυσιολογικὴ ὁδὸ καί, ὅσο καὶ ἂν ἀκούγεται παράδοξο, κατεβαίνει ἀπὸ τὸν λάρυγγα καὶ εἰσέρχεται στὴν καρδιά, ὅπου καὶ ἐγκαθίσταται. Περνώντας ἀπὸ τὸ λάρυγγα ἀφήνει μία ἡδύτητα οὕτως ὥστε νὰ γίνεται τώρα ἀπολύτως κατανοητὸς ὁ Δαυὶδ ὅταν λέει «ὡς γλυκέα τῷ λάρρυγί μου τὰ λόγιά σου» , ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ ὅταν νοιώθει τὸ στόμα τοῦ γλυκὺ σὰν μέλι καὶ τὸ ἴδιο ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σὲ μία παρόμοια μὲ τὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ ἀποκαλυπτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεό. Ἐάν, λοιπόν, στὸ διάβα της ἡ νοερὰ προσευχὴ φέρνει τέτοια σωματικὰ ἐρεθίσματα, τί κάνει ἐντός της καρδίας, στὴν ὁποία ἐγκαθίσταται Ἡ προσευχὴ μέσα στὴν καρδιὰ βρίσκεται σὲ οἰκεῖο τόπο. Συναντᾶ, κατὰ τὸν Διάδοχο Φωτικὴς τὴ χάρη τοῦ Βαπτίσματος, τὴν κεκρυμμένη ἂν θέλετε ἀπὸ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ βιώνει. Ἐφόσον δέ, μιλοῦμε περὶ βιώματος, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἀκριβολόγοι. Δὲν πρόκειται περὶ μίας ἐγκεφαλικῆς λειτουργίας ἀλλὰ περὶ μίας σωματικῆς ἀλλοίωσης. Ἡ καρδιὰ νοιώθει μία συντριβὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀνακάλυψη τῶν οἰκείων παθῶν. Χωρὶς νὰ πρόκειται γιὰ νοσηρὴ κατάσταση συμμετέχει σ’ αὐτὸ τὸ συναίσθημα καὶ τὸ περικάρδιο ὥστε νὰ σκιρτᾶ. Ἡ ἐπισκόπηση τῆς ψυχικῆς κατάστασης τοῦ προσευχομένου φέρνει μία εὐαισθησία ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μὲ ὀχετοὺς δακρύων, ἀβίαστη ἐπανάληψη τῆς εὐχῆς χωρὶς νοητικὴ προσπάθεια. Ἡ εὐχὴ λειτουργεῖ πλέον αὐτόνομα καὶ συντονίζεται μὲ ἕναν παλμὸ διαφορετικό του φυσικοῦ καρδιακοῦ μῦ. Αὐτενεργεῖται. Θερμαίνεται καὶ μεταδίδει αὐτὴ τὴ θερμότητα σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Θὰ ἔχετε ἀκουστὰ τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ ὅπου μέσα στὸ καταχείμωνο μετέδωσε αὐτὴ τὴ θερμότητα διὰ τῆς ἁφῆς στὴν καρδιὰ ἑνὸς προσκυνητοῦ γιὰ νὰ τοῦ ἐπιδείξει τὴν κατὰ τὰ ἄλλα μὴ ὑποπίπτουσα στὶς αἰσθήσεις χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Ἡ κατάκτηση τῆς εὐχῆς εἶναι γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ζηλευτὴ δωρεὰ ἑνὸς ἐπίπονου καὶ πολυχρόνιου ἀγώνα. Μὲ βεβαιότητα σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἐφικτὴ καὶ κατὰ πάντα προσιτὴ σὲ ὅποιον θελήσει νὰ τολμήσει.Ἀγαπητοί,  Ἴσως τὰ προλεχθέντα ἀποτελοῦν καινὰ ἀκούσματα. Ἐλπίζω, ὡστόσο, ὅτι ἡ ὑγιὴς ἐπιστημονική σας περιέργεια θὰ σᾶς προτρέψει νὰ ἀγγίξετε μὲ τὸ πνευματικό σας στηθοσκόπιο τὸ μεγαλεῖο της ψυχῆς σας, τὴν πνευματική σας δηλαδὴ καρδιὰ καὶ νὰ ἀκούσετε τοὺς θείους καὶ ἀλάλλητους στεναγμούς της.Σᾶς εὔχομαι καλὴ ἐπιτυχία στὶς ἐργασίες τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συνεδρίου σας καὶ σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή σας νὰ μὲ ἀκούσετε. Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς εὐλογεῖ.

Εὐχαριστῶ

Ὑπό τοῦ

Mακαριστοῦ  Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καί Πάσης
Ἑλλάδος Κυροῦ Χριστοδούλου
 

 

EORTIOSΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΤΗΝ

EORTIOSΛΟΓΟΣ

ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΠΑΤΕΡΑ ΗΜΩΝ ΣΙΛΟΥΑΝΟ ΤΟΝ ΑΘΩΝΙΤΗΝ

Σήμερα ἀγαπητοί ἐν χῶ Ἱησοῦ ἀδερφοί , ἡ Ἁγία μας ἐκκλησιά ἑορτάζει την μνήμη του Ὁσίου και θεοφόρου πατρός ἡμῶν Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου (Ἀρχιμ. Π.Κ,ΙΜ.ΑΓ.ΝΙΚ.ΑΝΑΠ.ΑΓ.Μετ)

 

 «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι»                                                                                        «Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νὰ προσευχηθῶ ἐνώπιόν Σου μὲ καθαρὸ νοῦ, ἀλλὰ οἱ δαίμονες μὲ ἐμποδίζουν. Πές μου τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ μένα».Καὶ ἔλαβα μέσα στὴν ψυχή μου αὐτὴ τὴν ἀπάντηση ἀπὸ τὸν Κύριο: Οἱ ὑπερήφανοι ὑποφέρουν πάντα ἀπὸ τοὺς δαίμονες».Ἐγὼ εἶπα: «Κύριε.Ἐσὺ εἶσαι ἐλεήμων ἡ ψυχή μου Σὲ γνωρίζει· πές μου τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή μου». Καὶ ὁ Κύριος ἀπάντησε στὰ μύχια της ψυχῆς μου: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι».Τὴ μετάνοια ὡς δρόμο ποῦ ὁδηγεῖ στὴν ταπείνωση ὁ Σιλουανὸς τὴν ἔζησε μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο, στὸν ὑψηλότερο βαθμὸ ἔντασης. ἀκολουθώντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ: Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι. Δύσκολη κουβέντα! Δυνατή, μαχητική, μὰ συγχρόνως καὶ δύσκολη. Γιὰ νὰ τὴν κατανοήσουμε σὲ ὅλο της τὸ βάθος, θὰ πρέπει νὰ βρεθοῦμε κι ἐμεῖς σὲ μία ἀνάλογη πνευματικὴ κατάσταση μὲ ἐκείνη τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν κανεὶς νὰ τὴν προσεγγίσει παρὰ μόνο μὲ προσοχή, ἀποποιούμενος τὴ σοφία αὐτοῦ του κόσμου, προκειμένου νὰ ἀφήσει τόπο στὴ σοφία τοῦ Πνεύματος, ποῦ εἶναι ἄλλης τάξεως καὶ λογικῆς.Εἶναι γεγονὸς ὅτι αὐτὸς ὁ λόγος ἔδωσε τόπο σὲ διάφορες ἑρμηνεῖες. Ἐκλαμβάνεται συχνὰ (σὲ ἕνα πρῶτο ἐπίπεδο, ψυχολογικὸ) ὡς λόγος παραμυθίας καὶ ἐνθάρρυνσης, ἐνώπιον μίας κατάστασης μεγάλου πόνου, δυστυχίας καὶ ἀπογοήτευσης. Αὐτὴ ἡ ἀντίληψη, ὅσο καὶ νὰ εἶναι γόνιμη ἐνδεχομένως, δὲν εἶναι αὐτὴ τοῦ Σιλουανοῦ. Γιὰ ἐκεῖνον, τὸ νὰ κρατᾶς τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη, εἶναι ἕνα ἀσκητικὸ διάβημα αὐτοκαταδίκης, ποῦ σου ἐπιτρέπει νὰ μετανοήσεις ὅπως πρέπει, νὰ μάχεσαι ἐνάντια στὴν ἀλαζονεία, νὰ θριαμβεύεις πάνω στὰ πάθη καὶ τοὺς δαίμονες.Κατ’ ἀρχάς, γιὰ νὰ διεισδύσουμε μέσα στὸ μυστήριο αὐτοῦ του λόγου, ἡ καλύτερα γιὰ νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ καταδυθεῖ στὴν καρδιά μας, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ μία συγκεκριμένη ἀντίληψη γιὰ τὸν Ἅδη, ποῦ ἅπαντα συχνὰ στὴ Δύση καὶ κουβαλᾶ μαζί της ἕναν κυκεώνα μεσαιωνικῶν συνδηλώσεων. Ὁ Ἅδης στὴν περίπτωσή μας δὲν ὑποδηλώνει ἕναν γεωγραφικὸ τόπο (ἕναν τόπο ἂπ΄ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Θεός), ἀλλὰ μία πνευματικὴ κατάσταση, ἕνα «ἔγκαυμα» στὴ συνείδηση. Εἶναι ἐν προκειμένω ἡ κατάσταση ἐκείνης τῆς ψυχῆς ποῦ εἶναι χωρισμένη ἀπὸ τὸν Θεό, ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν της· ἢ καλύτερα, εἶναι ἡ κατάσταση ἐκείνης τῆς ψυχῆς ποῦ ἐκτίθεται στὴ χάρη, ἀλλὰ εἶναι τόσο ἀδιαπέραστη καὶ ἐγκλωβισμένη στὴ μόνωσή της, τόσο διογκωμένη ἀπὸ τὸ ἐγώ της καὶ τὰ πάθη, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὴ χάρη· δὲν μπορεῖ νὰ ἀνταποκριθεῖ καὶ νὰ ἀναζωογονηθεῖ ἀπὸ αὔτη, χωρὶς νὰ καεῖ ἀπὸ τὸ πυρακτωμένο  φῶς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, τὸν ὁποῖο, ὅπως ξέρουμε ὁ Ὅσιος Σιλουανὸς εὐλαβοῦνταν πολύ, «τὰ βάσανα τοῦ Ἅδη εἶναι τὰ βάσανα τῆς ἀγάπης». Θὰ εἴμαστε ὅλοι, τελικά, βυθισμένοι στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς μας, αὐτὴ ἡ συνάντηση θὰ βιώνεται μὲ διαφορετικὸ τρύπο ἀπὸ τὸν καθένα: ὡς παραδείσια χαρὰ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ εἶναι, ἤδη ἐξαγνισμένοι καὶ φωτισμένοι ἀπὸ τὴ χάρη, καὶ ὡς κολαστήρια θλίψη ἀπὸ ἐκείνους ποῦ ἔχουν ἤδη ἐντός τους σκοτάδι.Τὸ νὰ κρατᾶμε λοιπὸν τὸν νοῦ στὸν Ἅδη εἶναι μία πρόσκληση κατάδυσης στὶς πιὸ σκοτεινὲς ἀβύσσους τῆς ὕπαρξής μας· μία πρόσκληση ἀπογύμνωσης τῆς ψυχῆς μας καὶ ἔκθεσής της στὶς ἀκτίνες τῆς θείας ἀγάπης – ἡ «φωτιὰ τῆς μετάνοιας», γιὰ τὴν ὁποία μιλᾶ ὁ Ὅσιος Σιλουανός, δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ φωτιὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὴ ἡ κατάβαση εἶναι ἕνας τρόπος νὰ συμμετέχεις στὴ μάχη ποῦ ἔδωσε ὁ Χριστὸς στὴν ἔρημο, ἐνάντια στοὺς πειρασμοὺς τοῦ Σατανᾶ· ἕνας τρόπος νὰ συμμετέχεις στὴν κορύφωση τῆς κένωσής Του, ποῦ εἶναι ἡ κάθοδός Του στὸν Ἅδη. Διότι βέβαια μόνο μὲ Ἐκεῖνον μποροῦμε νὰ νικήσουμε τοὺς δαίμονες καὶ νὰ διεισδύσουμε χωρὶς κίνδυνο στὰ σκοτάδια τῆς ὕπαρξής μας – στὸ ζωηφόρο καὶ ἀναστάσιμο Φῶς Ἐκείνου πρέπει νὰ ἐκθέσουμε τὴν ψυχή μας.Αὐτὸ τὸ διάβημα, στὸ ξεκίνημά του, εἶναι ἀναπόφευκτα πηγὴ θλίψης. Κι αὐτό, διότι φανερώνει μὲ ἕναν τρόπο ἀνελέητο ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα μέσα μας, ποῦ ἀνήκουν ἀκόμη στὸν παλαιὸ Ἀδὰμ (δηλαδὴ στὸν θάνατο) καὶ ἀποτελοῦν ἐμπόδιο στὴ χάρη (δηλαδὴ στὴ ζωή). Εἶναι μία ἀποκάλυψη ὁλοένα καὶ πιὸ αἰχμηρή, διότι ὅσο τὸ θεῖο Φῶς φωτίζει τὸ σκοτάδι τῆς καρδιᾶς μας. τόσο διακρίνουμε ἐκεῖ τὶς ἀκαθαρσίες ποῦ ἀμαυρώνουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Ὅσο περισσότερο συνειδητοποιοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καὶ Δημιουργοῦ μας, τόσο πιὸ πολὺ ὑποφέρουμε ποῦ Τὸν ἔχουμε πληγώσει ἢ ποῦ ἀποκοπήκαμε ἀπὸ Αὐτόν. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ λύπη (ποῦ εἶναι ἡ λύπη τοῦ Σταυροῦ) εἶναι ζωηφόρος, ἀντίθετα ἀπὸ αὐτὴν τῆς ἁμαρτίας, ποῦ εἶναι θανατηφόρος. Καὶ ταυτόχρονα, εἶναι πηγὴ ταπείνωσης: μπροστὰ στὸ θέαμα τῆς ψυχικῆς μας πτώχειας, παύουμε νὰ κρίνουμε τοὺς ἄλλους καὶ κατηγοροῦμε μόνο τὸν ἑαυτό μας. Ὁ Ὅσιος Σιλουανὸς ποῦ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του σὰν ἕναν βρωμερὸ σκύλο, γράφει: πρέπει νὰ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας ὡς τὸ ἐλεεινότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ὄντα καὶ νὰ τὸν κρίνουμε ἄξιο γιὰ τὴν καταδίκη της Κόλασης. Δὲν εἶμαι ἄξιος του Θεοῦ οὔτε τοῦ Παραδείσου, ἀλλὰ τῶν βασάνων τῆς Κόλασης. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μᾶς μαθαίνει νὰ σκεφτόμαστε κὰτ΄αὐτὸ τὸν τρόπο γιὰ τὸν ἑαυτό μας.Αὐτὸ τὸ σχῆμα μετάνοιας, ποῦ συνδέει τὴ μνήμη τοῦ θανάτου μὲ τὴν ἀνταπόδοση τῆς τελικῆς κρίσεως, συνιστᾶ στὸν Ὅσιο Σιλουανὸ μία ἀληθινὴ ἀσκητικὴ πρακτική, μία ρομφαία πνευματικὴ ποῦ καθαρίζει τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ἰκανώνει νὰ κατοικήσει στὸν Θεό. Ὅταν κρατῶ τὸν νοῦ μου στὸν Ἅδη, ἡ ψυχή μου εἶναι εἰρηνική. Ὅταν, ἀντὶ τούτου, ἀφήνω τὸν νοῦ μου νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ Ἅδη, ἀνακτοῦν τὴ δύναμη τοὺς οἱ σκέψεις ἐκεῖνες ποῦ δὲν ἀρέσουν στὸν Θεό.Ὅμως, τὸ «κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη» δὲν ἔχει κάποια σημασία, παρὰ μονάχα ἀκολουθούμενο ἀπὸ τὸ δεύτερο σκέλος τῆς φράσης, ποῦ κρατᾶ τὴν ἰσορροπία: καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι. Δηλαδή: μὴ χάνεις τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας σου, τὴν ἐλπίδα στὸ ἄπειρο θεῖο ἔλεος. Καὶ γιὰ νὰ τὸ ποῦμε διαφορετικά: δὲν πρέπει ποτὲ νὰ πέφτουμε στὴν ἀπελπισία, γιατί ἡ ἀπελπισία εἶναι ἕνας ἐπιτηδευμένος τρόπος ὑπερηφάνειας, ἕνα κρυφὸ πάθος τοῦ ἐγὼ – τοῦ ἐγὼ ποῦ εἶναι φυλακισμένο στὴν αὐτάρκειά του καὶ ποῦ δὲν ἔχει ἄλλο ὁρίζοντα πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς ποῦ ἀπελπίζεται εἶναι φονιὰς τοῦ ἑαυτοῦ του. ἔλεγε ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (6ος αἵ.). Δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ποτὲ πῶς εἶναι ὁ ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος (καὶ ὄχι ὁ Θεὸς) αὐτὸς ποῦ δημιουργεῖ τὴν προσωπική του κόλαση· δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε ὅτι τὰ καταχθόνια σκοτάδια νικήθηκαν ἀπὸ τὸ πασχάλιο Φῶς καὶ ὅτι ἐὰν ἡ συνείδησή μας μᾶς καταδικάζει, ὁ Θεὸς εἶναι πιὸ μεγάλος ἀπὸ αὐτὴ (βλ. Ἃ’ Ἰωάν. 3, 20). Ἂν κάθε ψυχὴ γνώριζε τὸν Κύριο καὶ ἤξερε πόσο μᾶς ἀγαπᾶ, δὲν θὰ ἀπελπιζόταν καὶ δὲν θὰ μεμψιμοιροῦσε ποτὲ κανείς.Βρισκόμαστε ἐδῶ στὴν καρδιὰ τῆς παραδοξότητος τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας, ὅπου πρέπει νὰ πεθάνεις ὡς παλαιὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀναστηθεῖς ὡς νέος ἄνθρωπος νὰ περάσεις ἀπὸ τὸν ἅδη γιὰ νὰ εἰσχωρήσεις στὴν Βασιλεία· νὰ ταπεινωθεῖς γιὰ νὰ ἀνέλθεις· νὰ ἀδειάσεις ἀπὸ τὸ ἐγώ σου γιὰ νὰ πληρωθεῖς ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.Ὁ Ὅσιος Σιλουανὸς τονίζει συγκεκριμένα: Ὅσο ταπεινωνόμαστε, τόσο πιὸ μεγάλες θὰ εἶναι οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ. Ἂν ἡ ψυχὴ αὐτοκαταδικάζεται νὰ μένει στὸν Ἅδη, ἐλπίζοντας στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ τὴν πληροί.Συνεπῶς ἡ μετάνοια, ἀκόμα καὶ στὴν ριζική της μορφή, ποῦ εἶναι ἡ αὐτοκαταδίκη, εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετό της ἐνοχῆς.Ἐνῶ ἡ ἐνοχὴ συνιστᾶ ἐγκλεισμό, τελμάτωση καὶ ἐσωστρέφεια, ἡ μετάνοια εἶναι ἀπελευθέρωση, κίνηση καὶ ἄνοιγμα στὸν ἄλλο καὶ τὸν ὅλως ἄλλο.Ἡ βασικὴ διαφορὰ βρίσκεται στὸ ἂν καὶ κατὰ πόσο παρέχεται τόπος στὸ θεῖο ἔλεος. Νὰ θυμᾶσαι τοὺς ἑξῆς δύο λογισμοὺς καὶ νὰ τοὺς φοβᾶσαι.Ὁ ἕνας σου λέει: «Εἶσαι ἕνας ἅγιος», ὁ ἄλλος: «Δὲν θὰ σωθεῖς». Αὐτοὶ οἱ δύο λογισμοὶ προέρχονται ἀπὸ τὸν ἐχθρὸ καὶ δὲν ὑπάρχει ἴχνος ἀλήθειας μέσα τους.Ἡ χριστιανικὴ ὁδὸς εἶναι ἕνα τεντωμένο σκοινὶ ἀνάμεσα στὴν συνείδηση τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό, ποῦ εἶναι ἐλεήμων καὶ θέλει τὴν σωτηρία μας. Ὅλη ἡ πνευματικὴ τέχνη στηρίζεται στὸ νὰ κρατᾶς τὴν ἰσορροπία καὶ τὴν ἔνταση ἀνάμεσα στοὺς δύο πόλους.Παράλληλα, ἡ νουθεσία τοῦ Ὁσίου Σιλουανοῦ ἀπὸ τὸν Χριστὸ ἀπαιτεῖ πολλὴ διάκριση καὶ προσοχὴ ὡς πρὸς τὴν πραγματοποίησή της.Ὁ στάρετς ἦταν ἕνα μεγαλειῶδες πνεῦμα,ἀλλὰ ὅλες οἱ ψυχὲς δὲν ἔχουν τὴν ἴδια δύναμη οὔτε τὴν ἴδια χάρη. Πρέπει λοιπὸν νὰ κρατᾶς τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη, ἔχοντας ἐπίγνωση τῶν ὁρίων καὶ τῶν ἱκανοτήτων σου, πνευματικῶν καὶ φυσικῶν, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν κινδυνέψεις νὰ συνθλίψεις τὴν ψυχή σου. ἀπὸ τὸ νὰ ἐφαρμόσουμε τὴν νουθεσία κατὰ γράμμα, εἶναι κυρίως πιὸ ἀπαραίτητο νὰ μποῦμε στὸ πνεῦμα της.
 
 
 
 

 

 

 

ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ’ ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ ΤΟΥ ἸΗΣΟΥ

 

Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Χριστὸς ἀνασταίνει τὸ γιὸ τῆς χήρας γυναίκας στὴν Ναΐν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι χαρακτηριστικός τῆς ἀγάπης ποὺ δείχνει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο. «Ἤψατο τῆς σοροῦ», μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς (Λούκ. 7, 14). Ἄγγιξε τὴν σορὸ τοῦ νέου, ἄγγιξε τὸ σῶμα του. Προηγήθηκε τὸ ἄγγιγμα καὶ ἀκολούθησε ὁ λόγος. Ὁ Χριστὸς δίνει τὴ ζωὴ μὲ ὅλες τὶς αἰσθήσεις. Δὲν εἶναι μία ἀφ’ ὑψηλοῦ θεώρηση τῆς ἀνθρωπίνης ‘ὑπάρξεως, ἀλλὰ μία πλήρης κοινωνία μαζί της. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ γίνεται κάτι τέτοιο.  Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ  Τριαδικὸς Θεὸς δημιουργεῖ τὸν ἄνθρωπο κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του. Στὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως (2,7) ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο (ἀνθρωποπαθῆς ἔκφραση) μὲ χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ καὶ φύσηξε (ἄλλη ἀνθρωποπαθῆς ἔκφραση) τὸ πρόσωπό του πνοὴ ζωῆς. Ἐνῶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα δημιουργήματα ὁ Θεὸς «εἶπε καὶ ἐγεννήθησαν», γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔδωσε τὰ δικά Του χαρίσματα καὶ αὐτὸ φαίνεται μὲ τὴ χρήση ἀπὸ τὸν ἱερὸ συγγραφέα ὅρων ποὺ δηλώνουν τὴν κοινωνία καὶ διὰ τῶν αἰσθήσεων.Ὅταν ὁ προφήτης Ἠλίας ἀνέστησε τὸ γιὸ τῆς χήρας στὰ Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας φύσηξε τρεῖς φορὲς στὰ ρουθούνια τοῦ παιδιοῦ καὶ κατόπιν ζήτησε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ τὸ ἀναστήσει (Βασιλειῶν Γ’ , 17, 21). Τὸ ἴδιο καὶ ὁ προφήτης Ἐλισσαῖος, ὅταν ἀνέστησε τὸν γιὸ τῆς Σωμανίτιδος, τὸν ἀγκαλίασε πρῶτα, καὶ μετὰ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα στὸ σῶμα τοῦ (Βασιλειῶν Δ’ , 4, 34). Στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, ὁ Χριστὸς πρῶτα της κράτησε τὸ χέρι καὶ μετὰ τῆς εἶπε «ἡ παῖς, ἐγείρου» (Λούκ. 8 Μόνο στὴν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, ὁ Χριστὸς δὲν τὸν ἄγγιξε, ἀλλὰ φώναξε τὸ «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰωάν. 11, 43). Ὅμως καί ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς δάκρυσε, πρὶν προχωρήσει στὸ θαῦμα.                                                        Τί μαρτυρεῖ αὐτὸ τὸ ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο;                           Πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴν τελειότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσης τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία ἑνώθηκε μὲ τὴν θεότητα. Ὁ Χριστὸς δρᾶ καὶ ἐκφράζεται, ὅπως ὁ κάθε ἄνθρωπος στὴν ἀντίστοιχη περίσταση. Ἁπλώνει τὸ χέρι Του, ἀγγίζει, ἀγκαλιάζει τὸν συνάνθρωπο, δείχνοντας ἔτσι ὅτι δὲν ζεῖ τὸ ἀνθρώπινον φαινομενικά, ἀλλὰ πραγματικά.Κατόπιν, μαρτυρεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, μία ἀγάπη ποὺ μετέρχεται ὅλα τὰ μέσα καὶ τοὺς τρόπους γιὰ νὰ ἐκδηλωθεῖ. Στὴν παντοδυναμία Τοῦ ὁ Θεὸς θὰ μποροῦσε διὰ τοῦ λόγου Του νὰ δώσει στὸν ἄνθρωπο τὰ πάντα. Ὅμως ὁ Θεὸς δὲν βλέπει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ ἀπόσταση. Τὸν βλέπει ὡς οἰκεῖο Του, ὡς εἰκόνα Τοῦ τὴν ὁποία ἀγαπᾶ, βλέπει τὸν ἄνθρωπο ὡς φίλο Του. Καὶ αὐτὴ ἡ οἰκειότητα φανερώνεται μὲ τὸ ἄγγιγμα.Ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν μένει στὴ συμπάθεια καὶ τὴν οἰκειότητα. Δὲν παρηγορεῖ ἁπλῶς τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὸν πόνο καὶ τὸν θάνατο, ἀλλὰ τὸν ἀνασταίνει. Τοῦ δίνει ζωή. Νοηματοδοτεῖ τὸν θάνατο, δείχνοντας στὸν ἄνθρωπο ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι «ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή». Ὁ θάνατος δὲν μπορεῖ νὰ κυριεύσει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, ἀλλὰ συντρίβεται μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸ Χριστό. Γιατί ὁ θάνατος δὲν εἶναι μόνο βιολογικὸ γεγονός, ἀλλὰ κατεξοχὴν πνευματικό. Καὶ ἡ σχέση μὲ τὸ Χριστό, τὸ ἄγγιγμα τοῦ Χριστοῦ στὸν ἄνθρωπο, ἡ κοινωνία μαζί Του, κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ ξεπερνᾶ τὸν πνευματικὸ θάνατο, μὲ τὴν ἀνάσταση στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ βιολογικὸς θάνατος θὰ νικηθεῖ, μὲ τὴν κοινὴ ἀνάσταση  Δευτέρα
Παρουσία.                                                                                             Ποιὰ εἶναι ἡ σημασία ἑνὸς τέτοιου θαύματος γιὰ μᾶς σήμεραΧρειάζεται νὰ συνειδητοποιοῦμε τὴν ἀξία μᾶς  καὶ τὸν ἀληθινό μας προορισμό. Ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀνεβάσει τὸν καθέναν ἄνθρωπο στὸ Θεό. Ὁ Χριστὸς προσέλαβε τὴν φύση καὶ τὶς αἰσθήσεις μας γιὰ νὰ μᾶς «θεοποιήσει». Δὲν εἴμαστε γεννήματα οὔτε τῆς τύχης οὔτε τῆς ἀνθρώπινης βούλησης, οὔτε βιολογικὲς ἁπλῶς ὑπάρξεις. Εἴμαστε εἰκόνες Θεοῦ, ποὺ γιὰ τὴ σωτηρία μας, δηλαδὴ τὴν πνευματική μας ἄνοδο, ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος. . Μιλῶ γιὰ τὸ μυστήριο τῆς καρδιᾶς, τὸ ὁποῖο συντελεῖται ἐντός του ζωτικοῦ αὐτοῦ μῦ μὲ τὴν ἐγκατοίκηση σὲ αὐτὸν τῆς μονολογίστου εὐχῆς ‘Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ’.  Ἡ λειτουργία τῆς καρδιακῆς προσευχῆς προϋποθέτει μία ἄλλη φυσιολογία, τελείως διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη ποὺ διδάσκεται στὰ ἐργαστήρια ἀνατομίας. Μέσα στὴν σωματικὴ καρδιὰ σὰν σὲ ὄργανο καὶ ὄχι σὰν σὲ ἀγγεῖο, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ὑφίσταται ἡ πνευματικὴ καρδιὰ τοῦ καθενός, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὸ λογιστικό της ψυχῆς καὶ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τῆς ὑπάρξεώς μας. Ἡ καρδιὰ αὐτὴ ζωοποιεῖται μὲ τὴν παρουσία τῆς θείας χάριτος καὶ ἀντιδρᾶ μὲ σκιρτήματα, ἐσωτερικὴ θέρμη, γλυκύτητα, τὶς ὁποῖες μεταδίδει σὲ ὁλόκληρο τὸ σῶμα. Ἔχει δὲ καὶ δικούς της κτύπους, γρηγορότερους ἀπὸ αὐτοὺς τοῦ καρδιακοῦ μῦ οἱ ὁποῖοι ἀκούγονται ταυτόχρονα μὲ τοὺς τελευταίους καὶ μάλιστα μὲ τοὺς πνευματικοὺς κτύπους συντονίζεται ἡ νοερὰ προσευχή. Ἡ καρδιακὴ προσευχὴ συντελεῖται ἐντός του σώματος. Ὁ προσευχόμενος συλλαμβάνει μὲ τὴν καθαρὴ προσευχὴ τὸ νοῦ, ὁ ὁποῖος, παρότι πνευματικός, ἀκολουθεῖ τὴ φυσιολογικὴ ὁδὸ καί, ὅσο καὶ ἂν ἀκούγεται παράδοξο, κατεβαίνει ἀπὸ τὸν λάρυγγα καὶ εἰσέρχεται στὴν καρδιά, ὅπου καὶ ἐγκαθίσταται. Περνώντας ἀπὸ τὸ λάρυγγα ἀφήνει μία ἡδύτητα οὕτως ὥστε νὰ γίνεται τώρα ἀπολύτως κατανοητὸς ὁ Δαυὶδ ὅταν λέει «ὡς γλυκέα τῷ λάρρυγί μου τὰ λόγιά σου» , ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ ὅταν νοιώθει τὸ στόμα τοῦ γλυκὺ σὰν μέλι καὶ τὸ ἴδιο ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης σὲ μία παρόμοια μὲ τὸν προφήτη Ἰεζεκιὴλ ἀποκαλυπτικὴ ἐπαφὴ μὲ τὸ Θεό. Ἐάν, λοιπόν, στὸ διάβα της ἡ νοερὰ προσευχὴ φέρνει τέτοια σωματικὰ ἐρεθίσματα, τί κάνει ἐντός της καρδίας, στὴν ὁποία ἐγκαθίσταται Ἡ προσευχὴ μέσα στὴν καρδιὰ βρίσκεται σὲ οἰκεῖο τόπο. Συναντᾶ, κατὰ τὸν Διάδοχο Φωτικὴς τὴ χάρη τοῦ Βαπτίσματος, τὴν κεκρυμμένη ἂν θέλετε ἀπὸ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ βιώνει. Ἐφόσον δέ, μιλοῦμε περὶ βιώματος, ὀφείλουμε νὰ εἴμαστε ἀκριβολόγοι. Δὲν πρόκειται περὶ μίας ἐγκεφαλικῆς λειτουργίας ἀλλὰ περὶ μίας σωματικῆς ἀλλοίωσης. Ἡ καρδιὰ νοιώθει μία συντριβὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀνακάλυψη τῶν οἰκείων παθῶν. Χωρὶς νὰ πρόκειται γιὰ νοσηρὴ κατάσταση συμμετέχει σ’ αὐτὸ τὸ συναίσθημα καὶ τὸ περικάρδιο ὥστε νὰ σκιρτᾶ. Ἡ ἐπισκόπηση τῆς ψυχικῆς κατάστασης τοῦ προσευχομένου φέρνει μία εὐαισθησία ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται μὲ ὀχετοὺς δακρύων, ἀβίαστη ἐπανάληψη τῆς εὐχῆς χωρὶς νοητικὴ προσπάθεια. Ἡ εὐχὴ λειτουργεῖ πλέον αὐτόνομα καὶ συντονίζεται μὲ ἕναν παλμὸ διαφορετικό του φυσικοῦ καρδιακοῦ μῦ. Αὐτενεργεῖται. Θερμαίνεται καὶ μεταδίδει αὐτὴ τὴ θερμότητα σὲ ὅλο τὸ σῶμα. Θὰ ἔχετε ἀκουστὰ τὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὸ βίο τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὼφ ὅπου μέσα στὸ καταχείμωνο μετέδωσε αὐτὴ τὴ θερμότητα διὰ τῆς ἁφῆς στὴν καρδιὰ ἑνὸς προσκυνητοῦ γιὰ νὰ τοῦ ἐπιδείξει τὴν κατὰ τὰ ἄλλα μὴ ὑποπίπτουσα στὶς αἰσθήσεις χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Ἡ κατάκτηση τῆς εὐχῆς εἶναι γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ζηλευτὴ δωρεὰ ἑνὸς ἐπίπονου καὶ πολυχρόνιου ἀγώνα. Μὲ βεβαιότητα σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἐφικτὴ καὶ κατὰ πάντα προσιτὴ σὲ ὅποιον θελήσει νὰ τολμήσει. Ἂν καὶ σύ, ἀδελφέ, δὲν βλέπεις μέσα σου τὸ φῶς τοῦ νοητοῦ ἡλίου καὶ τῆς σελήνης, δὲν φταίει ὁ ἥλιος οὔτε ἡ σελήνη. Φρόντισε μὲ τὴ μετάνοια νὰ διαλύσεις τὰ ζοφερὰ νέφη καὶ τότε θὰ δεχθεῖς ἄπλετο τὸ φῶς τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων μέσα σου. Καὶ αὐτὲς εἶναι ἐμπειρίες, ποῦ μόνος σου θὰ διαπιστώσεις. Πρόκειται γιὰ τὰ θαύματα ποῦ βλέπει μέσα τοῦ ὁ κάθε ἀγωνιζόμενος πιστός. . Ὅταν ἕνας Ἅγιος λέει μὲ ταπείνωση καὶ μὲ αἴσθημα ἅμαρτωλοτητας τὸ «ἐλέησον μέ», αὐξάνει μὲν σὲ ἁγιασμό, αὐξάνει ὅμως καὶ ἢ παρρησία τοῦ ἐνώπιόν του Θεοῦ. Ἄλλα ἔχοντας συνείδηση ὅτι ἀποτελεῖ μέλος ἑνὸς σώματος καὶ βλέποντας ὅτι τὰ περισσότερα μέλη τοῦ σώματος, δηλαδὴ οἳ περισσότεροι ἀδελφοί του Χριστιανοί, λόγω τῆς ἁμαρτίας ἀσθενοῦν βαριά, τότε ἀναλαμβάνει στὸν ἑαυτὸ τοῦ τὰ βάρη τῶν ἀδελφῶν καὶ στενάζει σὰν νὰ εἶναι δικά του τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. «Ἂν μάλιστα πάσχουν καὶ ἄλλα μέλη ἀπὸ σωματικὴ ἢ ψυχικὴ ἀσθένεια, τότε συμπάσχει.Ἢ εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μὲ» εἶναι τὸ ρεῦμα ποῦ φορτίζει τὴν μπαταρία. Πηγὴ εἶναι ὃ Χριστός, μπαταρία εἶναι ἢ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὴ μικρὴ αὔτη εὐχὴ ἢ καρδιὰ φορτίζεται μὲ Χριστό, φορτίζεται συνεπῶς μὲ χριστιανικὲς ἀρετές, φορτίζεται μὲ ζῆλο, μὲ πόθο, μὲ ἐρωτᾶ Χριστοῦ. Πολὺ φορτίζεται; Πολὺ γεμίζει, πολὺ χριστοποιεῖται. Μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ποῦ νὰ ἀποκτᾶ, κατὰ τὸν ὄρο τῶν ἁγίων Πατέρων, τὸν «μανικὸν ἔνθεον ἔρωτα».Ὃ Ἅγιος Σιλουανὸς τοῦ Ἄθω γράφει ὅτι, ὅσο στὴ γῆ ὑπάρχουν Ἅγιοι, ὃ κόσμος θὰ στέκει. Ἐὰν ἡ γῆ σταματήσει νὰ παράγει Ἁγίους, τότε ἔφθασε στὸ τέλος της.

 Σὲ μία ἐποχὴ ἀτομοκεντρική, καλούμαστε νὰ δείξουμε οἰκειότητα ἀπέναντι στὸν συνάνθρωπό μας. Νὰ τὸν ἀγγίξουμε ὄχι μόνο μὲ τὶς αἰσθήσεις μας, ἀλλὰ καρδιακά. Νὰ μοιραστοῦμε μαζί του τὴν χαρὰ καὶ τὴν λύπη του. Καὶ νὰ συνδράμουμε τόσο στὶς πνευματικὲς ὅσο καὶ στὶς ὑλικὲς ἀνάγκες, ὅπως κάνει ὁ Χριστὸς στὸν καθέναν ἀπὸ ἐμᾶς. Τέλος, νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ θάνατος «οὐκέτι κυριεύει» τὸν ἄνθρωπο. Ὅτι ὑπάρχει ἡ Ἀνασταση ποῦ νοηματοδοτεῖ τὸν χρόνο καὶ τὴ ζωή μας. Κι αὐτὸ βιώνεται στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Στὴ Θεία Εὐχαριστία ποὺ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ στὴν ὕπαρξή μας, ἀλλὰ ἐγκαταβίωσή Του ἐντὸς ἠμῶν. Καὶ αὐτὴ ἡ κοινωνία μαζί Του εἶναι ἡ συνεχὴς ὑπόμνηση τῆς ἀναστάσιμης ὁδοῦ καὶ τοῦ ἀληθινοῦ νοήματος τῆς ζωῆς μας. Ἡ ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας στὴ Ναΐν εἶναι προτύπωση καὶ τῆς δικῆς μας ἀνάστασης. Μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὸ ἄγγιγμα. Ὁ Χριστὸς ἁπλώνει τὸ χέρι Του στὸν καθέναν ἀπὸ ἐμᾶς καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν πρόσκλησή Του καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ βροῦμε τὴν ὁδὸ ποὺ ὑπερβαίνει τὸν θάνατο. Ἀμήν.

 

 
 
 
 
 
 
 
 

 

 

 

 

KYRΙΑΚΗ ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ

Στὴν Παραβολὴ τοῦ σπορέως, καθὼς ὁ γεωργὸς ἔσπερνε σπόρους στὸ χωράφι του, ἄλλοι σπόροι ἔπεσαν κοντὰ στὸ δρόμο τοῦ χωραφιοῦ, καταπατήθηκαν ἀπὸ τοὺς διαβάτες καὶ τοὺς κατέφαγαν τὰ πουλιὰ τοῦ οὐρανοῦ. Ἄλλοι ἔπεσαν σὲ πετρῶδες ἔδαφος, καὶ ἀφοῦ φύτρωσαν, ξεραθῆκαν, ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ὑγρασία. Ἄλλοι πάλι σπόροι ἔπεσαν σὲ ἔδαφος γεμάτο ἀπὸ σπόρους ἀγκαθιῶν, καὶ ὅταν βλάστησαν, τοὺς ἔπνιξαν τὰ ἀγκάθια τελείως. Καὶ ἄλλοι σπόροι ἔπεσαν στὴν εὔφορη γῆ καὶ ἔκαναν καρπὸ ἑκατὸ φορὲς περισσότερο.Οἱ μαθητὲς μόλις ἀκοῦσαν τὴν παραβολὴ αὐτή, παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς τὴν ἐξηγήσει. Καὶ ὁ Κύριος εἶπε: : Ὁ σπόρος συμβολίζει τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὅμως ὁ Κύριος παρομοιάζει τὸν λόγο του μὲ σπόρο; Διότι, ὅπως ὁ σπόρος κρύβει μέσα τοῦ πολλὲς μυστικὲς δυνάμεις καὶ μέσα στὸ χῶμα φέρνει ζωή, ἔτσι καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ὅταν πέσει στὶς καρδιές μας, ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἐπιτελεῖ μέσα μᾶς μία ἐσωτερικὴ μεταμόρφωση καὶ νὰ μᾶς μεταγγίζει ζωή. Διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι φορτισμένος μὲ ζωή, μὲ θεία χάρη. Εἶναι ἀγωγὸς θείας χάριτος. Σὲ κάθε λόγο τοῦ Θεοῦ ὑπάρχει χάρη ἁγιότητος, ἡ ὁποία πέφτει σιγὰ-σιγά, σταγόνα-σταγόνα, στὴν ψυχή μας. Δημιουργεῖ μέσα μᾶς μία ἐσωτερικὴ μεταρσίωση. Ἀθόρυβη καὶ ἀθέατη στὴν ἀρχή. Πολὺ γρήγορα ὅμως ἀρχίζει καὶ γίνεται φανερή. Κάθε λόγος τοῦ Χριστοῦ καθὼς εἰσέρχεται στὴν ψυχή μας, χύνει ἄπλετο φῶς στὸ σκοτάδι. Καὶ σιγὰ-σιγὰ καθαρίζει κάθε ρύπο καὶ ἁμαρτία. Δημιουργεῖ μέσα μας νέα ζωή. Νέα φρονήματα τώρα, νέοι πόθοι,

Νέαν ἐνδιαφέροντα. Ἀπὸ ἀλλὰ ἑλκύεται πλέον ἡ καρδιά μας καὶ ἀλλιῶς βλέπουμε καὶ κρίνουμε τὰ πάντα γύρω μας. Ἀποκτᾶ ἀνώτερη ποιότητα ὁ ἐσωτερικός μας κόσμος, καὶ σιγὰ-σιγὰ συντελεῖται ὁ ἁγιασμός μας.Ἀπὸ τὴν ἐξήγηση αὐτὴ τῆς παραβολῆς βλέπει κανεὶς τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων ποῦ δὲν ἔχουν γόνιμο ἔδαφος στὶς ψυχές τους. Καὶ οἱ τρεῖς αὐτὲς κατηγορίες ἀνθρώπων κυριαρχοῦν ἰδιαιτέρως σήμερα. Ἐνῶ τόσο πλούσια ἀκούγεται στὶς μέρες μας στὴν πατρίδα μας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τόσα κηρύγματα καὶ ὁμιλίες καὶ βιβλία καὶ ἐκπομπές, πολλοὶ δὲν ἔχουν διάθεση νὰ τὸν ἀκούσουν. Οἱ περισσότεροι ἀδιαφοροῦν, πνίγονται στὰ προβλήματα τῆς καθημερινότητoς, ἔχουν ἄλλα ἐνδιαφέροντα, τί θὰ δείξει ἡ τηλεόραση, τί θὰ γράψουν οἱ ἐφημερίδες, τί θὰ ἀγοράσουν, πῶς θὰ διασκεδάσουν… Καὶ δυστυχῶς μεγαλώνουν πολλὲς γενιὲς στὴ χώρα μᾶς ἀκατήχητες, ἀλειτούργητες, ἀδιάφορες. Ἄλλοι πάλι Χριστιανοὶ ἐπαναπαύονται σ’ ἕναν θρησκευτικὸ τουρισμό. Ἀλλὰ δὲν φθάνουν μόνον οἱ ἐκδρομὲς στὰ ἱερὰ Προσκυνήματα. Ἐὰν ἡ καρδιὰ μας μείνει ἀκαλλιέργητη, θὰ χερσώσει, θὰ πετρώσει, θὰ γεμίσει ἀγκάθια, δὲν θὰ καρποφορήσει.Ὁ Κύριος στὴ συνέχεια ἑρμηνεύει τὰ διάφορα μέρη τοῦ χωραφιοῦ τῆς παραβολῆς. Τὸ ἔδαφος κοντὰ στὸ δρόμο, λέει, συμβολίζει ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀκοῦν ἁπλῶς καὶ μόνο τὸ λόγο, ἀλλὰ ἔπειτα ἀφήνουν τὸν διάβολο νὰ ἔλθει μέσα τους καὶ νὰ ἀφαίρεση τὸ θεῖο λόγο ἀπὸ τὶς καρδιές τους. Τὸ πετρῶδες ἔδαφος συμβολίζει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέχονται μὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμὸ τὸ θεῖο λόγο· δὲν ἔχουν ὅμως βαθιὲς ρίζες, καὶ γι’ αὐτὸ ὅταν ἔλθει καιρὸς πειρασμοῦ ἢ διωγμοῦ, ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν πίστη. Καὶ ἡ γῆ μὲ τὰ ἀγκάθια δηλώνει ἐκείνους ποὺ ἄκουσαν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρχίζουν μὲ κάποια προθυμία νὰ βαδίζουν στὸ δρόμο τῆς πίστεως. Πνίγονται ὅμως ἀπὸ τὶς ἀγωνιώδεις φροντίδες γιὰ νὰ ἀποκτήσουν πλούτη, καὶ ἀπὸ τὶς ἀπολαύσεις τῆς σαρκικῆς ζωῆς, καὶ ἔτσι δὲν δίνουν καρπό. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ οἱ καρδιὲς ποὺ μοιάζουν μὲ γῆ ἀγαθὴ καὶ εὔφορη. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ποὺ μὲ καλοπροαίρετη καρδιὰ ἄκουσαν καὶ κατανόησαν τὸ θεῖο λόγο καὶ τὸν κρατοῦν σφικτὰ μέσα τους, καὶ καρποφοροῦν τὶς ἀρετὲς δείχνοντας ὑπομονὴ στοὺς πειρασμοὺς ποὺ συναντοῦν στὴν ἄσκηση τῆς πνευματικῆς ζωῆςςΠῶς καθαρίζεται ἡ καρδιὰ ΠΩΣ ΑΝΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ Η ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΙΑ ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ ΤΙ ΕΝΕΡΓΕΙ;                                                        Ἡ Θεία Χάρις ποῦ πήραμε στὸ Βάπτισμά μας καὶ παραμένει θαμμένη κάτω ἀπὸ τὰ πάθη, σὰν τὴν σπίθα μέσα στὴν στάχτη, θὰ πρέπει νὰ ἐπανευρεθεῖ καὶ νὰ ἐπανενεργοποιηθεῖ . Χωρὶς τὸν Θεό, χωρὶς τὴν Θεία Του Χάρη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθαριστεῖ ἡ καρδιά μας. -Πῶς ὅμως θὰ τὴν ἀνακαλύψουμε; -Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς ἄφησε ἀπληροφόρητους· ἀντίθετα μᾶς δίδαξε τὸν τρόπο… Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος στὴν εἰσαγωγή του στὴ Φιλοκαλία: «Τὸ Πνεῦμα φωτίζει τοὺς σοφοὺς σὲ ὅλα τὰ θεία Πατέρες, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀδιάκοπη νήψη καὶ τὴν προσοχὴ  καὶ τὴ φυλακὴ τοῦ νοὸς καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει γιὰ νὰ ξαναβροῦν τὴν χάρη, τρόπο ἀληθινὰ θαυμαστὸ καὶ ἐπιστημονικότατο. Αὐτὸς ὁ τρόπος εἶναι ἡ ἀδιάκοπη προσευχὴ στὸν γλυκύτατον Ἰησοῦ Χριστό, τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ὄχι ἁπλῶς μὲ τὸ νοῦ μόνο καὶ τὰ χείλη , ἀλλὰ στρέφοντας ὁλόκληρο τὸ νοῦ στὸν μέσα ἄνθρωπο, ποῦ εἶναι καὶ τὸ θαυμαστό. Ἔτσι μέσα τους, στὰ ἴδια τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς ἐπικαλοῦνται τὸ πανάγιο ὄνομα τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ, ζητοῦν μ’ ἐπιμονὴ τὸ ἔλεός Του, προσέχουν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὰ λόγια της προσευχῆς, τίποτε ἄλλο δὲ δέχονται οὔτε ἀπὸ μέσα οὔτε ἀπὸ ἔξω καὶ διατηροῦν τὴ διάνοιά τους ὁλότελα ἀσχημάτιστη καὶ καθαρή. Τῆς ἐργασίας αὐτῆς τὶς ἀφετηρίες καὶ – θὰ ἔλεγε κανεὶς – καὶ τὴν ὕλη, τὰ πῆραν ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου. μας λέγει ὁ Ἰησοῦς: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται μέσα σας»[1]. Καί ἀλλοῦ: «Ὑποκριτά, καθάρισε πρῶτα τὸ ἐσωτερικό τοῦ ποτηριοῦ καὶ τῆς πιατέλας, καὶ τότε θὰ εἶναι καθαρὸ καὶ τὸ ἐξωτερικό τους».. Καὶ ὁ Ἄπ. Παῦλος γράφει στοὺς Ἐφεσίους : «Γιὰ τοῦτο λυγίζω τὰ γόνατά μου ἐμπρὸς στὸν Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ· νὰ δώσει νὰ κραταιωθεῖτε μὲ τὸ Πνεῦμα Του στὸν μέσα ἄνθρωπο, γιὰ νὰ κατοικήσει ὁ Χριστὸς μὲ τὸ Πνεῦμα Του μέσα στὴν καρδιὰ σας»[3]. Τί θὰ μποροῦσε νὰ γίνει σαφέστερο ἀπὸ τὴ μαρτυρία αὐτή; Σὲ ἄλλο σημεῖο λέει: «Τραγουδώντας καὶ ψάλλοντας στὸν Κύριο μέσα στὴν καρδιὰ σας»[4]. Ἀκοῦς; Μέσα στὴν καρδιὰ λέει. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ κορυφαῖος Πέτρος, λέγοντας: «Ὥσπου νὰ φέξει ἡ μέρα καὶ ὁ αὐγερινὸς θά ἀνατείλει στὶς καρδιὲς σας»[5]. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ κάθε εὐσεβῆ, τὸ διδάσκει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο καὶ σὲ μύριες ὅσες ἄλλες σελίδες τῆς Νέας Διαθήκης.»[6]. Ὁ Κύριός μας δίδαξε τὸν τρόπο ζωῆς ὥστε νὰ γίνουμε ἀληθινὰ μακάριοι, μετέχοντας στὴ δική Του ἄπειρη μακαριότητα. Ὁ τρόπος εἶναι ἡ μίμηση τῆς δικῆς Του ζωῆς καὶ ἡ ἕνωσή μας μαζί Του , ἡ ἕνωση τοῦ νοῦ μας, τῆς καρδιᾶς μας μὲ Αὐτόν. Γιὰ νὰ ἑνωθεῖ ὁ νοῦς μας, ἡ καρδιά μας μαζί Του θὰ πρέπει νὰ εἶναι καθαρά. Γιὰ νὰ καθαρισθοῦν θὰ πρέπει νὰ τὰ καθαρίσει ὁ Κύριος μὲ τὴν Χάρη Του. Ἡ Θεία Χάρις μᾶς ἔχει δοθεῖ δωρεὰν κατὰ τὸ Βάπτισμά μας, ἀλλὰ στοὺς περισσοτέρους ἀπὸ τοὺς βαπτισμένους παραμένει ἀνενεργή, θαμμένη κάτω ἀπὸ τὰ πάθη, στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς. Ὁ ἄνθρωπος ποῦ θέλει νὰ καθαρισθεῖ θὰ πρέπει νὰ εἰσέλθει στὴν καρδιά του καὶ νὰ ἐπανεύρει- ἐπανανακαλύψει αὐτὴν τὴν κρυμμένη Θεία Χάρη. Ὁ τρόπος, ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ Ἅγιος Νικόδημος, γιὰ τὴν ἐπανεύρεσή της, εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐπίκληση δὲν πρέπει νὰ γίνεται ξηρά, τυπικά, προστακτικὰ), ἀλλὰ ταπεινά, στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς, μὲ συντριβή, μὲ συναίσθηση, μὲ μετάνοια, μὲ ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριο, μὲ γλυκύτητα. Δὲν θὰ πρέπει ὁ νοῦς νὰ προσέχει τίποτε ἄλλο παρὰ μόνο τὴν ἔννοια αὐτῶν τῶν πέντε λέξεων: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ». Κανένα ἐρέθισμα, καμμία ἄλλη παρεμβολὴ εἴτε ἐπὸ ἔξω, εἴτε ἀπὸ μέσα δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνεται δεκτὴ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Τότε ὁ νοῦς παραμένει ἀσχημάτιστος καὶ σιγὰ-σιγὰ καθαρίζεται καθὼς καὶ ἡ καρδιά. ΤΙ ΕΝΕΡΓΕΙ Η ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος ἐπανεύρει τὴν Θεία Χάρη συνεργάζεται μαζί της, τηρεῖ μὲ τὴν βοήθειά Της τὶς Θεῖες Ἐντολὲς καὶ σιγὰ-σιγὰ ἀρχίζει νὰ νικᾶ τὰ πάθη. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς συνεχίζοντας τὴν συνεργασία μὲ τὴν Θεία Χάρη, ἐπιτυγχάνει διὰ τῆς ἀδιαλείπτου προσευχῆς καὶ τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν τὴν ποθητὴ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη. Αἰσθάνεται τότε ὅτι ζεῖ καὶ προγεύεται τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅσο καθαρίζεται τόσο φωτίζεται. Ἀπὸ τὴν κάθαρση προχωρεῖ στὸ φωτισμὸ καὶ τὴν Θέωση. Γράφει ὁ Ἅγιος Νικόδημος: «Ἀπὸ αὐτὴν τὴν πνευματικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ἐργασία, συνοδευμένη καὶ μὲ τὴν ἐφικτὴ ἐκτέλεση τῶν ἐντολῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἠθικῶν ἀρετῶν, ἐξαιτίας τῆς θέρμης ποῦ δημιουργεῖται στὴν καρδιὰ καὶ τῆς πνευματικῆς ἐνεργείας ἀπὸ τὴν ἐπίκληση τοῦ παναγίου Ὀνόματος, τὰ πάθη καταναλίσκονται. γιατί «ὁ Θεὸς μᾶς εἶναι φωτιὰ καὶ μάλιστα φωτιὰ ποῦ κατατρώει τὴν κακία»[7]. Στὴ συνέχεια ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ λίγο – λίγο καθαίρονται κι ἑνώνονται μεταξύ τους. Κι ὅταν καθαρθοῦν κι ἑνωθοῦν τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο, ἀπὸ τότε κατορθώνονται εὐκολότερα οἱ σωστικὲς ἐντολές, ἀπὸ τότε ξαναανατέλλουν στὴν ψυχὴ οἱ καρποὶ τοῦ Πνεύματος καὶ ἐπιδαψιλεύεται στὸν ἄνθρωπο ὅλο τὸ πλῆθος τῶν ἀγαθῶν. Καὶ γιὰ νὰ πῶ μὲ συντομία, ἀπὸ ἐδῶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθομε στὴν τέλεια χάρη τοῦ Πνεύματος ποῦ μᾶς δωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κατὰ τὸ Βάπτισμα,. Θὰ ξαναλάμψει σκορπώντας τὶς λάμψεις της ὡς πέρα, , θὰ φωτιστοῦμε στὸ νοῦ καὶ στὴ συνέχεια θὰ τελειοποιηθοῦμε καὶ θὰ θεωθοῦμε μὲ κατάλληλο τρόπο» Ἡ ἐν συντριβὴ καὶ μετανοία συνεχὴς ἐπίκληση τοῦ Θείου Ὀνόματος, συγκεντρώνει τὸν ἐσκορπισμένο νοῦ καὶ τὸν καταδύει στὰ βάθη τῆς καρδίας, ὅπου ὑπάρχει ἡ Θεία Χάρις. Ὁ νοῦς ἐπανανακαλύπτει καὶ ἑνώνεται μὲ τὴν Βαπτισματικὴ Θεία Χάρη, ἡ Ὁποία καὶ ἐνεργεῖ τὴν κάθαρση τῆς καρδίας τοῦ βεβαπτισμένου ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος τώρα πλέον μὲ τὴν βοήθεια τῆς ἐνεργοῦ Θείας Χάριτος μπορεῖ νὰ τηρήσει τὶς Θεῖες Ἐντολές. Τηρώντας τὶς ἐντολὲς ἀποδεικνύει ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Κύριο. Ὅταν ἡ καρδία καθαρισθεῖ καὶ ὁ ἄνθρωπος τηρήσει τὰ Θεία προστάγματα τότε γίνεται δεκτικός του Θεοῦ. Τότε ὁ Θεὸς ἐμφανίζεται στὸν ἄνθρωπο. Τότε πραγματοποιεῖται ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «Ἐκεῖνος ποῦ γνωρίζει καὶ κατέχει τὶς ἐντολές μου καὶ τὶς τηρεῖ, ἐκεῖνος πράγματι μὲ ἀγαπᾶ. Ὅποιος μὲ ἀγαπᾶ θὰ ἀγαπηθῆ ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, καὶ ἐγὼ θὰ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ μὲ ἕνα τρόπον πνευματικὸν καὶ πειστικὸν θὰ φανερώσω τὸν ἑαυτόν μου σ’ ἐκεῖνον»[9]. Ὅταν ὁ Κύριος ἔκανε λόγο γιὰ τὴν ἐμφάνισή Του τότε τὸν ρώτησε ὁ Ἰούδας ὄχι ὁ Ἰσκαριώτης: «Κύριε, πῶς ἐξηγεῖται, ὅτι τὸν ἑαυτόν σου θὰ φανερώνης εἰς ἠμᾶς καὶ ὄχι στὸν κόσμον;» [10]. Τότε ὁ Κύριος του ἀπάντησε ὅτι «ἡ ἐμφάνισή μου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀγάπην, ποῦ θὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ἐμέ. Ἐὰν κανεὶς μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήση στὴ ζωὴν του τὶς ἐντολές μου, καὶ ὁ Πατήρ μου θὰ τὸν ἀγαπήση καὶ θὰ ἔλθωμεν σ’ αὐτὸν καὶ θὰ μεταβάλουμε τὴν καρδίαν του σὲ μόνιμο κατοικία μας, ὥστε αὐτὸς νὰ εἶναι ἔμψυχος ναὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ἐξ ἀντιθέτου ἐκεῖνος ποῦ δὲν μὲ ἀγαπᾶ, δὲν τηρεῖ τοὺς λόγους μου»[11]. Εἴθε ἀδιάλειπτα νὰ ἐπικαλούμαστε τὸν Κύριο μὲ αὐτὸν τὸν «ἐπιστημονικώτατον τρόπον» ποῦ μᾶς ὑπέδειξαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες γιὰ νὰ ζοῦμε ἀπὸ τώρα τὴν ὑποταγὴ τῶν παθῶν μας, τὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία καὶ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.Ἀγαπητοί μου, Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου δὲν εἶναι πάρεργο, οὔτε εἶναι μόνο γιὰ τοὺς θεολόγους καὶ τοὺς ἱερεῖς. Εἶναι γιὰ ὅλους μας. Ἡ Ἐκκλησία μας πάνω στὴν ἁγία Τράπεζα μᾶς καλεῖ νὰ γευτοῦμε δύο τροφές, τὴν πνευματικὴ τροφὴ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Καὶ κάποιος ἑρμηνευτὴς ρωτᾶ σχετικά: Ἐὰν θεωρεῖτε ἁμάρτημα τὴν περιφρόνηση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Μεταλήψεως, πῶς θεωρεῖτε μικρότερο ἁμάρτημα τὴν παραμέληση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ;Πᾶμε στὴν Ἐκκλησία, ἀκοῦμε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ κάποιο κήρυγμα. Νὰ τὸ ἀκοῦμε μὲ χαρὰ καὶ ὄχι νὰ δυσανασχετοῦμε ἐπειδὴ θὰ ἀργήσει ἡ θεία Λειτουργία. Μᾶς μιλάει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, σπείρει στὶς καρδιές μας τὸ λόγο του. «Προσχωμεν»! λέει ὁ ἱερέας. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες πνευματικὲς εὐκαιρίες νὰ μετέχουμε ὅπου σπείρεται ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: σὲ ὁμιλίες, σὲ κύκλους μελέτης Ἁγίας Γραφῆς. Καὶ στὸ σπίτι μας νὰ μελετοῦμε καθημερινὰ τὴν Καινὴ Διαθήκη. Νὰ ποθοῦμε νὰ ξεδιψοῦμε τὶς ψυχές μας στὰ δροσερὰ νάματα τοῦ θείου λόγου. Θὰ βροῦμε χρόνο, ἐὰν ἔχουμε διάθεση. Ἔτσι θὰ καλλιεργεῖται ἡ καρδιά μας, θὰ παρηγορεῖται ἡ ψυχή μας, θὰ ἀλλάζει ἡ ζωή μας. Ἔτσι θὰ γεμίζουμε μὲ ζωὴ καὶ χάρη, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.Ἀμήν

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

VVVVVVVVV     

Κυριακή ΄ΣΤ¨ Λουκά Κυριαή ΄ΣΤ¨ Λουκά

                                                                                               Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ  μόνη ἐλπίδα τοῦ Κόσμου                                                                                       «θάρσι  θύγατερ ἡ πίστις σου σέσωκέ σε…"                          ὉΧριστὸς ἦταν καί εἶναι ἡ μόνη καὶ διαρκής παράκλησις τοῦ ἀνθρώπου. Φυγαδεύει κάθε θλίψι καὶ μεταμορφώνει κάθε ἀνθρώπινο πόνο.Ἡ Ζωὴ ἀπὸ ὅπου περνᾶ μεταδίδει ζωή. Τὰ πάντα ἀνθίζουν. Μέσα στὸ σκοτάδι ἀνατέλλει τὸ Φῶς. Κανένας δὲν ἀγάπησε τόσο πολὺ τὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ὁριακῶν του καταστάσεων, ὅσο ὁ Ἰησοῦς Χριστός                                                                 Η ΝΟΕΡΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ  ΚΑΙ  Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ                   Ούκ ἔστιν ἐν ἄλλου οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὀνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις έν ὧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς (Πράξ. δ' 12).Ὁ Ἰη­σοῦς εἶναι παρών μέσα στό ὄνομά Του σάν Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου καί δικός μου προσωπικῶς. Ἡ λέξις «Ἰη­σοῦς» σημαίνει Σωτήρ σωτηρία. Τό ὄνομα τοῦ Ίησοῦ, κα­θώς τό φωνάζω.» χωριστά ἤ μαζί μέ ὅλες τίς λέξεις τῆς «εὐχῆς», γίνεται ό συνδετικός κρίκος, πού μέ ἑνώνει μέ τόν ἴδιο τόν Κύριο. Ἀνοίγει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας μου καί κινεῖ τά πό­δια μου νά βαδίσουν πάνω σ' αὐτόν σταθερά. Φέρνει τήν σωτηρία, δηλαδή τόν Χριστό μέ­σα μου. Αὐτόν πού μ' ἔπλασε ἐκ τοῦ μηδενός καί εἶναι ἡ ζωή καί ή άνάστασις τῆς ὑπάρξεως μου.Ό Ίησοῦς εἶναι κάτι περισ­σότερο ἀπό τόν δοτῆρα ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἐμεῖς καί οἱ ἄλλοι ἔχομε ἀνάγκη. Εἶναι ἐπίσης τό δῶρο. Εἶναι άμφότερα, δωρητής καί δῶρο, περιέ­χων ἐν ἑαυτῶ πάντα τά άγαθά. Έάν πεινῶ, εἶναι ἡ τροφή μου. Έάν κρυώνω, αὐτός εἶναι ἡ θερμότης μου. Έάν διώκωμαι, εἶναι ἡ άπελευθέρωσίς μου. Έάν εἶμαι άκάθαρτος, αὐτός γίνεται ή καθαρότης μου, «ὅς έγεννήθη ήμῖν... δικαιοσύνη τε καί ἁγιασμός καί άπολύτρωσις» (Λ' Κορ. α' 30)1."Ολοι μας θέλομε νά σω­θοῦμε. Γνωρίζομε ὅμως ὅτι γιά τήν πραγμάτωσι τῆς σωτηρίας μας συνεργάζονται δύο παρά­γοντες. Ό θεῖος καί ό άνθρώπινος, ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καί ἡ θέλησις ἡ δική μας. Ἀλλά γνωρίζομε άκόμη πόσο άνάπηρη καί κατεστραμμένη εἶναι ἡ άνθρώπινη φύσις μας. Πόσο ἄρρωστη καί ἀδύνατη. Πολλές φορές βάζομε σκοπό νά προχωρήσωμε μπροστά, νά πλη­σιάσουμε τόν Θεό, νά νεκρώσωμε ἕνα πάθος, νά φυτεύσωμε μέσα μας μιά ἀρετή. Καί τε­λικῶς ὀπισθοχωρούμε.Τά φτε­ρά τῆς θελήσεώς μας άποδεικνύονται κέρινα. Οί προσπά­θειες μας σπασμωδικές.Τά θεμέλια τῆς πνευματικῆς μας ὑποδομῆς σάπια. Τότε, βλέπο­ντας τά συντρίμμια τῆς άνθρω- πίνης προσπαθείας, ἔρχεται στά χείλη μας αὐθόρμητα τό ψαλμικό:«Έάν μή Κύριος οἰκοδομήση οἶκον εἰς μάτην έκοπίασαν οί οίκοδομοῦντες· έάν μή Κύριος φυλάξη πόλιν εἰς μάτην ἠγρύπνησεν ὁ φυλάσσων» (Ψαλμ. 126, 1).«Εἰς μάτην» λοιπόν κάθε πνευματική οἰκοδομή, κάθε πνευματική φρουρά χωρίς την παρουσία τοῦ Κυρίου. «Εἰς μάτην» ἑπομένως κάθε ἔργο μας χωρίς τήν προσευχή. Ή προσευχή κάνει ζωντανή τήν παρουσία τοῦ Κυρίου καί με­ταβάλλει κάθε ἔργο πού θά μποροῦσε νά εἶναι μάταιο, σέ φῶς καί δόξα τοῦ Οὐρανίου Πατρός.Νά γιατί ὁ ἅγ. Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὀνομάζει τήν προ­σευχή μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν. Διότι ἡ προσευχή γεν­νάει, τροφοδοτεῖ καί ἐνισχύει καί αὐξάνει κάθε μιά άρετή,κάθε χάρισμα τοῦ Χριστιανοῦ»! «Αἰχμαλώτισε τήν μητέρα και  θά σοῦ παραδώση καί τά παιδιά της», δηλ. τίς ἀρετές.Ἡ Θέλησίς μας μόνο τότε γίνεται νικηφόρος, ὅταν ένώνεται μέ τήν θεία βοήθεια.Λέγοντας άδιάκοπα τό «Κύριε Ίηοοῦ Χριστέ έλέησόν με νοιώθεις μέσα στήν καρδιά! σου ἕνα αἴσθημα παντοδινα μίας. Δέν είναι παράξενο. Διότι δέν εἶναι δική σου ή δύναμις άλλά ό Χριστός, πού έρχεται καί κατοικεῖ ἐντός σου καί ἐμβολιάζεται στήν ὕπαρξί σου Αύτό τό βλέπομε όλοζώντανα· στήν θεία ζωή καί στά άποκαλυπτικά λόγια τ οῦ άποστόλου Παύλου: «πάντα ἰσχύω έν τῶ ένδυναμοῦντί με Χριστῶ» (Φ· λιππησ. δ' 13).«Είναι φυσικό ή τερπνή μνήμη τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ό Ίησοῦς, ὅταν Τόν φωνάζουμε μέ θέρμη καρδίας καί μέ σωστικό πόνο, νά διαλύη ὅλες τις μαγανεῖες τῶν λογισμῶν, τά νοήματα, τούς λόγους, τίς φαντασίες καί τίς σκοτεινές εἰκόνες.Καί γιά νά ποῦμε μέ ένα λόγο ὅλα ἐκείνα, μέ τά ὁποῖα ἐπιτίθεται καί ξανανιώνει ἡ χολέρα, πού πλησιάζει τίς ψυχές γιά νά τις καταπῆ.Μέ τήν έπίκλησι τοῦ όνόματός Του ὁ Ἰησοῦς ὅλα τά φλογίζει ἀμέσως.Γι΄ αὐτό κάμε τήν κάθε στιγμή σου κραυγή  τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, καί ἀδιάκοπη ἀπασχόλησι τοῦ νοῦ σου τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Τά δάκρυα λοιπόν, τό κλάμα, εἴτε τό φυσικό, εἴτε τό έκ τῆς θείας Χάριτος εἶναι σημεῖο τῆς ἀνθρωπίνης μεταπτωτικῆς καταστάσεως, εἶναι σημεῖο πνευματικῆς ύγείας καί πνευματι­κῆς εὐαισθησίας. Γαὐτό έμείς οί Όρθόδοξοι, ώς οἱ κατ' ἐξοχήν φυσικοί, μποροῦμε νά κλάψουμε, ἐνῶ οἱ Δυτικοί δέν ἔχουν σχέσι μέ τά δάκρυα, πού τά θεωρούν Ἁρρωστημένες καταστά­σεις καί παρερμηνεύουν ὅλες τίς «χαριτωμένες» ἐμπειρίες τῶν άγίων. Καί αὐτό συμβαίνει γιατί ζοῦν ἕνα ήθικολογικό Χριστια­νισμό καί θά μποροῦσαμε νά ποῦμε μέ βεβαιότητα ὅτι διακρί­νονται γιά ἕναν «ἀπάνθρωπο» τρόπο ζωῆς. Δέν μποροῦν νά κλάψουν οὔτε μπροστά στήν στέρησι τών πιό άγαπημένων προσώπων. Ἐμεῖς εἴμαστε πονεμένοι, γι" αύτό καί σωσμένοι. Βασανισμένοι γι΄ αύτό καί θεωμένοι. Ό θάνατος εἶναι άποτέλεσμα  καί καρπός τῆς άμαρτίας και μεγαλύτερος ἐχθρός  τοῦ ἀνθρώπου. Ό Χριστός ὅμως μέ τήν ἐνανθρώπησί Του, μέ τόν θάνατο καί τήν Άνάστασι Του, ένίκησε τό κράτος καί τήν δύ- ναμι τοῦ θανάτου, Τό νόημα λοιπόν τῶν θαυμάτων τῶν νεκρα­ναστάσεων εἶναι προαγγελία  τῆς έσχατολογικῆς καταστάσε­ως, πού θά καταργηθῆ τελείως ό θάνατος, Ό θάνατος δέν είχε πραγματική δύναμι πάνω στόν Χριστό. Ἔτσι εἶναι άκίνδυνος γιά τόν άναγεννηθέντα έν Χριστῶ ἄνθρωπο,  Ό Κύριος εἶναι ἡ μόνη ἐλπίδα τοῦ  κόσμου καί τοῦ  άνθρώπου.Μέ τά πάθη Ταυ ἐλευθέρωσε τόν ἄνθρωπο άπό τά πάθη. Μέ τά δάκρυά Του τοῦ μεταμορφωσε τά δάκρυα. Μέ τήν Ανά- στασί Του προσέφερε άνάστασι καί άθανασία στόν φθαρτό  ἄνθρωπο καί  τον ὁδηγεῖ στην ἀδιάπτωτη υἱοθεσία καί θέωσι.

 

 
 

 
 
 
 
 

 

 

 

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ

 

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΑ                                                                                                                                                    Ἡ Προσευχὴ ἔνδακρυς ἢ δακρύρροος εἶναι ἡ προσευχὴ ποῦ φέρνει καρπὸ πνευματικό, κάμπτει τὸ θεῖο Ἔλεος καὶ κάνει τὸν Κύριο νὰ ἐπιβλέψη μὲ Θεία στοργὴ στὴν ψυχή μας.«Ὄφείλομε νὰ δακρύζωμε, -μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης (Φιλοκαλία τ.α΄τ.318 ἡ') -παρακαλώντας Ἐκεῖνον ποῦ μπορεῖ νὰ μᾶς σώση ἀπὸ τὴν φοβερὴ σκλαβιὰ τοῦ πικροτάτου Φαραὼ καὶ νὰ μᾶς ἐλευθέρωση ἀπὸ τὴν δεινὴ τυραννία καὶ νὰ μᾶς βάλη στὴν ἀγαθὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας... Λοιπὸν ἂς μὴ παύσωμε νὰ χύνωμε δάκρυα ἡμέρα καὶ νύκτα, σύμφωνα μὲ ἔκεινον ποῦ λέγει: «Ἐκοπίασαπίασα ἐν τῷ στεναγμῶ μου. Λούσω καθ' ἑκάστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω». Διότι «οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσιν».Ὑπῆρχε ἕνας ἀσκητής στὸ Ἅγιον Ὅρος, ποῦ ὠνομα-ζόταν Δανιὴλ καὶ ζοῦσε στὴν σπηλιὰ τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ ἐν Ἄθω.Ὅταν λειτουργοῦσε στὸ μικρό του καλύβι, ἔχυνε τόσα δάκρυα, ποῦ τὸ χῶμα γινόταν λάσπη! Ἄν οἱ ἅγιοι ἔκλαιγαν καὶ προσηύχοντο μὲ τόση θερμότητα καὶ πόνο ψυχῆς κι΄ ἐπενθοῦσαν κι΄ἐστέναζαν, τί νὰ ποῦμε έμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, οἱ ὅποιοι «καθ' ἑκάστην ὥραν πταίομεν πολλὰ» καὶ παροργίζομε τὸν Φιλάνθρωπο Κύριο; Ἄς μὴ περάση ποτὲ λογισμὸς μέσα μας ὅτι δὲν ἔχομε ἀνάγκη νὰ δακρύζωμε στὴν προσευχή μας. Εἶναι λογισμὸς ἀπατηλός, ὑπερηφανείας καὶ σκληροκαρδίας.«Ὅταν σοῦ φανῆ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπὸ δάκρυα στὴν προσευχή σου γιὰ τὶς ἁμαρτίες σου, πρόσεχε, πόσο ἀπεμακρύνθης ἀπὸ τὸν Θεὸ -γράφει ὁ ἅγιος Νεῖλος ὀ ἀσκητής ἐνῶ ὀφείλεις νὰ εἶσαι παντοτεινὰ ἐν Αὐτῶ καὶ θερμότερα τότε θὰ δακρύσης». (Φιλοκαλία τ. Α΄ 183 οη').Τὰ δάκρυα καὶ ὁ πόνος τοῦ ἀγωνιστοῦ στὴν προσευχὴ δίνουν μεγάλη χαρὰ στὸν Κύριο. Διότι εἶναι δεῖγμα συναισθήσεως,ταπεινώσεως, συντριβῆς, μετανοίας, ἀγάπης καὶ εὐγνωμοσύνης.«Χρησιμοποίησε τὰ δάκρυα πρὶν κάνης προσευχὴ γιὰ κάθε κατόρθωμά σου. Πολὺ χαίρεται ὁ Κύριος γιὰ τὸν προσευχόμενο μὲ δάκρυα» συμπληρώνει ὁ ἴδιος ἅγιος (Φιλοκαλία τ. α΄177 στ').Γιὰ νὰ φυτρώσουν δάκρυα στὴν ὥρα τῆς προσεχῆς χρειάζονται ὡρισμένες φυσικὲς καὶ πνευματικὲς προϋποθέσεις.Πρώτη προϋπόθεσις: Συγκέντρωσις ἢ συνέλιξις τοῦ νοῦ, ὁ ὁποῖος μέχρι τὴν ὥρα ἐκείνη ἦταν διασκορπισμένος στὶς βιοτικὲς μέριμνες, ὥστε νὰ ἀπόκτηση αἴσθησι τῆς καταστάσεως τῆς ψυχῆς καὶ τῆς στάσεως ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ της. Δευτέρα προϋπόθεσις: "Ωρα καί τόπος ἡσυχίας, ἡ ὁποία ἡσυχία εἶναι «ἀρχή καθάρσεως» τῆς ψυχῆς κατά τόν Μέγα Βασίλειο. Θόρυβοι, περι- σπασμοί, βιασύνη, ἄγχος, εἶναι ἀνασταλτικά τῆς ὑπάρξεως καί τῆς ἐνεργείας τοῦ φαρμάκου τῶν δακρύων. Γι΄ αὐτό οί καλύτερες ὧρες γιά ἡσυχία καί προσευχή καί κατάνυξι εἶναι οἱ μεταμεσονυκτικές. Τρίτη προϋπόθεσις: Τελωνική στάσις, προσευχή ταπεινή πού κάνει «δεδικαιωμένη τήν ψυχή».Τετάρτη προϋπόθεσις: Ψαλμωδία ἁπλή καί κατανυκτική, μέ ἤπια φωνή. Ὁ .τήν ψυχή πού ψάλλει φωνακτά, ἀλλά ἡ κενο¬δοξία μπορεί νά προσβάλλη καί τήν ψυχή πού ἔχει δά¬κρυα στήν προσευχή.Ἡ κενοδοξία προσπαθεῖ νά μολύνη ὅλες τίς ἀρετές καί τά χαρίσματα τοῦ ἀνθρώπου.Γι΄ αὐτό ἄς ἀποδίδωμε ὅλα τά καλά καί κάθε κατόρθωμα καί καλή μας ἔφεσι καί κάθε χάρισμα στόν «Πατέρα τῶν φώτων, ἐκ τοῦ Ὁποίου πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον».Δικαίως, λοιπόν, ὁ πεπειραμένος περί τά τοιαῦτα ἅ-γιος Νεῖλος γράφει: «"Αν χύνης πηγές δακρύων στήν προ¬σευχή σου, μή ύπερηφανεύεσαι ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς ἔχει νά μᾶς πῆ κάτι ἀξιόλογο στό σημεῖο αὐτό:
«...Ὅταν ἡ ψυχή εὐρίσκεται σέ ἀφθονία τῶν φυσικῶν της καρπῶν, θέλει νά προσεύχεται μέ μεγάλη ἔντασι καί ψάλλει ἐκφώνως. Όταν ὅμως δέχεται τήν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τότε ψάλλει μέ ἄνεσι καί γλυκύτητα καί προσεύχεται μόνο μέσα στήν καρδιά. Στήν πρώτη περίπτωσι ἀκολουθεῖ μία φαντασμένη χαρά. Στήν δευτέρα περίπτωσι άκολουθεῖ πνευματικό δάκρυ καί κατόπιν μιά ἤρεμη καί χαρούμενη ψυχική διάθεσις.Ἐπειδή μέ τήν μέτρια φωνή, ἡ μνήμη τοῦ Θεοῦ μένει θερμή καί προξενεῖ ἔννοιες ἤπιες καί κατανυκτικές. Έκεῖ βλέπομε πράγματι τόν σπόρο τῆς προσευχῆς νά σπέρνεται μέ δάκρυα στήν γῆ τῆς καρδίας μέ τήν ἐλπίδα ταῆς χαρᾶς τοῦ θερισμοῦ...» (Φιλοκαλία τ. Λογ' 257).Ὁ κίνδυνος καί ὁ πειρασμός τῆς κενοδοξίας παραμο¬νεύει πολύ γι' αύτό, σάν νά εἶσαι πιό πάνω άπό τούς πολλούς άνθρώπους. Ή προσευχή σου ἔλαβε βοήθεια γιά νά μπορέσης νά έξαγορεύσης τίς ἁμαρτίες σου καί νά έξευμενίσης τόν Κύριο μέ τά δάκρυα. Μή λοιπόν, μεταβάλης σέ πάθος τό δάκρυ, πού είναι καταδιωκτικό τῶν παθών, γιά νά μήν παροργίσης περισ¬σότερο Ἐκεῖνον, πού σοῦ ἔδωσε τήν Χάρι». (Φιλοκαλία τ. Α' 177 ζ').Ὑπάρχει ἕνα ώραῖο ἀπολυτίκιο πού άποδίδεται καί ψάλλεται σέ κάθε ὅσιο, ὁ ὁποῖος μέ τίς ροές τῶν δακρύων του, σάν μέ ποτιστική βροχή, καλλιέργησε τῆς ἐρήμου κατοικίας του τόν ἄγονο τόπο καί καρποφόρησε ἑκατονταπλασίονα τῶν κόπων πού ἔκανε.Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας καί γέγονας φωστήρ, τῆ οἰκουμένη λάμπων τοῖς θαύμασι, θεοφόρε πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῶ τῶ Θεῶ σωθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν.Μαζί, λοιπόν, μέ τούς ἄλλους κόπους καί τίς θυσίες καί τίς σκληραγωγίες καί τίς νηστείες καί ἀγρυπνίες, πού εἶναι βοηθοί καί σύμμαχοι στόν πνευματικό ἀγῶνα, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ προσευχή τοῦ γλυκυτάτου μας Ἰησοῦ μέ δάκρυα καί θλιμμένη καρδιά. Αύτό σημειώνει καί ό ἅγιος Θεόδωρος Ἐδέσσης (Φιλοκα¬λία τ. Α' 317): «Ὁ πνευματικός πυγμάχος πού θέλει νά κόψη τά πάθη πού πολεμοῦν καί παρενοχλοῦν τήν ψυχή, ἀς όργανώση έπί πλέον τήν μάχη μέ περισσοτέρους συμ-μάχους ὁπλίτας. Δηλαδή, λέγω τήν ταπείνωσι τῆς ψυχῆς καί τόν κόπο τοῦ σώματος καί κάθε ἄλλη ἀσκητική ταλαι-πωρία καί τήν προσευχή, πού γίνεται ἀπό θλιμμένη καρ¬διά μέ πλήθος δακρύων.Ἔτσι ψάλλει ό Δαβίδ: «Ίδε την ταπεινωσίν μου, και τόν κόπο μου καί ἄφες πάσας τάς ἁμαρτίας μου»Καί πάλι:«Ἐγεννήθη τά δάκρυά μου ἐμοί ἄρτος ἡμέρας καί νυκτός».Καί «τό πόμα μου μετά κλαθμοῦ ἐκίρνων (Φιλοκαλία τ.Α΄317οα)Ἐάν ἐπιθυμῆς νά διαπιστώσης ὅτι τό ἔλεος τοῦ θεοῦ σέ ἐπισκέφθη κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ἐρεύνησε την παρουσία δακρύων καί κατανύξεως.Τά δάκρυα πού χύνονται στόν καιρό τῆς προσευχῆς εἶναι σημάδι τοῦ ἐλέους τοῦ θεοῦ, τοῦ ὁποίου ἀξιώθηκε ἡ ψυχή μέ τήν μετάνοια της καί ἔγινε εὐπρόσδεκτη ἡ προσευχή της και ἤδη ἄρχισε νά εἴσέρχεται εἰς τήν πεδιάδα ταῆς καθαριότητος-σημειώνει ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος (λόγος λγ΄)


.Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας καί γέγονας φωστήρ, τῆ οἰκουμένη λάμπων τοῖς θαύμασι Σάββα θεοφόρε πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῶ τῶ Θεῶ σωθῆναι ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν

Νοῦς καί ψυχή

 

                                                                                          Άρχιμ. Ιεροθέου Σ.Βλάχου                                                      Όρθόδοξη Ψυχοθεραπεία                                                    (πατερική θεραπευτική άγωγή)                    «Αδιαλείπτωςπροσεύχεσθαι·»«Μνημονευτέον θεοῦ μάλλον ἤ ἀνεπνευστέον» (Γρηγόριος θεολογος)« Ἄδελφοί, βοᾶτε άπό πρωί ἕως ἑσπέρας, εἰ δυνατόν καί ὅλην τήν νύκτα, τό Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Ἐλεησόν με καί βιασασε τόν νοῦν ὑμῶν εἰς τό ἔργον τοῦτο ἕως θανάτου»(Ιερός Χρυσόστομος)«.Ίησοῦ  ὀνόματι μάστιζε πολεμίους' οὐ γάρ ἐστιν ἐν τῶ οὐρανῶ καί έπί γῆς ίσχυρότερον ὅπλον»(Ἰωάννης τῆς Κλίμακος)                                                      Νοῦς καί ψυχή                                                                                                                                      Νοῦς, Λόγος καί Πνεῦμα, έτσι καί ή ψυχή ἔχει νοῦ, λόγο καί πνεῦμα. Κατά τόν ἁγιορείτη ἅγιο, ό νοῦς ταυτίζεται μέ τήν ψυχή, άλλά εἶναι καί μιά δύναμη τής ψυχῆς. Ἕνα χαρακτηριστικό χωρίο θά άναφέρω στό ὁποῖο ὑπάρχουν αὐτές  Στά κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καί τῶν ἁγίων Πατέρων ἡ ψυχή ταυτίζεται μέ τόν νοῦ. Οἱ ὅροι νοῦς καί ψυχή ἐναλλάσοονται. Ό ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, βέβαια, γράφει ὅτι ὁ νοῦς εἶναι τό καθαρότερο μέρος της ψυχῆς, εἶναι ὁ ὀφθαλμός ταῆς ψυχής: «οὐχ ἕτερον ἔχουσα παρ΄ ἑαυτήν τόν νοῦν, άλλά μέρος αὐτής τό καθαρώ τατον (ώσπερ γάρ όφθαλμός έν σώματι, οὕτως ἐν ψυχῆ νοῦς)...». Ὅπως στό σῶμα ὑπάρχει όφθαλμός ἔτσι, κατά τόν ἅγιο, καί ό νοῦς εἶναι ό όφθαλμός τῆςς ψυχῆς71.Ό άγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο νοῦ μέ δυό σημασίες. Νοῦς εἶναι καί όλόκληρη ή ψυχή, τό κατ΄ εἰκόνα, νοῦς εἶναι καί μιά δύναμη τῆς ψυχῆς, ὅπως έξηγήσαμε σέ ἄλλη παράγραφο, γιατί ὁπως ό Τριαδικός Θεός εἶναιοἱ ἔν¬νοιες. Μετά τήν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου οἱ ἄγγελοι, γράφει ό άγιο-ρείτης ἅγιος, ἔβλεπαν μέ τούς όφθαλμούς τους «τήν αίσθήσει καί σαρκί συνημμένην τοῦ ἀνθρώπου ψυχήν καί θεόν ἄλλον ἑώρων, μή γεγενημένον μόνον ἐπί γῆς δι' ἀγαθότητα θείαν, νοῦν τε καί σάρκα τόν αὐτόν, ἀλλά δι΄ ὑπερβολήν ταύτης καί κατά Θεοῦ χάριν μεμορφωμένον, ὡς εἶναι τόν αὐτόν σάρκα καί νοῦν καί πνεῦμα καί τό κατ' εἰκόνα καί ὁμοίωσιν θείαν τήν ψυχήν ἔχειν ἐντελῶς ὡς ἑνιαίαν οὗσαν ἐν νῶ καί λόγω και πνεύματι»72.Στό κείμενο αὐτό φαίνονται τά ἀκόλουθα. Στήν ἀρχή γίνεται λό¬γος γιά τήν ψυχή πού συνδέεται μέ τήν σάρκα καί τίς αἰσθήσεις. Λίγο πιό κάτω ἐναλλάσσονται οἱ ὅροι ψυχή καί νοῦς. Ἀντί τῆς ψυχῆς χρησιμοποιεῖ τόν νοῦν, «νοῦν τε καί σάρκα τόν αὐτόν». Στήν συνέ¬χεια χρησιμοποιεῖ τήν διαίρεση σάρκα, νοῦν καί πνεῦμα, τό όποῖν πεῦμα εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀφοῦ ὁ Θεός δεν ἔπλασε τόν ἄνθρωπο μόνον ἀπό ψυχή καί σῶμα, ἀλλά τόν ἔκανε καί κεχαριτωμένο, «καί οὐ τοῦτο μόνον, ἀλλά καί κεχαριτωμένην θείως. Τοιαύτη γάρ ή ὄντως ζῶσα ψυχή»"Ὕστερα ἀπό αὐτά γράφει ὅτι ἡ ψυχή εἶναι κατ' εἰκόνα καί ὁμοίωσιν Θεοῦ«ἔχειν ἐντελῶς ὡς ἐνιαίαν οὖσαν ἐν νῶ καί λόγω καί πνεύματι»Φαίνεται λοιπόν καθαρά στό κείμενο αὐτό ὅτι ἡ ψυχή εἶναι κατ' εἰκόνα Θεοῦ, ὅτι ὁ νοῦς ἄλλοτε ταυτίζεται μέ τήν ψυχή καί ἄλλοτε θεωρείται μία δύναμη τῆς ψυχῆς, εἶναι ό ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, ὅπως λέγει ὁ άἍγιος Ἰωάννης ὁ Δαμα-σκηνός. Ἡ ταύτιση νοῦ καί ψυχῆς φαίνεται καθαρά καί σέ ἄλλο χωρίο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Γράφει σέ ἕνα κεφάλαιό του: «Τό γάρ κατ΄εἰκόνα τοῦτο, οὐχ ἡ τοῦ σώματος ἔχει θέσις, ἀλλ' ἡ τοῦ νοῦ πάντως φύσις, οὐ μηδέν κατά φύσιν κρεῖττον»74.Ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ὡς κατ' εἰκόνα θεοῦ, εἶναι τριαδική. Εἶναι νοῦς, λόγος καί πνεῦμα. Ἀφοῦ ὁ νοῦς μέ τήν γενική ἔννοια ταυτί¬ζεται μέ τήν ψυχή σημαίνει πώς καί ὁ νοῦς ἔχει τρεῖς δυνάμεις. Ἐνὁ ό νοῦς εἶναι μιά ἀπό τίς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, συγχρόνως εἶναι καί ὅ¬λη ἡ ψυχή. Ἕνα χαρακτηριστικό χωρίο τοῦ Ἁγιου Γρηγορίου τοῦ Πα¬λαμᾶ θά ἀναφέρουμε. «Ὅταν τό ένιαῖον τοῦ νοῦ γένηται τρισσόν, μένον ἑνιαῖον, τότε συνάπτεται τῆ Θεαρχική Τριάδι Μονάδι... Γίνε¬ται δέ τό ένιαῖον τοῦ νοῦ τρισσόν, μένον ἑνιαῖον, ἐν τῆ πρός ἑαυτόν στροφή καί τή δι΄ ἑαυτοῦ πρός Θεόν ἀνόδον»75. Ἔτσι ἡ ψυχή «ἐν ἐστι πολυδύναμον πρᾶγμα»76 τῆς ὁποίας μία δύναμις εἶναι ὁ νοῦς, ἀλλά παρά ταῦτα καί ὅλη ἡ ψυχή μέ τίς τρεῖς δυνάμεις της εἶναι καί λέγε¬ται νοῦς.Εἶχαμε δῆ προηγουμένως ὅτι τό κατ΄ εἰκόνα ἀναφέρεται ἀπό τούς Πατέρας στήν ψυχή. Ἀλλά ταυτόχρονα λέγεται ὅτι τό κατ΄εἰκόνα ἀναφέρεται καί στόν νοῦ: «Τό κατ΄εἰκόνα τοῦτο, οὐχ ἡ τοῦ σώ¬ματος ἔχει θέσις, ἀλλ' ἡ τοῦ νοῦ πάντως φύσις»77.Ἐφ' ὅσον ὁ Θεός ἔχει οὐσία καί ἐνέργεια καί ἡ ψυχή πού εἶναι κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἔχει οὐσία καί ένέργεια. Άλλά έπειδή, ὅπως εἴ¬δαμε, καί ὁ νοῦς ταυτίζεται μέ τήν ψυχή, ἀφοῦ νοῦς καί ψυχή εἶναι ὅροι πού ἐναλλάσσονται, γι΄ αὐτό καί ὁ νοῦς ἔχει οὐσία καί ἐνέργεια.Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ό Παλαμᾶς μέ ὅλη του τήν σοφία καί τήν διάκριση ἀναλύει αὐτήν τήνπραγματικότητα.Οὐσία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ καρδία καί ἐνέργεια τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ «ἐν λογισμοῖς συνισταμένη καί νοήμασι». Ἑπομένως καί ὁ νοῦς ἔχει οὐσία καί ἐνέργεια. Γι΄ αὐτόν τόν λόγο μέ τόν ὅρο νοῦ ἄλλοτε ἐννοοῦμε τήν οὐσία καί ἄλλοτε ἐννοοῦμε τήν ἐνέργεια. Γράφει χαρακτηριστικά ό ἅγιος. «Νοῦς λέγεται καί τοῦ ἐνέργεια ἐν λογισμοῖς συνισταμένη καί νοήμασι.Νοῦς έστι καί ἡ ἐνεργοῦσα ταῦτα δύναμις, ἥτις καί καρδία καλεῖται παρά τῆς Γραφῆς.Ἔπειδή τήν ἐποχή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου οἱ σύγχρονοί του τόν κατηγοροῦσαν, ὅταν ὁμιλοῦσε γιά ἐπιστροφή τοῦ νοῦ στήν καρδιά, ὁ ἅγιος γράφει «ἀγνοοῦσι γάρ, ὡς ἔοικεν, ὅτι ἄλλο μέν οὐσία νοῦ, ἄλλο δέ ένέργεια...»79. Νοῦς καί καρδία Νοῦς λέγεται καί ἡ οὐσία τῆς ψυχῆς, δηλαδή ἡ καρδιά. Σέ πολ¬λά χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν ἁγίων Πατέρων ὑπάρχει αὐτή ἡ ταύτιση μεταξύ νοῦ καί καρίας, ἀφοῦ ἐναλλάσσονται οἱ ὅροι καρ¬δίας καί νοός. Ὁ Κύριος μακαρίζει τούς καθαρούς στήν καρδία: «μα¬κάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδία, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» (Ματθ. ε', 8). Στήν καρδιά άποκαλύπτεται ὁ Θεός καί ἐκεῖ Τόν γνωρίζει ὁ ἄν¬θρωπος. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι ἐκεῖ γίνεται ὁ φωτισμός τοῦ Θεοῦ: «ὅς ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρός φωτισμόν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπω Ἰησοῦ Χριστοῦ» Κορ. δ', 6).Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος εὔχεται «ἵνα ὁ Θεός τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰ¬ησοῦ Χριστοῦ, ὁ πατήρ τῆς δόξης, δώη ὑμῖν πνεῦμα σοφίας καί ἀποκαλύψεως ἐν ἐπιγνώσει αὐτοῦ, πεφωτισμένους τούς ὀφθαλμούς τῆς καρδίας ὑμῶν, εἰς τό εἰδέναι ὑμᾶς»(Έφεσ.α',17-18).Ἡ καρδιά δέχεται τήν ἀποκάλυψη τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Θεοῦ.Ἀλλοῦ αὐτή ἡ καρδία ἀντικαθίσταται μέ τόν νοῦ. Ό Κύριος μετά τήν Άνάστασή Του, εὐρεθείς μεταξύ τῶν Μαθητῶν Του,«διήνοιξεν αὐτῶν τόν νοῦν τοῦ συνιέναι τάς γραφάς» (Λουκ. κδ', 4).Ἐπειδή ό ἀνθρωπος μέ τήν διάνοιξη τῶν ὀφθαλμῶν τῆς καρδίας καί μέ τήν κάθαρση τῆς καρδίας γνωρίζει τόν Θεό, γι΄ αὐτό τό «διήνοιξεν τόν νοῦν» ταυτίζε¬ται μέ τό «διήνοιξεν τήν καρδίαν».Επίσης τό «μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδία ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται» πιστεύω πώς συνδέεται μέ τό ἀποστολικό χωρίο «...μεταμορφοῦσθαι τῆ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν...» (Ρωμ. ιβ', 2).Ἄρα στό σημεῖο αὐτό ὁ νοῦς λέγεται καί καρδιά καί οί δυό ὅροι νοῦς - καρδιά ἐναλλάσσονται. Ό ἅγιος Μάξιμος ὁ Όμολογητής ἑρμηνεύοντας τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ «τά ἑνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καί ἰδού ἅπαντα καθαρά ὑμῖν ἔσται» (Λουκ. ια', 41), λέγει «ώς μηκέτι τοῖς περί τό σῶμα σχολαζόντων πράγμασιν, ἀλλά τόν νοῦν καθαίρειν σπευδόντων ἀπό μίσους καί ἀκρασίας, ὅν καρδίαν ὀνομάζει ό Κύριος• ταῦτα γάρ τόν νοῦν ρυποῦντα, οὐκ ἑῶσι βλέπει ν τόν ἐν αὐτῶ

 

 

Ἀποστολικο Ἀνάγνωσμα Κυριακή 4 Νοεμβρίου2018

ποστολικο  Ἀνάγνωσμα Κυριακή 4 Νοεμβρίου2018                                                                                                         Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι"ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ ΚΑΘΕ ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΑΜΑΡΤΙΑ"

 

ΤΔιάλογος ἑνὸς ὑποτακτικοῦ μὲ τὸν γέροντά του,μακαριστό Γέρονταα Ἐφραὶμ τὸν Κατουνακιώτη): - Γέροντα, λέω τὴν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ», ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνω τίποτα.- Δὲν καταλαβαίνεις ἐσὺ ποῦ τὴ λὲς τὴν εὐχή, ἀλλὰ καταλαβαίνει ὁ διάβολος καὶ καίγεται, καὶ φεύγει.Έ, καλὰ παιδί μου, θέλεις νὰ δεῖς θαῦμα, ἀπὸ τὴν εὐχή, ἀπ’ τὴν προσευχή;- Καὶ βεβαίως θέλω! Καλά, τοῦ λέει, θὰ προσευχηθῶ στὸν Θεὸ νὰ σοὺ δείξει ἕνα θαῦμα νὰ καταλάβεις πόση δύναμη ἔχει ἡ εὐχή. Αὐτὸ τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μὲ» ποῦ στὴν ὁποίαν εὐχὴ ἀναφέρονται ὅλα τὰ πατερικά μας βιβλία καὶ εἰδικότερα βέβαια ἡ Φιλοκαλία.Ἔκανε προσευχὴ ὁ γέροντας, ἔκανε νηστεία, τριήμερο νηστεία, μόνο μὲ λίγο νερό. Ἔλα δῶ παιδί μου τώρα,τοῦ λέει, ὕστερα ἀπὸ τὶς τρεῖς ἡμέρες, τοῦ ἔδωσε ἕνα καλάθι – ξέρετε τί ἦταν τὰ καλάθια;- καὶ Πήγαινε νὰ τὸ γεμίσεις νερό.Γέροντα, λέει, μὲ συγχωρεῖς, τὰ μυαλὰ τὰ ἔχω, τὸ λογικὸ τὸ ἔχω, πῶς θὰ γεμίσει αὐτὸ νερό; Γεμίζει τὸ καλάθι νερό; Βρέχεται, ναί, ἀλλὰ νὰ γεμίσει νερό;Καλά, παιδί μου, τοῦ λέει, δὲν ἤθελες νὰ δεῖς ἕνα θαῦμα;Λέει:Μάλιστα. Έ, καὶ νὰ δεῖς τί δύναμη ἔχει ἡ εὐχή; Τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μὲ» τί δύναμη ἔχει; Γιατί τὴν παντοδυναμία τῆς εὐχῆς τὴν παίρνει ἀπ’ τὸν παντοδύναμο Θεό, διότι ὁ Κύριος ἠμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι καὶ σωτήρας τοῦ κόσμου, ἀλλὰ εἶναι καὶ Θεὸς ἀληθινός, ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ. Δὲ θέλεις νὰ τὴ δεῖς;Πῶς, πῶς, πῶς!Έ, κᾶνε αὐτὸ ποῦ λέω, ἀλλὰ θὰ λὲς τὴν εὐχή, ὅλο τὴν εὐχή. Θὰ πᾶς καὶ θάρθεις χωρὶς νὰ τὴν διακόψεις καθόλου. Θὰ λὲς συνέχεια «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ». Νὰ’ναὶ εὐλογημένο.Πάει λοιπὸν στὸ δρόμο, περπατάει νὰ πάει μέχρι τὴν, ἐκεῖ ποῦ ἦταν τὸ νερό,«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ».Καὶ βάζει τὸ καλάθι στὴ βρύση καὶ κάτω. Τὸ νερὸ γεμίζει τὸ καλάθι! Καὶ τὸ καλάθι δὲν τρέχει! Δὲν βγάζει οὔτε ἀπὸ τὰ πλάγια, οὔτε ἀπὸ κάτω σταγόνα νερό. Συνέχεια ὅμως, δὲν διακόπτει τὴν εὐχὴ καὶ τὴ λέει. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ», «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ».Ἐννοεῖται βέβαια ὅτι ὁ γέροντας, στὸ κελάκι τοῦ προσηύχετο γιὰ νὰ δείξει ὁ Θεὸς θαῦμα στὸν ὑποτακτικό του. Τὸ γέμισε τὸ καλάθι. Μόλις τὸ εἶδε, τρέχει λοιπόν, νὰ τὸ δείξει στὸν γέροντά του. Νὰ τοῦ πεῖ δηλαδὴ ὅτι «Γέροντα, τὸ καλάθι γέμισε νερό, καὶ δὲν τρέχει».Στὸν δρόμο λοιπὸν πηγαίνοντας αὐτὰ τὰ πενήντα μέτρα, φανερώνεται ὁ διάβολος, ἀλλὰ μὲ ἀνθρώπινη μορφή. Σὰν καλόγεροι, σὰν καλόγερος.Τοῦ λέει:Καλόγερε, τοῦ λέει, ποῦ πᾶς;Πάω στὸ γέροντά μου. Πῶς σὲ λένε;Γεώργιο. Πόσα χρόνια ἔχεις ἐδῶ;Λέει, πέντε – ἔξι.Καὶ τί δουλειὰ κάνεις; Τί διακόνημα κάνεις;Φτιάχνουμε σφραγίδια.Μὲ τὸ διάλογο, ἀδειάζει τὸ καλάθι καὶ τὸ νερὸ φεύγει ἀπὸ κάτω ὁλόκληρο. Ἐπίασε ἀργολογία, ἄφησε τὴν εὐχή. Πῆγε στὸ γέροντά του μὲ ἄδειο τὸ καλάθι.Τί συμβαίνει παιδί μου; Γιατί μου φέρνεις τὸ καλάθι ἄδειο;Γέροντα ἔτσι κι’ ἔτσι.Ἄαα. Ἄφησες τὴν εὐχὴ παιδί μου. Καὶ ἐπίασες διάλογο καὶ διάλογο μὲ αὐτὸν ποῦ φαινόταν σὰν καλόγερος ἀλλὰ δὲν ἦταν καλόγερος, ἀλλὰ ἦταν ὁ διάβολος. Ἐὰν δὲν τοῦ μιλοῦσες, τὸ καλάθι θὰ ἦταν γεμάτο νερό. Τώρα ὅμως ποῦ μίλησες καὶ ἄφησες τὴν εὐχή, ἔφυγε τὸ νερό. Βλέπεις λοιπόν, ὅταν ἔλεγες καὶ ὅσο ἔλεγες τὴν εὐχὴ τὸ καλάθι κρατοῦσε τὸ νερό.Ὅταν τὴ σταμάτησες καὶ ἄρχισες τὴν ἀργολογία σου, ἔφυγε τὸ νερό.Προσευχὴ εἶναι νὰ πεῖς ἕνα δόξα σοὶ ὁ Θεός.Προσευχὴ εἶναι νὰ πεῖς σ' εὐχαριστῶ Θεέ μου γιὰ τὶς ἄπειρες εὐεργεσίες σου.Ὁ θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ καὶ σαρκώθηκε, σταυρώθηκε, ἀναλήφθηκε. Γιὰ ποιόν? Γιὰ μᾶς τοὺς ἀνθρώπους.Κι ἐμεῖς οὔτε ἕνα εὐχαριστῶ δὲν τοῦ λέμε.Τί θὰ κερδίσεις ἂν κάνεις προσευχή?Ἂν κάνεις προσευχή, θαύματα θὰ δεῖς στὴ ζωή σου.Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ποὺ γίνεται μὲ τὸ κομποσκοίνι, θερμαίνει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, ἐνεργοποιεῖ τὴν Θεία Χάρι στὸν ἴδιο, τὸν προσευχόμενο καὶ καθαρίζει τοὺς ρύπους τῆς ἁμαρτίας, ὅπου αὐτοὶ πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο.Ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, σκοπὸ ἔχει, να ενοποιήσει τ;oν ὅλο ἄνθρωπο, δηλαδὴ τὶς τρεῖς δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ἡ προσοχή, νὰ συγκενρωθεῖ στὴν καρδιά. Στὴν ἀρχή, νὰ αἰσθάνεται ἡ καρδιὰ τὴν ἐνέργεια τῆς εὐχῆς καὶ ἔπειτα, νοῦς καὶ καρδιὰ νὰ ἑνωθοῦν.  Γιατί, κατὰ τοὺς Πατέρaς, πρῶτα ἡ καρδιὰ αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ ἔπειτα παρακινεῖ καὶ τὸ λογικό. Οἱ Πατέρες, πρῶτα ἔζησαν καὶ ἐπειτα θεολόγησαν  γιὰ νὰ περιφρουρήσουν τὴν ζωή. Ἑπομένως,πρῶτα ἡ καρδιὰ αἰσθάνεται τὴν θερμότητα καὶ την γλυκύτητα της παρουσίας τοῦ Αγίου Πνευματος.Ἀντίθετα,ἡ ἀπουσία τῆς Χάριτος διακρίνεται ἀπὸ τὴν παγερότητα καὶ τὴν ψυχρότητα τῆς καρδιᾶς. Πρῶτα, κάποιος ἀγαπάει μὲ τὴν καρδιὰ του τὸν Θεὸ καὶ ἔπειτα μὲ τὸν νοῦ. Ἡ παραγγελία τοῦ Θεοῦ εἶναι σαφής:"Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ' ὅλης της καρδίας σου καὶ ἐξ' ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ' ὅλης της διανοίας σου"Ἡ λογικὴ δὲν καταργεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ μὲ τὴν πτώση εἶναι ἀρκετὰ δύσκαμπτη, στὸ ν' ἀντιληφθεῖ τὸν Θεό. Ὅταν ὅμως, ἀναπτύσσεται, ἐσωτερικὴ πνευματικὴ αἴσθηση, τότε κι αὐτὴ παρακινεῖται στὸ νὰ καταλάβει τὸν Θεό. Ἡ καρδιὰ λοιπόν,κάνει τὴν διάκριση, ἂν σφάλλουμε ἢ ἂν τηροῦμε τὶς Ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἕνωση ὅμως τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς γίνεται μόνο, μὲ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ ἀποκτοῦμε Χάρι καὶ μὲ τὴν ἐνέργεια αὐτῆς, ὁ νοῦς βρίσκει τὴν καρδιὰ καὶ ἑνώνεται μὲ αὐτή. Κι αὐτὸ εἶναι σημαντικὸ βῆμα γιὰ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ τὴν θέωση.Γι' αὐτὸ καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου πρέπει νὰ συντριβεῖ."Καρδίαν συντετριμμέννην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει."

Εἶναι καλὸ λοιπόν, ὄτι κλαιγοντας γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, αἰσθανόμαστε ἕναν πόνο στὴν καρδιὰ ἢ ἄλλοτε, μία θερμότητα, ἀλλὰ ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος εἶναι ἡ μετάνοια.  Ἡ προσευχή,  τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ», ἡ πνευματική ἐλεημοσύνη,διότι τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μὲ» εἶναι πνευματικὴ ἐλεημοσύνη, νικᾶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καμμιὰ ἁμαρτία δὲν εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ (δήλ. τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ σβήσει κάθε δική μας ἁμαρτία). Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγάλο.
 
 
 
 

 

 
 
 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ἈΝΑΓΝΩΣΜΑΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2018

 Ἀδελφοί, παρακαλῶ ὑμᾶς ἐγὼ ὁ δέσμιος ἐν Κυρίῳ ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθητε, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ.                                                 Ἀδελφοί, σᾶς προτρέπω ἐγὼ ὁ φυλακισμένος διὰ τὸν Κύριον, νὰ φέρεσθε ἀντάξια πρὸς τὴν κλῆσιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβατε, μὲ πᾶσαν ταπεινοφροσύνην καὶ πραότητα, μὲ ὑπομονὴν εἰς τὸ νὰ ἀνέχεσθε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ ἀγάπην,Μελετώντας εὐλαβῶς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἀνακαλύπτουμε τὸν ἄπειρο πλοῦτο τῆς χρηστότητος, τῆς ἀγαθοσύνης καὶ τῆς μακροθυμίας τοῦ ἐλεήμονος Θεοῦ, ποὺ κορυφώθηκεθηκε σ' τῆς θείας οἰκονομίας Του τὸ μέγα μυστήριο, τὴν σάρκωσι τοῦ Λόγου, τὴν ἀποκάλυψι τῆς τοῦ Θεοῦ σοφίας, δυνάμεως καί χάριτος, τὸ πάθος, τὸν Σταυρό, τὴν Ἀνάστασι καὶ τὴν Ἀνάληψί Του στοὺς οὐρανούς, ποῦ ἀποτελοῦν «τὰ ποιητικά τῆς σωτηρίας μας», κατὰ τὸν Ἅγιον Νικόλαον Καβάσιλα.Ὅλη αὐτή ἡ μοναδικὴ καὶ ἀσύλληπτη θεϊκὴ συγκατάβασις, μὲ τὶς ἄφθονες σωτήριες παροχές της στὸν σύμπαντα κόσμο, χαρακτηρίζεται σὰν πλησμονὴ ἀγάπης ἀληθινῆς, μακροθυμίας ἐκφράσεως καὶ γνησίας φιλανθρωπίας ἀποδείξεως.Τὴν φρικτὴ νύκτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης, ποῦ τὸ θεῖο Πάθος μελωδεῖται μὲ τοὺς ἐξαισίους κατανυκτικοὺς θείους ὕμνους καὶ περιγράφεται μὲ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελιστῶν τίς θεόπνευστες ἀναφορές,ἡ Ἐκκλησία ἀναφωνεῖ ἔκπληκτη ἐν θαυμασμῶ καὶ εὐγνωμονοῦσα, στὸν ἑλκόμενον πρὸς τὸ σωτήριο πάθος Δεσπότην Ἰησοῦ Χριστό: «Δόξα τῆ μακροθυμία σου, Κύριε, δόξα σοί»!Ἡ εὐχαριστήρια αὐτή προσευχὴ γίνεται εὐγνωμοσύνης καταθέσεως θαυμασμὸς καὶ δοξολογία τῶν πιστῶν στὸ μεγαλεῖο τῆς θεϊκῆς μακροθυμίας, ἀλλά καί ἔλεγχος στὴ δική μας μικρότητα καὶ ἀδυναμία καὶ προτροπὴ στὴ διαγωγὴ τοῦ καθενός μας, πρὸς μίμησι.«Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὀ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστὶν» (Λούκ.ε΄36), εἶναι ἡ προσταγὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.Αὐτούς τούς πλουσίους οἰκτιρμούς τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἄπειρη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους φιλανθρωπία καὶ μακροθυμία, τὴν ἀπαντοῦμε σὲ ὅλη τὴν θεία ἀποκάλυψι.Ἡ κλασικὴ περίπτωσις τῆς παραβολῆς τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ποῦ μᾶς διασώζει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ ἱερό του Εὐαγγέλιο (κέφ.ε΄ 11-32),δεν δηλώνει μόνον την μετάνοια τοῦ ἀποστάτου, ἀλλά καὶ τὴν μακροθυμία τοῦ Θεοῦ Πατρός, ποῦ ἀνέμενε καρτερικά, καὶ δέχθηκε σπλαχνικά, τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ πεπλανημένου.Ὁ μακρόθυμος εἶναι γαλήνιος καὶ νηφάλιος, ψύχραιμος καὶ ἐγκρατής, δὲν καταβάλλεται ἀπὸ τὶς ἀφορμὲς ποῦ παρουσιάζονται, διότι πρυτανεύει τὸ «ἀνεχόμενοι ἀλλήλων καὶ χαριζόμενοι                                   ἑαυτοῖς, ἐὰν τὶς πρὸς τινὰ ἔχη μομφὴν καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἐχαρίσατο ὑμῖν, οὕτω καὶ ὑμεῖς» (Κόλ. γ' 12-13). Ἡ κατανόησι καὶ ἀγάπη διαλύει "τὰ νέφη τῶν λυπηρῶν" ποῦ ἀποσκοποῦν στὴν σπορὰ τῆς ψυχοφθόρου μνησικακίας.Ἡ διαγωγὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποῦ διακρίνεται ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς ἀγάπης, τῆς ὑπομονῆς, τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς μα κροθυμίας, ἂς καθορίζει καί τὴν δική μας ἀναστροφή, ἀκολουθοῦντες καὶ τὴν τοῦ θείου Ἀποστόλου Παύλου προτροπή: «Ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἢ ἐκλῆθητε, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πραότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγαπη» (Ἔφεσ. δ'   2).
Ὁ μακρόθυμος ἀγαπᾶ τόν Θεόν, καί αὐτή ἡ ἀγάπη τόν ὀδηγεῖ στήν ὑπακοή τοῦ θείου θελή­ματος.Ἔτσι, ἀκολουθεῖ τό «ἄφετε καί ἀφεθήσεται ὑμῖν» καί «ἀφίησι τῶ ἀδελφῶ τά ὀφει­λήματα αὐτοῦ»!.Ό μακροθυμῶν εἰσπράττει τήν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀντιθέσει μέ τόν ἀνελεήμονα πού χωρίζεται τῆς θεϊκῆς στοργῆς καί βοηθείας, καθότι ἡ δικαία κρίση τοῦ Θεοῦ θά τόν ἐλέγξει λέγοντας: «Οὐκ ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι τόν σύνδουλόν σου, ὡς καί ἐγώ σέ ἠλέησα;» (Ματθ. ιθ' 33). δηλ. δέν ἔπρεπε καί σύ νά σπλαχνιστεῖς τόν σύνδουλόν σου. ὅπως καί έγώ σπλαχνίστηκα ἐσένα;Τό «μακροθύμησον ἐπ' ἐμοί» τοῦ ἀδελφοῦ, νά συνέχει τήν σκέψι μας ὅταν ἀδικούμεθα ἤ εὑρισκόμεθα πρό διλήματος ἐξαιτίας κάποιας ἀνεπιθυμήτου συμπεριφοράς του· νά ἔχουμε πρό ὀφθαλμῶν μας πάντοτε, νά μᾶς ἐμπνέει καί κα­θοδηγεῖ  ἡ μακροθυμία τοῦ Κυρίου πού μαρτυ- ρεῖται καί τήν συναντοῦμε στήν ἀπάντησι πού ἔδωσε στό ἐρώτημα τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου: «Ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμέ ὁ ἀδελφός μου καί ἀφήσω αὐτῶ; ἕως ἑπτάκις; Λέγει αὐτῶ ὁ Ἰησοῦς· οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ' ὥς έβδομηκοντάκις ἑπτά» (Ματθ. ιη' 22). Ἀκούρα­στα καί ἀγόγγυστα νά συγχωροῦμε. Ποιὸς ὁ σκοπὸς τῆς νηστείας καὶ τῆς μετανοίας;Ἀπὸ τὴν 15ην Νοεμβρίου εἰσήλθαμε στη νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς νηστείας οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ ἐπιδίδονται εἰς πολλαπλασίως μεγαλύτερη πνευματικὴ ἄσκηση ἀπὸ τὴν συνηθισμένη, ἐνῶ καταφεύγουν εἰς τὸ ἱερὸν μυστήριον τῆς Ἐξομολογήσεως – Μετανοίας.Ἡ Ἐξομολόγηση ὅμως πρέπει νὰ εἶναι εἰλικρινής, βαθεία καὶ πλήρης. Ὡς γράφει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, Πρωθιερεὺς τῆς Κρονστάνδης, εἰς τὸ βιβλίον του «ἡ ἐν Χῶ Ζωή». «Ὁ Σαρκικὸς ἄνθρωπος νομίζει ὅτι εἶναι δουλεία ἡ ἐλευθερία τοῦ χριστιανοῦ π.χ διὰ τὴν φοίτησιν εἰς τὰς ἱερᾶς ἀκολουθίας, τὴν νηστεία, τὴν προετοιμασία διὰ τὸ μυστήριο, τὴν ἐξομολόγηση, τὴν Κοινωνία, ὅλα τὰ μυστήρια, καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀπαίτησις τῆς φύσεώς του, ἀνάγκη διὰ τὸ πνεῦμα του. Ὅστις ἔχει συνηθίση νὰ κάμνη ἀπολογισμὸν τῆς ζωῆς τοῦ κατὰ τὴν ἐξομολόγηση ἐδῶ, δὲν θὰ φοβηθῆ νὰ ἀπαντήση εἰς τὸ φοβερὸν κριτήριον τοῦ Χριστοῦ.Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἱδρύθη τὸ ἐπιεικὲς μυστήριον τῆς μετανοίας, ἴνα ἀφοῦ καθαρισθῶμεν καὶ διορθωθῶμεν διὰ τῆς μετανοίας ἐδῶ κάτω, δυνηθῶμεν νὰ ἀποκριθῶμεν χωρὶς αἰσχύνην ἐνώπιόν του φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ.Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἐλατήριον διὰ τὴν εἰλικρινῆ ἐξομολόγηση, ἡ ὁποία πρέπει ἐξάπαντος νὰ γίνεται κατὰ πᾶν ἔτος. Ὄσω περισσότερον μένομεν χωρὶς ἐξομολόγηση, τόσο τὸ χειρότερον δὶ’ ἠμᾶς καὶ τόσο περισσότερον περιπλεκόμεθα εἰς τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, καί, διὰ τοῦτο, δυσκολώτερον καθίσταται νὰ δώσωμεν ἀπολογισμὸν τῆς ζωῆς μας.Τὸ δεύτερον ἐλατήριον εἶναι ἡ ψυχικὴ ἠρεμία: ὄσω εἰλικρινεστέρα ἡ ἐξομολόγηση, τόσω ἠρεμωτέρα θὰ εἶναι μετὰ ταῦτα ἡ ψυχή μας. Αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ὄφεις μυστικοί, ποὺ κατατρώγουν τὴν καρδίαν καὶ ὅλην τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἀνθρώπου· δὲν τὸν ἀφήνουν ἥσυχον, διαρκῶς τὴν καρδίαν τοῦ ἀπομυζοῦν.Αἱ ἁμαρτίαι εἶναι ἄκανθαι ὀξεῖαι, ποὺ διαρκῶς πληγώνουν τὴν ψυχήν· αἳ ἁμαρτίαι εἶναι σκότος πνευματικόν. Ὅσοι μετανοοῦν πρέπει νὰ παράγουν τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας.Ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς νηστείας καὶ μετανοίας; Ποῖος ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον λαμβάνομεν τὸν κόπον δί? αὐτᾶς;Σκοπὸς τῶν εἶναι ἡ κάθαρσις τῆς ψυχῆς ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ εἰρήνη τῆς καρδίας, ἡ ἕνωσις μετὰ τοῦ Θεοῦ· μᾶς γεμίζουν μὲ υἱοθεσίαν καὶ εὐλάβειαν, καὶ μᾶς δίδουν παρρησίαν ἐνώπιόν του Θεοῦ.

Ὑπάρχουν, πράγματι, πολὺ σπουδαῖοι λόγοι διὰ τὴν νηστεία καὶ τὴν ἐξομολόγηση ἐξ ὅλης μας τῆς καρδίας. Ἀνεκτίμητος ἀμοιβὴ θὰ μᾶς δοθῆ δί? ἐργασίαν καὶ μόχθον εὐσυνείδητον.Ἔχουν ἄραγε πολλοὶ ἀπὸ ἠμᾶς τὸ αἴσθημα τῆς υἱϊκῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεόν; Τολμοῦν ἄραγε πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς χωρὶς καταδίκην καὶ μὲ παρρησίαν νὰ προσκαλοῦν τὸν ἐν οὐρανοῖς Πατέρα καὶ νὰ λέγουν: «Πάτερ ἡμῶν!»; Ἠ τουναντίον δὲν ὑπάρχει ὥστε καὶ νὰ ἀκουσθῆ τοιαύτη υἱϊκὴ φωνὴ εἰς τὰς καρδίας μας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν νεκρωθῆ ἀπὸ τὰς ματαιότητας τοῦ κόσμου καὶ τὴν προσήλωσιν εἰς τὰ πράγματά του καὶ τὰς ἀπολαύσεις; Ἡ μήπως πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὰς καρδίας μας εὑρίσκεται ὁ Οὐράνιος Πατὴρ ἡμῶν; Καὶ δὲν νομίζομεν ἄραγε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐκδικητής, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ Αὐτὸν εἰς χώραν μακρινήν;Ναί, ὅλοι ἠμεῖς ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν μᾶς εἴμεθα ἄξιοί της δικαίας του ὀργῆς καὶ τιμωρίας καὶ εἶναι θαυμαστὸν πόσον μακρόθυμος καὶ ὑπομονητικὸς εἶναι ἀπέναντι ἠμῶν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς πατάσση ὅπως τὴν ἄκαρπον συκῆν.
Ἂς σπεύσωμεν νὰ Τὸν ἐξιλεώσωμεν μὲ μετάνοια καὶ δάκρυα. Ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸν ἐσωτερικόν μας ἄνθρωπον, ἂς ἐξετάσωμεν τὰς ἀκαθάρτους μας καρδίας μὲ πάσαν αὐστηρότητα· καὶ ὅταν ἴδωμεν πόσαι ἀκαθαρσίαι τηροῦν αὐτάς μακρὰν ἀπὸ τὴν Θείαν Χάριν, τότε θὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι εἴμεθα πνευματικῶς νεκροί. Ὑπόφερε τὰς ὀδύνας καὶ τοὺς πόνους τῆς ἐγχειρήσεως, διὰ νὰ δυνηθῆς νὰ ἐπανακτήσης μετὰ ταῦτα τὴν ὑγείαν σου (τοῦτο λέγων ἐννοῶ τὴν ἐξομολόγηση).Τοῦτο σημαίνει ὅτι κατὰ τὴν ἐξομολόγηση ὀφείλεις νὰ ὁμολογῆς ὄλας τὰς πράξεις τῆς αἰσχύνης εἰς τὸν πνευματικόν, χωρὶς νὰ ἀποκρύπτης τί, μολονότι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὀδυνηρόν, ἐπαίσχυντον καὶ ταπεινωτικόν.Ἄλλως ἡ πληγὴ θὰ μένη ἀθεράπευτος, θὰ πονῆ, θὰ ὑποσκάπτη τὴν πνευματικὴν ὑγείαν σου καὶ θὰ εἶναι ζύμη διὰ τὰς πνευματικᾶς ἀδυναμίας σου ἢ τὰς ἁμαρτωλάς σου συνηθείας καὶ τὰ πάθη.Ὁ ἱερεὺς εἶναι πνευματικὸς ἰατρός.
Ἐπιδείκνυε εἰς αὐτὸν τὰς πληγᾶς σου, χωρὶς νὰ ἐντρέπεσαι, εἰλικρινῶς, φανερά, μὲ υἱϊκὴν πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην, διότι ὁ ἐξομολόγος εἶναι ὁ πνευματικὸς πατήρ σου, ὁ ὁποῖος θὰ ὤφειλε νὰ σὲ ἀγαπᾶ περισσότερόν του πατρὸς καὶ τῆς μητρός σου· διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ κάθε σαρκικήν, φυσικὴν ἀγάπην.Ἐκεῖνος θὰ ἀπαντήση διὰ σὲ εἰς τὸν Θεόν. Διατὶ ἡ ζωὴ μᾶς ἔγινε τόσον ἀκάθαρτος, τόσον γεμάτη ἀπὸ πάθη καὶ ἁμαρτωλᾶς συνήθειας; Διότι πολλοὶ ἀποκρύπτουν τὰς πνευματικᾶς πληγᾶς καὶ τοὺς πόνους τῶν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πονοῦν διαρκῶς καὶ ἐρεθίζονται· καὶ τοιουτοτρόπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώση εἰς αὐτοὺς κανεὶς κανένα ἰατρικόν.  «Ἂν πέσης, σήκω καὶ θὰ σωθῆς»· εἶσαι ἁμαρτωλός, διαρκῶς πίπτεις, μάθε πὼς πρέπει νὰ ἐγείρεσαι· πρόσεξε πολὺ νὰ ἀποκτήσης αὐτὴν τὴν σοφίαν. Ἡ σοφία συνίσταται εἰς τοῦτο: νὰ μάθης ἐκ στήθους τὸν Ψαλμὸν «Ἐλέησον μὲ ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἐλεός Σου», τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν εἰς τὸν βασιλέα καὶ προφήτην Δαβὶδ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, καὶ νὰ λέγης αὐτὸν μὲ εἰλικρινῆ πίστιν καὶ πεποίθησιν, μὲ καρδίαν ταπεινὴν καὶ συντετριμμένην.Μετὰ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοιάν σου, ἡ ὁποία ἐκφράζεται εἰς τοὺς λόγους τοῦ Βασιλέως Δαβίδ, ἡ συγχώρησις τῶν ἁμαρτιῶν σου ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ἀμέσως θέλει λάμψη ἐπί σου, καὶ αἳ πνευματικαὶ δυνάμεις σου θὰ εἰρηνεύσουν.«Τὸν γὰρ μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἠμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησεν, ἴνα ἠμεῖς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεοῦ ἐν αὐτῶ» (Β/ Κόρ. 5, 21), λέγεται περὶ τοῦ Χριστοῦ. Θὰ αἰσχυνθῆς λοιπὸν ὕστερον ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ ἀναγνωρίσης οἱανδήποτε ἁμαρτίαν σου ἢ νὰ ἀναλάβης τὴν μομφὴν δι΄ ἁμαρτίαν τὴν ὁποίαν δὲν διέπραξας;Ἂν Αὐτὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινεν ἔνοχος ἁμαρτίας, μολονότι ἦτο ἀναμάρτητος, καὶ σὺ πρέπει νὰ δεχθῆς τὴν μομφὴν διὰ κάθε ἁμαρτίαν μὲ πραότητα καὶ ἀγάπην (διότι εἶσαι πράγματι ἁμαρτωλός), νὰ δεχθῆς τὴν μομφὴν μὲ ταπείνωσιν καὶ ὑποταγήν, καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἀκόμη διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶσαι ἔνοχος. Χάρις εἰς τὴν πίστιν μας μόνον, τὰ πνευματικὰ ὄρη ἤτοι τὰ ὕψη καὶ τὰ βάρη τῶν ἁμαρτιῶν- μετακινοῦνται. Διά τοῦτο, ὅταν οἱ χριστιανοὶ ἁπαλλάσσωνται ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν των διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως, ἐνίοτε λέγουν: «Δόξα τῷ Θεῶ, βουνὸ ὁλόκληρο ἐπεσεν ἀπὸ τοὺς ὤμους μου».
 
 

 
 
 
 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΠΑΥΣΑ ΑΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς 25 Νοεμβρίου 2018 - Κατὰ Λουκᾶν IΗ΄ 18-27

Ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.Δὲν εἶχε εὐτυχὴ κατάληξη ἡ συνάντηση τοῦ πλουσίου ἐκείνου νεανίσκου μὲ τὸν Κύριο, τὴν ὁποία μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ἔφυγε λυπημένος ὁ νέος ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ζήτησε νὰ ἀποχωριστεῖ αὐτὸ τὸ ἕνα ποὺ κρατοῦσε αἰχμάλωτη τὴν ψυχή του: τὸ χρῆμα.
Γιατί ὅμως νὰ συμβεῖ ἔτσι; Γιατί ὁ Κύριος νὰ μὴ δεχθεῖ κοντά του τὸν πλούσιο νέο, ἔστω μὲ αὐτὴν τὴν ἀδυναμία ποὺ εἶχε στὸν πλοῦτο; Μὰ ὁ Κύριος δὲν θέλει οἱ μαθητές του νὰ Τὸν ἀκολου­θοῦν μὲ ἐπιπολαιότητα ἀλλὰ μὲ σταθερότητα καὶ ἀπόφαση θυσίας. Θέλει νὰ ἀγωνίζονται, ὥστε νὰ μὴν ὑστεροῦν σὲ τίποτε. Νὰ γίνονται τέλειοι! Αὐ­τὸς εἶναι ὁ τελικὸς προορισμός γιὰ κάθε χριστιανό. Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς κι ἐμεῖς μπο­ροῦ­με νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὴν τὴν τελειότητα.
1. Μὲ αὐτογνωσία καὶ ἀγώνα
Πρῶτον, ὀφείλουμε νὰ ἀποκτήσουμε καλὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Νὰ ἀνακρίνουμε τὴ ζωή μας καὶ νὰ βαθμολογήσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Κύριο ­Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ πλούσιος νέος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου νόμιζε ὅτι εἶναι κα­λὸς ἐπειδὴ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀποδείχθηκε ὅμως, ἡ θρησκευτικότητά του ἦταν μᾶλλον τυπικὴ καὶ ἐξωτερική. Νόμιζε ὅτι ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα ­σύνολο καλῶν πράξεων. Ἀπέφευγε τὶς σοβαρὲς ­παραβάσεις τοῦ νόμου καὶ περίμενε νὰ μάθει ἂν χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο νὰ κάνει γιὰ νὰ εἶναι τελείως ἐντάξει. Γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε «τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»· δηλαδή: Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;  Ἂς κάνει λοιπὸν ὁ καθένας μας τὴν αὐτοκριτική του μὲ εἰλικρίνεια καὶ εἰς βάθος. Ὄχι ἐπιφανειακά. Ὄχι μόνο τί κάνουμε, ἀλλὰ καὶ τὸ τί σκεπτόμαστε, τί ἐπιθυμοῦμε. Ἂς ἐξετάζουμε σὲ κάθε μας ἐνέργεια ἂν εἶναι καθαρὰ τὰ κίνητρά μας. Μήπως αὐτὸ ποὺ ἔκανα κρύβει κάποια ζήλεια ἢ θυμό; Μήπως ἔχω μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μου; Μήπως ἐσωτερικὰ κατακρίνω ἢ ἀδικῶ τοὺς ἄλ­λους;
Ἔτσι θὰ ἐντοπίσουμε ὅτι ὄχι μόνο «ἓν» ἀλλὰ πολλά, πάρα πολλὰ μᾶς λεί­πουν γιὰ νὰ εἴμαστε τέτοιοι ποὺ μᾶς θέλει ὁ Θεός. Καὶ ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Καὶ μάλιστα νὰ ἀγωνιστοῦμε πολύ, διότι τὸ κακὸ εἶναι ριζωμένο βαθιὰ μέσα μας καὶ μᾶς κρατάει ὑποδουλωμένους, μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Χριστό.                                       2. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ                                          Ὑπάρχει  ἕνα δεύτερο ἀπαραίτητο στοιχεῖο, γιὰ νὰ γίνουμε ­τέλειοι καὶ πιστοὶ μαθητές του: ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ δρόμος τῆς χριστιανικῆς ζω­ῆς, ὁ δρόμος γιὰ τὴν τελειότητα δὲν εἶ­ναι εὔκολος. Ἀπαιτεῖ θυσίες καὶ αὐταπάρνηση. Γιὰ τὸν πλούσιο ὁ Κύριος εἶπε ὅτι εἶναι εὐκολότερο νὰ περάσει μία καμήλα ἀπὸ τὴ μικρὴ τρύπα ποὺ ἀνοίγει ἡ βελόνα παρὰ νὰ εἰσέλθει ὁ πλούσιος στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι ὅταν οἱ μαθητὲς ρώτησαν μὲ ἔκπληξη «τότε λοιπὸν ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;», ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». Δηλαδή: Ἐ­­­κεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνουν μὲ τὶς ἀσθενικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κατορθωτὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Κι ἐμεῖς λοιπὸν ἂς καταφεύγουμε στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν προσευχή μας Η προσευχή εἶναι βαθιά ριζωμένη στό πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου καί δέν εἶναι χωρίς νόημα τό ὅτι οἱ μεγάλοι δάσκαλοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας πάντοτε ἐπέμειναν στό γεγονός ὅτι ἡ “Προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ” συνοψίζει ὁλόκληρο τό Εὐαγγέλιο. Νά γιατί μόνο ἕνας πού ἡ ζωή του ἔχει καλά ριζώσει πάνω στήν Καινή Διαθήκη, πού εἶναι δηλαδή ζωντανό μέλος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νά χρησιμοποιεῖ μέ ὅλο της τό νόημα τήν προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ.

Καί ὄχι μόνο ἡ διδασκαλία, ἀλλά ὁλόκληρη ἡ θεανδρική πραγματικότητα πού ἀποκαλύπτεται στήν Καινή Διαθήκη, βρίσκεται μέσα στό ῎Ονομα, στό πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῎Αν πάρουμε τό πρῶτο μισό μέρος τῆς προσευχῆς, θά δοῦμε ὅτι ἐκφράζει τήν πίστη μας στόν Κύριο· “Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ”. Στή μέση αὐτῆς τῆς εὐχῆς βρίσκουμε τό ὄνομα τοῦ ᾿Ιησοῦ. Εἶναι τό ὄνομα πού μπροστά του “θά λυγίσει κάθε γόνατο” (᾿Ησ. 45, 23) καί ὅταν τό προφέρουμε ἐπιβεβαιώνουμε τό ἱστορικό γεγονός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου. ᾿Επιβεβαιώνουμε ὅτι ὁ Θεός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ “συναΐδιος” μέ τόν Πατέρα, ἔγινε ἄνθρωπος. Καί ὁλόκληρο αὐτό τό πλήρωμα τῆς θεότητας κατοικεῖ ἀνάμεσά μας σωματικά στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ (Κολ. 2, 9)..Ὅταν λοιπόν λέμε “ἐλέησον”, δέν ζητᾶμε μόνο ἀπό τόν Θεό νά ἀποστρέψει ἀπό μᾶς τήν ὀργή Του, ἀλλά τοῦ ζητᾶμε νά μᾶς χαρίσει τήν ἀγάπη Του.῎Αν γυρίσουμε πάλι στίς λέξεις τῆς προσευχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ “Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησέ με τόν ἁμαρτωλό”, θά δοῦμε ὅτι οἱ πρῶτες ἐκφράζουν μέ ἀκρίβεια καί πληρότητα τήν πίστη στόν Χριστό, ὅπως τήν διδάσκουν τά Εὐαγγέλια καί ἀκόμα τήν ἱστορική ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Τό τέλος δέ τῆς προσευχῆς ἐκφράζει τήν πλούσια καί πολύπλευρη σχέση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ μέ τά δημιουργήματά Του.Η “Προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ” εἶναι γνωστή σέ πάρα πολλούς ᾿Ορθοδόξους χριστιανούς εἴτε σάν κανόνας προσευχῆς, εἴτε ἀκόμα σάν τρόπος λατρευτικῆς ἀφοσιώσεως, σάν σύντομος καί περιεκτικός τύπος πού μπορεῖ νά χρησιμοποιηθεῖ παντοῦ καί πάντοτε. ᾿Εκεῖνο πού εἶναι δοσμένο ἀπό τόν Θεό γιά κοινή χρήση εἶναι ἡ προσευχή, ἡ ἐπανάληψη τῶν λέξεων, χωρίς καμιά σωματική προσπάθεια, ἡ ὁποία ὅταν λειτουργεῖται συστηματικά, μεταμορφώνει τόν “ἔσω ἄνθρωπο”. Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη, ἡ “Προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ”, ἔχει σκοπό νά μᾶς φέρει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, χωρίς ἄλλο λογισμό, παρά μονάχα τή συναίσθηση τοῦ θαύματος, ὅτι δηλαδή βρισκόμαστε μαζί μέ τόν Θεό. Γιατί ὅταν προσευχόμαστε μέ τήν “εὐχή τοῦ ᾿Ιησοῦ” δέν ὑπάρχει τίποτα καί κανείς ἄλλος, παρά μονάχα ἐμεῖς κι ὁ Θεός.Η χρήση τῆς “Προσεχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ” εἶναι διπλή. ᾿Αρχικά εἶναι μιά ἐκφραση λατρείας, ὅπως ἄλλωστε καί κάθε ἄλλη προσευχή. ῎Επειτα, στή ζωή τῆς ἀσκήσεως, λειτουργεῖ σάν ἑστία, ἡ ὁποία κρατάει τήν προσοχή μας στραμμένη διαρκῶς στήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, παρά τήν μονότονη ἐπανάληψή της, πολύ κατανυκτική, φιλική, πάντοτε πρόχειρη καί πολύ προσωπική. Τόσο στή χαρά ὅσο καί στή λύπη, ὅταν ταυτιστεῖ μαζί μας, γίνεται τόνωση τῆς ψυχῆς καί ἀνταπόκριση σέ κάθε θεϊκό κάλεσμα. Γιά ὅλα δέ τά πιθανά ἀποτελέσματα, πού ἡ προσευχή τοῦ ᾿Ιησοῦ μπορεῖ νά ἔχει σέ μᾶς, εἶναι σκόπιμο νά θυμόμαστε τά λόγια τοῦ ῾Αγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου· “Μήν ἀνησυχεῖς γιά τό τί θά ἐπακολουθήσει. Θά τό γευτεῖς, ὅταν θά ᾿ρθει” «Ἔτι ἕν σοι λείπει», μᾶς λέει ὁ ­Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶσαι κα­λὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς θέλει ἁπλῶς «καλοὺς ἀνθρώπους» ἀλλὰ πιστοὺς καὶ ἀφοσιωμένους μαθητές του. Θέλει νὰ γίνουμε τέλειοι, διότι αὐτὲς εἶναι οἱ προδιαγραφὲς ποὺ μᾶς ἔδωσε, ὅταν μᾶς δημιούργησε. Μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» του. Ἔχουμε λοι­πὸν τὴ δυνατότητα γιὰ πολὺ περισσότερα. Ἔχουμε τὶς προϋποθέσεις ν’ ἀνεβοῦμε ψηλότερα. Ἀρκεῖ νὰ ἀνακαλύψουμε αὐτὸ τὸ «ἓν» ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ κοντά του καὶ νὰ τὸ ξεπεράσουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθειά του. Τότε θὰ εἴμαστε ἄξιοι μαθητές του!

 

 

 
 
 

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΠΑΥΣΑᾹΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ Εὐαγγέλιον Κυριακής 2 Δεκεμβρίου 2018

                     

    Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. Καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με· καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με.                                                                                       Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ὀξυγόνο τῆς ψυχῆς, αὐτῆς ποῦ εἶναι, πάντα ζῶσα καὶ ἀποπνέει τὸ ἄρωμα τῆς Θείας Χάριτος, τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τὸν ὅποιον  θεώνει καὶ τὸν καθιστὰ κληρονόμο τῆς «ἡτοιμασμένης βασιλείας ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Μάτθ. κὲ' 34). Γιὰ νὰ ἀποπνέει, ὅμως, ἄρωμα χάριτος σημαίνει ὅτι ἔχει καθαρισθεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴ δυσωδία τῆς ἐφαμάρτου καθημερινότητος.Τὴν δύναμη γιὰ τὸν καθαρισμὸ αὐτό ὁ Χριστιανὸς τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ μάλιστα τὴν καρδιακή, τὴν μονολόγιστη, τὸ «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ». Ὅταν καλλιεργήσετε τὴν εὐχή, δὲν σᾶς πειράζουν οἱ ἄνεμοι τοῦ πειρασμοῦ. Ἐξασθενεῖ ἡ δύναμή του, δὲ μπορεῖ νὰ σᾶς κάνει τίποτε.Ἡ προσευχὴ ἄς σου εἶναι τεῖχος, ἀσπίδα καὶ θώρακας.Ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπομονὴ καὶ. Οἱ καρδιές σας νὰ γίνουν θυμιατήρια, ποὺ θὰ ἀνεβαίνει ἡ προσευχή σας στὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ.Ὅταν κάθομαι σὲ ὑψηλὸ βράχο προσευχῆς, ὅσα κύματα καὶ νὰ ἔλθουν δὲ μοῦ προξενοῦν τίποτε. Ὅταν ὅμως μὲ βροῦν χαμηλὰ μὲ περιλούουν.Ἡ Νοερὰ προσευχὴ ἀφομοιώνει, συνδέει, ἁγιάζει.Ὅταν στὴ ψυχὴ ἀνάψη ἡ πυρκαϊὰ τῆς εὐχῆς ὅλα τὰ ξηρὰ καίγονται καὶ ἐξαφανίζονται.Ἡ νοερὰ προσευχὴ εἶναι ἡ βάση τῆς τελειότητος.Ἡ πρώτη βαθμίδα τῆς πνευματικῆς ἀνυψώσεως εἶναι ἡ νοερὰ προσευχή.Στὴν ἀρχὴ τῆς εὐχῆς αἰσθάνεσαι χαρά, ἔπειτα γλυκύτητα καὶ στὸ τέλος σὰν καρπὸς ἔρχονται τὰ δάκρυα. Διότι αἰσθάνεσαι πλέον τὴν παρουσία τοῦ Ἰησοῦ.Ὅταν θὰ καλλιεργήσετε τὴν εὐχὴ δὲ θὰ κουράζεστε, δὲ θὰ ταράζεστε, δὲ θὰ νυστάζετε στὶς ἀκολουθίες, διότι τὸ σῶμα σας θὰ εἶναι πλέον ἔνδυμα. Τὸ φόρεμα οὔτε λυπᾶται, οὔτε κρυώνει, οὔτε κουράζεται… Ὅσες ὧρες καὶ νὰ στέκομαι δὲν κουράζομαι.Βρισκόμαστε σ’ αὐτὴ τὴ κατάσταση, διότι ὁ Μοναχισμὸς ἔχασε τὸ χρωματισμό του, τὴ νοερὰ Προσευχή.Ἐμπρὸς ἀδερφοί μου, νὰ καλλιεργήσετε τὴν εὐχή. Αὐτὴ γέμισε τὸν Παράδεισο ἀπὸ τόσους ἁγίους ἀνθρώπους.Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος καθαρισμοῦ καὶ ἁγιασμοῦ ἀπὸ τὴ νοερὰ προσευχή. Καλοὶ εἶναι καὶ οἱ ψαλμοὶ (οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι), ἀλλ’ αὐτοὺς τοὺς λέμε γιὰ νὰ ἑλκύουμε καὶ νὰ συγκινοῦμε τὸν κόσμο. Ἐμεῖς πρέπει νὰ μιλᾶμε στὸν Βασιλέα μυστικὰ στὸ αὐτί του. Αὐτοὶ ποὺ ψάλλουν μοιάζουν μὲ ἀνθρώπους, ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὸ παλάτι τοῦ Βασιλέως καὶ φωνάζουν διάφορα ἄσματα γιὰ νὰ δείξουν τὸν ἐνθουσιασμό τους. Εὐχαριστεῖται βέβαια ὁ Βασιλιὰς καὶ ἀπὸ αὐτά, ἀφοῦ γίνονται γιὰ τὸ πρόσωπό του, ἀλλὰ εὐφραίνεται καὶ προσέχει περισσότερό τους μυστικούς της αὐλῆς του, αὐτοὺς ποὺ τοῦ μιλοῦν στὸ αὐτί Του.Ἡ ὑπακοὴ ὅταν τῆς ἀφαιρέσει τὴν κρυφὴ ἐργασία, τὴν εὐχή, δὲν ἔχει ἀξία. Ἡ εὐχὴ εἶναι τὸ σωσίβιο τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας. Καὶ στὸν ὠκεανὸ ἀκόμα νὰ βρεθεῖς μὲ βάρκα νὰ ταξιδεύεις ἄφοβα.Διὰ τῆς εὐχῆς γίνεται ὁ ἄνθρωπος σὰν παιδί. Τὸν ἐπαναφέρει στὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ἀθωότητα ποὺ εἶχε ὁ Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο πρὶν τὴν πτώση. Παύει τὴ διαφορὰ τοῦ ἄλλου φύλου. Ἀποκτᾶ ἀκατανόητη γιὰ τοὺς κοσμικοὺς τὴν εὐλογημένη ἁγία ἀπάθεια.Μὲ τὴν εὐχὴ ἁγιάζεις τὸν τόπο ποὺ κάθεσαι καὶ τὸ ἔργο ποὺ κάνεις.Πρόσεξε τώρα ὁ διάβολος στενοχωριέται ποὺ τὸν πολεμᾶς μὲ τὴν εὐχή. Θὰ προσπαθεῖ νὰ σοὺ ἀποσπᾶ τὸ νοῦ σου μὲ διάφορες σκέψεις.Ὅλοι οἱ πειρασμοί σου πρέπει νὰ ξέρεις, εἶναι γιὰ νὰ σὲ ἐμποδίσουν ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ.Μεταλαμβάνετε συχνά, προσεύχεστε θερμὰ μὲ τὴν καρδιά σας, ὑπομένετε καὶ θὰ δεῖτε χέρι δυνατὸ νὰ σᾶς κρατάει.Ὅταν θὰ καλλιεργήσετε τὴ νοερὰ προσευχὴ θὰ γίνετε πλέον παιδιὰ τοῦ παλατιοῦ. Θὰ ξέρετε τὴ γλώσσα τοῦ Βασιλιᾶ καὶ τοὺς βασιλικοὺς τρόπους. Τότε μόνο μὲ ἕνα νεῦμα θὰ ἔχει ἅγια σκιρτήματα ἡ καρδιά σας.Καλλιεργῆστε τὴν εὐχή. Αὐτὴ θὰ σᾶς ὁδηγήσει στὸν Παράδεισο. Θὰ βλέπετε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὀφθαλμοφανῶς, θὰ ἀποκτήσετε τὴ χαρὰ τοῦ Οὐρανο.Ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐκπέμπει ἀκτίνες… θὰ πρέπει ὅμως ὁ ἄλλος νὰ ἔχει καλὸ δέκτη γιὰ νὰ τὸ καταλάβει, γιὰ νὰ πάρει εἴδηση τὴ θερμότητα τῶν ἀκτίνων.Ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ εἶναι πάντα χαρούμενος, γεμάτος καὶ φωτισμένος.Διὰ τῆς εὐχῆς θὰ κερδίσεις τὸ πᾶν. Καθαρίζεται ὁ ἄνθρωπος, λαμπρύνεται, ἁγιάζεται. Προσπάθησε κάθε στιγμὴ νὰ ἀναπνέεις τὸν καθαρὸ αὐτὸν ἀέρα τῆς προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ.Τότε ὁ Μοναχὸς ἔχει τὴν πραγματικὴ χαρά, ὅταν ἔχη διὰ τῆς εὐχῆς τὸν Χριστὸ στὴν καρδιά του.Θὰ λεπτύνετε καὶ θὰ πετᾶτε μὲ τὴν εὐχή. Θὰ αἰσθάνεστε ζωντανὴ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ μᾶς μέσα καὶ γύρω σας.Εἶναι βασιλικὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸ Θεό. Εἶναι τότε πολὺ προσεκτικὸς στοὺς λόγους του. Ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ διακόπτει τὴ μυστικὴ συνομιλία τοῦ Βασιλιᾶ καὶ ὅσες φορὲς οἱ ἄλλοι, ποὺ τὸν πλησιάζουν δὲ τὸν καταλαβαίνουν τὸν κουράζει πολύ.Ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἔχει χαρὲς μεγάλες. Πετᾶς, φεύγεις ἂπ΄ τὸν κόσμο, δὲ λογαριάζεις τίποτε… Γίνεστε παιδιὰ ποὺ κατοικεῖ ὁ Θεὸς στὴν καρδιά σας.Ἡ προσευχὴ ὅλα τὰ τακτοποιεῖ. Τὴ θάλασσα μπορεῖ νὰ τὴν περπατᾶς. Ἐκμηδενίζει τὶς ἀποστάσεις. Τὶς βουλήσεις τῶν ἀνθρώπων μεταβάλλει. Δίνει θάρρος, πίστη καὶ ὑπομονὴ στὴ ζωή μας πάντοτε.Τὴν ἕνωση τῆς ψυχῆς σας μετὰ τοῦ Θεοῦ νὰ φροντίσετε.Ὅταν θὰ βαδίσετε στὶς γραμμὲς τῆς προσευχῆς, τῆς σιωπῆς καὶ τῆς μελέτης, θὰ δεῖτε νὰ κατοικεῖ ὁ Χριστὸς στὴν καρδιά σας.Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ πνευματικὴ ἕνωση τὸν μεταμορφώνει, γίνεται ἄλλος ἄνθρωπος, φεύγει ὁ φόβος. Μὲ τὴν ἀπεριόριστη χάρη δὲ φοβᾶται τὸν θάνατο. Θεωρεῖ τὴ ζωὴ αὐτή, ὅσο καλὴ καὶ ἂν φαίνεται σκλαβιά.Ὑπομονὴ χρειάζεται καὶ προσευχή, γιὰ νὰ μὴ πέφτουμε σὲ λάθη.Γιὰ νὰ ἀπολαύσεις τὶς χαρὲς , τῆς πνευματικῆς ζωῆς, πρέπει νὰ καλλιεργήσεις μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς σου τὴν προσευχή τοῦ Ἰησοῦ, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν σιωπή. Χωρίς τὴν προσευχὴ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ὑπομένεις, οὔτε νὰ σιωπᾶς. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, αὐτὰ ἐφάρμοσα στὴ ζωή μου. Μᾶς βοηθοῦν νὰ ἔχουμε τὸν Χριστὸ κάτοικο στὴν καρδιά μας.Καὶ τί ἔκανε στὴ συνέχεια ὁ Τυφλός; Δὲν ἔφυγε. Ὄχι! Ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ. Ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ καὶ Τὸν δοξολογοῦσε, καὶ χαιρότανε καὶ εὐφραινότανε. Κι ὁ κοσμάκης ποῦ τὸ εἶδε «ἔδωσε», λέει, «αἶνον τῷ Θεῶ», δηλαδὴ ἀνύμνησε. Δοξολογοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δύναμή Του, καὶ Τὸν ἀνυμνοῦμε καὶ Τὸν ἐπαινοῦμε γιὰ τὴν ἀγαθότητά Του. Ὁ Κύριος ἔρχεται πάντα κοντά μας, περνάει δίπλα μας, εἶναι μαζί μας. Ἐμεῖς, ὅμως, ἔχοντας ψυχικὴ τύφλωση, πολλὲς φορὲς δὲν μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε τὴν παρουσία Του, νὰ δοῦμε τὰ μεγαλεία Του καὶ νὰ ἀνυμνήσομε τὰ θαύματά Του.Γι' αὐτὸ ὁ τυφλός, ὁ τέως τυφλός, εἶναι εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ὁποία εἶναι τυφλὴ πνευματικὰ κατὰ κανόνα καὶ ζητιάνα. Δὲν βλέπει τὸ φῶς τοῦ κόσμου ἀλλὰ τὸ ζητάει. Κι ὁ Κύριος, ποὺ ἔρχεται αὐτεπάγγελτος βοηθός, μᾶς θεραπεύει.Ἂς Τὸν παρακαλοῦμε ν' ἀνοίγει τῆς ψυχῆς μας τὰ μάτια, νὰ θεραπεύει τὴν ψυχική μας τύφλωση καὶ ν' ἀνοίγει καὶ τῶν ἄλλων τὰ μάτια, ὅλων τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ ἐρχόμεθα κοντά Του, νὰ γινόμαστε δικοί Του καὶ νὰ αὐξάνομε καὶ τὴ χαρά Του καὶ τὴ χαρά μας.                                                            Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί μέσα στὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων ποὺ περιστοίχιζαν τὸν Χριστὸ, γιὰ νὰ ἀκούσουν τὴν διδασκαλία του ἡ ἐπιμονή καὶ ἡ πίστη τοῦ τυφλοῦ ξεπερνᾶ ὅλα τὰ ἐμπόδια τοῦ ἐνοχλημένου πλήθους, ποὺ προσπάθησε νὰ τὸν σταματήσει, γιὰ νὰ ἀκούσει μιὰ διδασκαλία, ποὺ τὸ κατέπλησσε. Ὅμως καὶ ὁ Χριστὸς στὴν ἐπιμονὴ τοῦ τυφλοῦ διακόπτει τὴν δύναμη τοῦ λόγου, γιὰ νὰ ἐκδηλώσει τὴν ἀγάπη τοῦ ἔργου Του. Καὶ αὐτὸ, γιὰ νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ πίστη χωρὶς ὀρθὴ πράξη μπορεῖ νὰ σταθεῖ ἐμπόδιο στὸν καλοπροαίρετο ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ συναντήσει τὸν Χριστό. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ποὺ πραγματικὰ τὸν ἐμπιστεύεται δὲν κάμπτεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια, ποὺ ἐνδεχομένως θὰ συναντήσει, τὰ ὁποῖα προκύπτουν συνήθως ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς πίστεως. Αὐτὲς οἱ δυὸ ἀλήθειες εἶναι σίγουρα διαστάσεις τοῦ θαύματος τῆς πνευματικῆς μας Ὁράσεως, ποὺ πραγματώνεται μέσα μας μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀμὴν  

 

ΕΥΛΟΓΙΑ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΠΑΥΣΑ ΑΓΙΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ π. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΛΑΤΣΟΣ ἕνας σύγχρονος ἅγιος (1868- 1972)

ΕΥΛΟΓΙΑ

π. ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ ΜΠΛΑΤΣΟΣ

ἕνας σύγχρονος ἅγιος (1868- 1972)

                                            Ὁ πατὴρ Ἀγαθάγγελος γεννήθηκε ἀπὸ οἰκογένεια πολύτεκνη,  17 ἀδέλφια. Ἦταν ὁ 13ος  . Ὁ παππούλης ἀπὸ 13 χρονῶν ἔφυγε καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι στοῦ Μπόρσα στὴν Ἀργολίδα. Ἐκεῖ ἔγινε μοναχὸς καὶ ὑστερα ὁ δεσπότης τὸν ζήτησε στὸ Ναύπλιο νὰ τοῦ διαβάζει τὶς ἀκολουθίες γιατί ἦταν φιλακόλουθος, ἀλλὰ ἄρρωστος. Πῆγε μὲ εὐλογία τοῦ Γέροντά του. Κάποτε ὁ δεσπότης  τὸν ἔστειλε νὰ πάρει νερὸ ἀπὸ μία βρύση  στὴν πλατεία τοῦ Ναυπλίου, γιατί τότε δὲν εἶχαν βρύσες στὰ σπίτια. Ὁ κόσμος ποὺ τὸν ἔβλεπε, ἔλεγε: «καθίστε νὰ δοῦμε ποὺ ἔρχεται ὁ ὄμορφος καλόγερος» . Τοῦ παππούλη δὲν τοῦ ἄρεσε αὐτὸ καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν μητρόπολη καὶ πῆγε πάλι στὸ μοναστήρι του. Στὸ μοναστήρι, ἐκεῖ ποὺ πῆγε ὁ δεσπότης τὸν εἰδοποίησε νὰ γυρίσει πάλι πίσω στὸ Ναύπλιο, γιατί ἀλλιῶς θὰ τὸν διώξει ἀπὸ τὸ μοναστήρι. Λέει λοιπὸν ὁ παππούλης: «Καλύτερα νὰ φύγω ἀπὸ τὸ μοναστήρι μου, παρὰ νὰ ζῶ στὸν κόσμο». Ἔφυγε λοιπόν, ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς μετάνοιάς του κι ἦρθε στὸν Ἅγ. Δημήτριο (στὸ χωριὸ) Στεφάνι, στὸν νομὸ Κορυνθίας. Ἐκεῖ ἔμεινε πολλὰ χρόνια μὲ τοὺς πατέρες καὶ ὑπηρετοῦσε ὡς μοναχός. Ἐπέθανε ὁ παππᾶς στὸ (χωριὸ) Καλαμάκι καὶ ζήτησε ὁ δεσπότης, ἕνα μοναχὸ νὰ τὸν κάνει ἱερέα. Στὸν Ἅγ. Δημήτριο ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ἦταν ἕνας μοναχὸς ὁ π.Γρηγόριος Μπαλάφας, στὸν ὁποῖο ὁ δεσπότης εἶπε: «Θὰ σὲ πάρω  νὰ σὲ κάνω ἱερέα στὸ Καλαμάκι» . Καὶ ὁ πατὴρ Γρηγόριος ἀπὸ ταπείνωση τοῦ λέει: «Σεβασμιώτατε ξέρετε τί κάνετε; Παίρνετε τὴν κουκουβάγια καὶ ἀφήνετε τὴν πέρδικα». Καὶ λέει ὁ Δεσπότης: «Ποιὰ εἶναι ἡ κουκουβάγια καὶ ποιὰ εἶναι ἡ πέρδικα»; Καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ἡ πέρδικα εἶναι ὁ π. Ἀγαθάγγελος ποὺ κρύβεται. Καὶ πῆρε τὸν π. Ἀγαθάγγελο διὰ τῆς βίας καὶ τὸν ἔκανε ἱερέα καὶ τὸν ἔφερε στὸ Καλαμάκι προσωρινά. Ὅμως ἔμεινε 25 χρόνια ἐκεῖ ὡς ἱερέας καὶ ἐργάσθηκε πάρα πολύ. Ἦταν  φιλακόλουθος καὶ ἀφιλάργυρος. Δὲν βάσταζε γιὰ τὸν ἑαυτό του τίποτα. Ὅ,τι εἶχε τὸ μοίραζε στοὺς πτωχούς, στὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά. Ἐνῷ ὑπῆρχαν καὶ ἄλλοι καλοὶ πνευματικοί, ἐν τούτοις  ἔρχονταν ἀπὸ τὴν Κόρινθο πλῆθος κόσμου , νὰ ἐξομολογηθεῖ. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ δεσπότης , ὅταν εἶδε ὅτι ὁ κόσμος ἐρχόταν, καραβάνια ὁλόκληρα γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν μὲ τὰ πόδια ἀπὸ τὴν Κόρινθο, τὸν πῆρε καὶ τὸν πῆγε στὸν Ἅγ. Γεώργιο πάνω ἀπὸ τὴν Κόρινθο γιὰ νὰ ἐξομολογεῖ ἐκεῖ. Καὶ τὸν ἔκανε καὶ ἐξομολόγο του  (ὁ Δεσπότης). Δυὸ δεσποτάδες τὸν εἶχαν πνευματικό. Ἐκεῖ ἔμεινε πιὰ ὣς τὰ βαθιὰ γεράματα. Ἔλεγε, ὅταν ἦταν στὸ Καλαμάκι: «Ἅμα θὰ πεθάνω, θὰ μὲ πᾶτε στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο νὰ μὲ κηδεύσετε» . Γιατί εἶχε γκρεμιστεῖ τὸ ’28 ἡ ἐκκλησία μαζὶ μὲ τὴν Παναγία στὸ Καλαμάκι καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν δεσπότη νὰ φτιάξουν τὴν ἐκκλησία, ἀλλὰ ὁ δεσπότης εἶπε:  «π. Ἀγαθάγγελε…ἐδῶ δὲν ἔχουμε ἐνορίες…δὲν μποροῦμε νὰ φτιάξουμε τὸ ξωκκλήσι» . Ὁ π. Ἀγαθάγγελος εἶχε ἀδέλφια στὴν Ἀμερικὴ καὶ τοὺς ἔγραψε καὶ τοῦ ἔστειλαν λίγα χρήματα. Ἔφτιαξε ὁ ἴδιος ἀσβεστοκάμινο καὶ ἔκανε πάλι τὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγ. Χαραλάμπους. Τὸν Ἅγιο τὸν εὐλαβεῖτο καὶ τὸν ἀγαποῦσε πάρα πολὺ καὶ εἶχε ἐπιθυμία νὰ κηδευτεῖ ἐκεῖ. Ὅταν ὅμως ἔφυγε γιὰ τὴν Κόρινθο, ἔπαυσε αὐτὴ ἡ ἐπιθυμία του. Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἔμαθε ὅτι στὸν Ἅγ. Χαράλαμπο ἦρθε μία μοναχή, ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία κι αὐτὴ ἀπὸ τὸ Ἄργος προερχόμενη. Καὶ ὁ π. Ἀγαθάγγελος ἦταν τότε στὸν Ἅγ. Γεώργιο, ἦταν πολὺ γέρος καὶ πήγαιναν οἱ χριστιανοὶ νὰ τὸν δοῦνε, νὰ ἐξομολογηθοῦν. Τὸν ἔβλεπαν σὲ αὐτὰ τὰ χάλια καὶ τὸν ἔλεγαν: «Γέροντα, νὰ φέρουμε τὸν ἀνηψιό σου νὰ σὲ πάρει, νὰ σὲ κοιτάξει;». «Ὄχι ,ἔλεγε, παιδί μου, ἔχει ὁ Θεὸς τὸν σκοπό του. Θὰ μοῦ στείλει τὸν ἄγγελό του νὰ μὲ γηροκομήσει». Στέλνει λοιπόν, τὸν Ποζανίδη τὸν Πρόδρομο στὸν Ἅγ. Χαράλαμπο νὰ παρακαλέσει τὴν ἀδελφὴ Εὐλογία νὰ τὸν γηροκομήσει. Ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία εἶχε ἀκούσει ἀπὸ τὴν γερόντισσά της γιὰ ἕναν σεβαστὸν γέροντα καὶ ἅγιον ἄνθρωπον καθὼς ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸν δεσπότη τὸν Μιχαὴλ ποὺ ἐξελέγη Ἀμερικῆς. Εἶχε ἐπιθυμία νὰ τοῦ φιλήσει τὸ χέρι, ἔλεγε:  «Ἄχ, νὰ τὸν γνωρίσω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι, νὰ πάρω τὴν εὐχή του» . Ὅταν ἦρθε λοιπὸν ὁ κ. Πρόδρομος καὶ τῆς εἶπε νὰ γηροκομήσει τὸν π. Ἀγαθάγγελο, ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία σάστισε καὶ ἀπόρησε καὶ εἶπε: «Ἐγὼ τὸ χέρι ζήτησα νὰ φιλήσω, ὄχι νὰ τὸν γηροκομήσω» , ὅμως εἶχε πολλὴ φτώχια. Δὲν εἶχε ποῦ νὰ μείνει· ἔμενε μέσα στὴ ἐκκλησία. Εἶχε φτιάξει πρόχειρα 2-3 κελλάκια , ἀλλὰ δὲν ἦταν περιποιημένα καὶ σκεπασμένα γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πάρει τὸν παππούλη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸν δέχτηκε. Λέει (ὁ κ. Πρόδρομος) «εἶναι 101 ἐτῶν». Λέει (ἡ ἀδελφή) «ἅμα ἦταν νέος δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀνάγκη τὴ δική μου». Τὸν πῆρε λοιπὸν ἡ γερόντισσα Εὐλογία, καὶ εἶπε νὰ φέρει λίγα πραγματάκια καὶ ροῦχα  νὰ σκεπάζεται. Τὸν ἔφεραν στὶς  19 Σεπτεμβρίου. Ὅταν τὸν φέρανε τὸν παππούλη ἤλπιζε ὅτι θὰ φέρουν καὶ ροῦχα τὴν ἴδια μέρα. Ἔφεραν ἕνα κρεβατάκι μὲ δυὸ σανίδες καὶ δυὸ σίδερα, ἕνα παλιὸ στρῶμα καὶ ἕνα παλιὸ χράμι. Τότε ἔκανε πολὺ νωρὶς χειμώνα, κρύο, βροχὲς καὶ ὑγρασίες. Τοῦ λέει: «Παππούλη, δὲν ἔχεις ἄλλο ροῦχο νὰ σκεπαστεῖς; κάνει κρύο». «Ὄχι παιδί μου -λέει- εἶχα καὶ ἕνα πάπλωμα ἀλλὰ μία φτωχιὰ χήρα δὲν εἶχε νὰ σκεπάσει τὰ παιδιά της καὶ τῆς τὸ ἔδωσα, γιατί τὰ παιδάκια ἦταν κρίμα νὰ ἀρρωστήσουν καὶ νὰ πεθάνουν. Ἐγὼ γέρος εἶμαι· δὲν ἔχω ἀνάγκη, ἂς πεθάνω». Καὶ ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία ἔγραψε στὰ ἀδέλφια της καὶ τῆς ἔστειλαν λίγα ροῦχα καὶ ἔτσι τὸν ἐβόλεψε.Μετὰ ἔμαθε ὁ κόσμος γιὰ τὸν παππούλη ποὺ ἦταν, γιατί ὁ παππούλης εἶχε φήμη καὶ ἦταν πάρα πολὺ καλὸς καὶ ἐνάρετος καὶ τὰ εἶχε δώσει ὅλα γιὰ τὸν συνάνθρωπό του. Ὅταν ἦρθε στὴν ἀδελφὴ Εὐλογία, τῆς λέει: «Πάρτε αὐτὸ τὸ κουτάκι, ἦταν ἕνα κουτάκι ἀπὸ καμὲλ ποὺ βάφουν τὰ παπούτσια, ἔχει λίγα χρήματα μέσα ἂν περάσει κανένας  φτωχὸς νὰ δώσουμε ἐλεημοσύνη». Κοιτάζει ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία, τί νὰ δεῖ; Ἑπτὰ δραχμές. Τοῦ δίνει μὲ μία περιφρόνηση τὸ κουτὶ καὶ τοῦ λέει: « Ἐσὺ δὲν ἔχεις ροῦχα  νὰ κοιμηθεῖς Χριστιανέ μου, ἐλεημοσύνη θὲς νὰ κάνεις;». Ἀλλὰ μετὰ ὁ Θεὸς οἰκονόμησε καὶ γνώρισε τὴν ἀξία τοῦ παππούλη. Καὶ ἔστειλε ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο ἀνθρώπους ποὺ τὸν βοήθησαν, τοῦ ἔφεραν ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὶς προῖκες οἱ κοπέλες, σεντόνια, δῶρα, τροφές, τὰ πάντα γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἐπιβιώσει. Ἔκατσε ἕνα μήνα. Ἦταν ὄρθιος στὴν ἐκκλησία τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας ἢ τῆς λειτουργίας ὅταν σπανίως εἶχαν. Ἔπεσε κάποτε καὶ χτύπησε στὴ λεκάνη καὶ τὴν ἔσπασε, δὲν μποροῦσαν νὰ τοῦ κάνουν τίποτε· ἡλικία προχωρημένη. Καὶ ἔμεινε στὸ κρεβάτι πιά, κατάκοιτος ὀκτὼ χρόνια καὶ τὸν διακονοῦσε ἀόκνως ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία χωρὶς νὰ τὸν ἀφήσει οὔτε στιγμὴ ἀπεριποίητο. Τότε μὲ δύσκολες συνθῆκες ἔπλενε ἔξω, μέσα στὴ βροχὴ ἅπλωνε, γιατί δὲν εἶχε δύναμη νὰ φτιάξει τίποτα, στέγνωνε τὰ ροῦχα σὲ μία σόμπα μὲ ξύλα γιὰ νὰ μπορέσει νὰ τὸν περιποιηθεῖ. Ἀλλὰ ὁ γέροντας εἶχε τόσο εὐγένεια, τόσο καλὴ γλώσσα, τόσο ἐνάρετος ἦταν ποὺ εἶχε τὸ προορατικὸ χάρισμα καὶ τὴν εἶχε εὐχαριστήσει τὴν ἀδελφὴ Εὐλογία τόσο πολὺ ἡ συμπεριφορά του, καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ὅλη, καὶ τὸ ἱστορικό του ποὺ τὸν ἀγαποῦσε καὶ τὸ ἔκανε μὲ μεγάλη εὐχαρίστηση χωρὶς νὰ γογγύσει γιὰ τὸ παραμικρό.Ἦταν πολλὰ πράγματα ποὺ τῆς ἔλεγε, ὅπως «Ἐγὼ θέλω νὰ μεταλάβω. – Παππούλη μου, δὲν ἔχουμε παππᾶ, πῶς θὲς νὰ μεταλάβης; – Ἐγὼ θὰ μεταλάβω , δὲν θὰ μοῦ δώσεις τίποτα σήμερα νὰ φάω. – Μά!!! Παππούλη μου δὲν ἔχουμε παππᾶ, δὲν ἔχει τηλέφωνο νὰ εἰδοποιηθεῖ….γιὰ νὰ μπορέσει νὰ κάνει λειτουργία. Ἐρχόταν ἕνα ποῦλμαν ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἕνας πατὴρ ἀπὸ τὸν Πειραιά, ὁ ὁποῖος εἶχε εἰδοποιήσει τὴν μητρόπολη ὅτι θὰ πάει στὸ Καλαμάκι, στὸν Ἅγιο Χαράλαμπο νὰ λειτουργήσει καὶ εἰδοποίησε τὸν παππούλη νὰ μὴν φάει γιὰ νὰ μεταλάβει, ἀλλὰ ὁ παππούλης δὲν εἶχε τηλέφωνο καὶ ὅμως ἤξερε καὶ ἔλεγε ὅτι «δὲν θὰ φάω τίποτα καὶ θὰ κοινωνήσω σήμερα». Καὶ ὅταν μετὰ ἀπὸ τὶς 7:30- 8:00 εἶδε ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία ὅτι δὲν τρώει ὁ παππούλης τὸν πίεζε μὲ βία νὰ φάει, γιατί αὐτὴ εἶχε δουλειά. Τῆς λέει: «Ἐσεῖς πηγαίνετε, γερόντισσα, κάντε τὴ δουλειά σας, μὴν ἀνησυχεῖτε , ἐγὼ θὰ κοινωνήσω σήμερα». Βλέπει λοιπὸν ἀπὸ ἔξω ὅτι κατέβηκε ἕνα ποῦλμαν καὶ ἐρχόταν ὁ ἱερέας τρέχοντας νὰ προλάβει μήπως εἶχε φάει ὁ παππούλης γιὰ νὰ τὸν κοινωνήσει.Πολλὲς φορὲς ἐρχόταν ὁ σατανᾶς καὶ τὸν ἔβλεπε καὶ νομίζοντας ὅτι χτυπάει τὸν σατανᾶ, χτυποῦσε τὴν ἀδελφὴ Εὐλογία, ἀλλὰ καταλαβαίνει ὅτι αὐτὸ ἦταν τοῦ σατανᾶ.Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ προγνώριζε καὶ προεῖπε, τρεῖς μέρες νωρίτερα, τὸν θάνατό του. Ἐπίσης καὶ σὲ παιδιὰ καὶ σὲ ἄλλους ἀρρώστους ποὺ ἔρχονταν στὸ Μοναστήρι νὰ πάρουν τὴν εὐχή του τοὺς φανέρωνε τί εἶχαν κάνει καὶ γνώριζε τὰ προβλήματά τους. Ἔλεγε γιὰ τὶς γυναῖκες, προφητεύοντας ὅτι θὰ φοροῦν παντελόνι. Καθὼς καὶ τί θὰ γίνονταν στὸ μέλλον. Τὰ πάντα! Στὴν ἀρχὴ ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία νόμιζε ὅτι τὰ ἔλεγε ἔτσι ἀπὸ τὸν πυρετὸ ἢ ἀπὸ ἀδιαθεσία καὶ τοῦ ἔλεγε: «Τί λέτε παππούλη, πῶς θὰ φορέσει ἡ γυναίκα παντελόνια; Δὲν εἴμαστε καλά». Κι ὅμως αὐτὰ ἀργότερα βγῆκαν ὅλα ἀλήθεια καὶ τότε κατάλαβε ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία ὅτι ἦταν ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος. Ἔρχονταν λεωφορεῖα ὁλόκληρα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του, γιὰ νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια του καὶ τὴν συμβουλή του. Κάποτε ἦταν καὶ ἕνας -Θεὸς συγχωρές τον τώρα- θεολόγος ὁμιλητής, λαϊκὸς καὶ τοῦ εἶπε ὁ παπούλης ὅλη του τὴ ζωὴ καὶ τί τοῦ εἶχε συμβεῖ. Τότε ἔμαθαν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ ποὺ ἐρχόντουσαν μαζί του, ὁ σύλλογός του ὅτι ὁ θεολόγος ἦταν παντρεμένος καὶ ἡ γυναίκα τοῦ εἶχε σκοτώσει τὸ παιδί τους γιὰ νὰ φύγει μὲ τὸν φίλο της. Αὐτὸ ποὺ ἀποκάλυψε ὁ παππούλης καὶ αὐτὸς ὁ θεολόγος ἀπὸ τότε καὶ μετὰ ἐρχόταν συνέχεια ἐδῶ στὸ Μοναστήρι γιὰ νὰ παίρνει τὴν εὐχὴ τοῦ παππούλη καὶ γιὰ νὰ συμβουλεύει καὶ τὸν κόσμο (ὁ θεολόγος μέσῳ τοῦ παππούλη) γιὰ νὰ παίρνουν σωστὸ παράδειγμα. Ἔτσι ἔφτασε στὰ τελευταῖα της ζωῆς του. Εἶπε λοιπὸν ὁ π. Ἀγαθάγγελος στὴ μοναχὴ Εὐλογία: «Ἐγὼ θὰ φύγω σὲ τρεῖς μέρες· νὰ λάβεις τὰ μέτρα σου, γιατί εἶσαι μόνη». Δὲν εἶχε ὅμως τηλέφωνο νὰ εἰδοποιήσει κάποιον, ἦταν μόνη της. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἦρθε κάποιος χριστιανὸς καὶ εἰδοποίησε κάποιους. Πρίν ὅμως νὰ συμβεῖ αὐτὸ εἶδε ἕνα ὄνειρο ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία, ὅτι ἐδῶ στὴν αὐλή, κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα εἶχε πολλὰ μικρὰ κυππαρισάκια καὶ κελαηδοῦσαν πάνω, πάρα πολλὰ πολλὰ πουλάκια καὶ εἶχε πανσέληνο. Καὶ  ἔλεγε στὸν ὕπνο της ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία: «Δὲν ἔρχεται κανεὶς νὰ ἀκούσει αὐτὸ τὸ κελάηδημα; Τόσα πουλάκια ποῦ βρεθήκανε; Θεῖο εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα;». Καὶ τότε βλέπει ἕναν νεαρὸ νὰ ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα μὲ ἕνα φάκελο στὴ μασχάλη, νὰ περνάει ἀπὸ μπροστά της κάνοντας ὑπόκλιση καὶ νὰ φεύγει μέσα στὸ κελλὶ τοῦ παππούλη νὰ κλείνει τὴν πόρτα. Ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία βλέποντας αὐτὸ τὸ πράγμα ἐστενοχωρήθηκε καὶ λέγει: «Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ἄγνωστος ποὺ μπῆκε μέσα καὶ ἔκλεισε καὶ τὴν πόρτα;»· στὸν ὕπνο ὅλα αὐτά. Καὶ πῆγε στὸν παππούλη καὶ λέει «τί θέλετε κύριε;». Ἦταν γονατισμένος κοντὰ στὸ μαξιλάρι τοῦ (παππούλη)  καὶ τοῦ εἶχε ἀγκαλιάσει τὸ κεφάλι. «Μπήκατε μέσα καὶ κλείσατε  καὶ τὴν πόρτα». Τότε τῆς λέει ὁ νεαρός: «Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφὴ Εὐλογία, εἶμαι ὁ ἄγγελός του. Ἦρθα νὰ τὸν δῶ» καὶ λέει (αὐτή) στὸν ἄγγελο: «Νὰ σᾶς ἀφήσω νὰ συζητήσετε καὶ ἐγὼ νὰ βγῶ νὰ χαρῶ τὰ πουλιὰ ποὺ κελαηδοῦνε». Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ σηκώθηκε ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία νὰ τὸν περιποιηθεῖ καὶ τῆς λέει: «Σὲ τρεῖς μέρες θὰ φύγω. Μὴν τὸ παίρνετε  ἀψήφιστα». «Ποῦ θὰ πᾶς, τοῦ λέει, παππούλη,  ἐδῶ εἶναι τὸ σπίτι μας». «Λάθος κάνεις, δὲν εἶναι τὸ σπίτι μας ἐδῶ· τὸ σπίτι μας εἶναι στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Ἐδῶ εἴμαστε ταξιδιῶτες». Τοῦ λέει: «Ποιός σοῦ τὸ εἶπε παππούλη;». «Μοῦ τὸ εἶπε ὁ ἄγγελός μου. Μὲ εἰδοποίησε σὲ τρεῖς μέρες θὰ φύγω». Ἦταν Μάρτιος μήνας. Ὁ παππούλης εἶδε τὸ ὄνειρο Παρασκευὴ βράδυ, Σάββατο ξημερώματα καὶ ἡ Τρίτη μέρα ἦταν πλέον τὴ Δευτέρα 21 Μαρτίου. Τότε εἶπε στὴν ἀδελφὴ Εὐλογία νὰ φωνάξει μερικοὺς νὰ τῆς κάνουν λίγο συντροφιά, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ πίστευε καὶ δὲν τὸ πίστευε ἡ ἀδελφὴ Εὐλογία. Ἐφόσον ὅμως τῆς τὸ ἔλεγε μὲ πειστικότητα, ἐπῆρε ἀπόφαση, ἀφοῦ εἶχε δεῖ καὶ αὐτὴ τὸ ὄνειρο. Καὶ στὶς τρεῖς μέρες ἐκοιμήθηκε ὁ παππούλης. Τῆς ζήτησε ὅμως νὰ συγχωρεθοῦνε νὰ πάρει τὴν εὐχή της. Τῆς ἔλεγε: «Δῶσε μου τὰ χέρια σου νὰ τὰ φιλήσω, διότι αὐτὰ τὰ χέρια μὲ ὑπηρετῆσαν ὀκτὼ χρόνια, καὶ ὅσα τράβηξες ἐσὺ μαζί μου, δὲν τράβηξε ἡ μάνα ποὺ μὲ γέννησε». Τὴν εὐχαρίστησε καὶ κατόπιν εὐχαρίστησε τὰ μάτια του, τὴ μύτη του, τὸ στόμα του, τὰ αὐτιά του καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δημιουργία τῶν ἁπάντων καὶ μὲ τὴν εὐχὴ στὸ στόμα «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με» , ἔφυγε κλείνοντας τὰ μάτια του στὶς 21 Μαρτίου 1972 σὲ ἡλικία 104 ἐτῶν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἄρχισε πλέον εὐωδία ἀνεξίτηλος. Τὴν ἄλλη μέρα στὴν κηδεία ἐμυρόβληζε καὶ ὁ Δαμασκηνὸς ὁ μακαρίτης  εἶπε: «Καὶ μυροβλήτη θὰ σὲ ὀνομάσωμεν», μαζὶ μὲ τὸν μακαριστὸ Παντελεήμονα. Καὶ ὅταν τοῦ ἔβαλαν τὸ Εὐαγγέλιο πάνω στὸ φέρετρο, ἄνοιξε τὰ χέρια του ἀπὸ τὸ δέσιμο ποὺ εἶχαν καὶ ἔπιασε ἀγκαλιὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ εἶπε ὁ Δεσπότης: «Ἀφῆστε το νὰ τὸ πιάσει, διότι δὲν τὸ χόρτασε ἐδῶ στὴν γῆ». Κατόπιν ἔκαναν κενοτάφιο, τὸ χτισαν μέσα νὰ βρεθοῦν καθαρὰ τὰ λείψανά του. Καὶ ὄντως ἔτσι ἔγινε μετὰ ἀπὸ 36 χρόνια ποὺ ἔγινε ἡ ἀνακομιδή του. Σὲ πολὺν κόσμο εἶχε παρουσιαστεῖ καὶ τοὺς  εἶχε πεῖ: «Ζητῆστε μου ὅ,τι θέλετε· εἶμαι στὴν διάθεσή σας, ἔχω πολλὴ παρρησία στὸ Θεό». Σὲ πολλοὺς εἶχε κάνει θαύματα, εἶχε δώσει σὲ ἄτεκνες μητέρες παιδιὰ καὶ πολλὰ παιδάκια εἶχε κάνει καλά, μετὰ τὸν θάνατό του. Εἴπαμε τὸν  Δεσπότη νὰ κάνουμε ἐκταφὴ καὶ μᾶς εἰδοποίησε καὶ εἶπε ποιὰ μέρα νὰ κάνουμε τὴν ἐκταφή. Καὶ πράγματι ἔγινε ἡ ἐκταφὴ καὶ βρέθηκαν, τὸ καλυμμαῦχι του ἀκέραιο, ἡ γενεάδα του, τὰ μαλλάκια του καὶ τὰ ὀστά του σὲ πολὺ καλὴ κατάσταση καὶ εὐωδίαζαν ἄρρητα.                                                             *ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ‘Ἐρῶ’ , Θ΄ ΤΕΥΧΟΣ, ΙΑΝ.-ΜΑΡΤ. 2012

 


 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ I'ΛΟΥΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΛΟΥΚΑ ιγ' 10-17

Ἰδών δέ αὐτήν ὁ Ἰησοῦς προσεφώνησε και εἶπεν αὐτῆ" γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου" και ἀπέθηκεν αὐτῆ τάς χείρας" και παραχρήμα άνωρΘώθη καί έδόξαζε τόν Θεόν. Ἦταν ἀνάπηρη, ἡ γυναίκα τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, δεκαοκτώ χρόνια. «Συγκύπτουσα καί μή δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τό παντελές».Πῆγε ὅμως στήν Συναγωγή τό Σάββατο γιά νά προ¬σευχηθεῖ. Καί ἐκεῖ ὁ μεγάλος Ἰατρός ψυχῶν καί σωμάτων, ό Κύριος Ἰησοῦς, τῆς ἔδωσε αὐτό πού τόσο ποθοῦσε: Τήν ὑγεία της. «Ἑπέθηκεν αὐτή τάς χείρας καί παραχρῆμα ἀνωρθώθη καί ἐδόξαζε τόν Θεόν». Δωρεά μεγάλη πῆρε.Δέν παρέλειψε ὅμως νά δοξάσει, νά εύχαριστήσει τόν θεό. Πόσο χρήσιμο δίδαγμα δίνει καί σέ μᾶς!Ἡ προσευχή μας εἶναι γεμάτη αἰτήματα. Ὅταν ἡ εὐχή, ἀποκτήσει τὴ δική της καρδιακὴ νοερὰ ἐνέργεια, τότε ὁ προσευχόμενος νοῦς βλέπει, μέσα στὴν καρδιὰ ὄχι τὸ δικό του τὸ κτιστὸ φῶς, ἀλλὰ τὸ φῶς καὶ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Ἔρχεται δηλαδὴ σὲ κατάσταση θείας μακαριότητος καὶ θείας ἐλλάμψεως, καὶ κατακλύζεται ἀπὸ ἄφθονα αὐθόρμητα δάκρυα, ποὺ ἔχουν τόση γλυκύτητα, ὥστε οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας αὐτὰ τὰ δάκρυα νὰ τὰ ὀνομάσουν γλυκύρροα. Ταυτόχρονα μία οὐρανοφόρος εὐωδία καταλαμβάνει ὄχι μόνον τὸν προσευχόμενο χριστιανό, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ χῶρο γύρω τουΠοιός εἶναι ὅμως αὐτός, πού ἐνεργοποιεῖ αὐτή τήν συμπαράστασι τῆς ἀγάπης στόν κάθε πάσχοντα συνάνθρωπο; Εἶναι ἡ τρισευλογημένη Νοερά προσευχή στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ προσευχή, πού γίνεται μέ λαχτάρα Θεοῦ. Ἡ προσευχή, πού γίνεται λατρεία γιά τόν Χριστό καί “παράκλησι” στήν Παναγία, στούς Ἀγγέλους καί στούς Ἁγίους. Αὐτή ἡ προσευχή γεμίζει τήν καρδιά ἀπό συμπόνια καί Φῶς Θεοῦ πρός τόν πλησίον μέχρι θυσίας. Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας τονίζει γιά τόν Ἅγιο Ἀντώνιο ὅτι «ταῖς εὐχαῖς σου ἐστήριξας τήν οἰκουμένην». Ὅτι δηλαδή ὁ Ἅγιος μέ τίς προσευχές του ἐστήριξε ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη!Ἅρα, ὅλες οἱ ἀρετές, χωρίς τήν συντετριμμένη προσευχή στό Ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μοιάζουν μέ δέντρα χωρίς ρίζες. Ἐνῶ οἱ τεταπεινωμένες προσευχές καί μάλιστα μέ δάκρυα, εἶναι αὐτές πού ἁγιάζουν τίς ρίζες τῶν ἀρετῶν κι ἔτσι δίδουν καί ἀποδίδουν τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀντίθετα, ἄν προσευχώμεθα καί δέν συμπαραστεκώμεθα στίς ἀνάγκες τοῦ πλησίον, ἀκόμα καί τῶν ἐχθρῶν μας, τότε ΔΕΝ ἔχουμε προσευχή. Δέν ἔχουμε τίποτα! Εἴμεθα καί παραμένουμε ἄκαρπα δέντρα, ξερά καί ἄνυδρα. Οὔτε κἄν φύλλα δέν ἔχουμε, γιά νά προσφέρουμε λίγη δροσιά στόν ταλαιπωρημένο πλησίον ἀλλά καί στήν καταπονεμένη, κουρασμένη καί κατακουρελιασμένη ἀπό τά πάθη ψυχή μας.Ὁ Θεός ὅμως μᾶς περιμένει ὅλους διαμέσου τῆς καθαρᾶς καί ἐπιμόνου καί ἀδιαλείπτου καί δακρυβρέκτου προσευχῆς, διαμέσου τῆς συμμετοχῆς μας στά σωστικά Μυστήρια τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, Θείας Κοινωνίας, τοῦ τακτικοῦ ἐκκλησιασμοῦ, τῆς μελέτης τῶν Γραφῶν, τῆς τηρήσεως τῶν ἀρετῶν, γιά νά μᾶς σώση μέ τό πανάγιον ἔλεός Του. Ἀπό μᾶς ζητεῖ μόνον τήν ἀληθινή μας μετάνοια καί τήν ἀλλαγή τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς μας. Καί ἀπ᾿ αὐτήν θά προκύψη ἡ συμμαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνευματος ὅτι εἴμεθα καί πάλι παιδιά τοῦ Θεοῦ, σεσωσμένα καί δεδικαιωμένα κατά Χάριν.Σύμφωνα μέ τήν Ὀρθόδοξη πίστι μας, ἡ λύτρωσις, ἡ ἀναγέννησις, ἡ δικαίωσις καί ἡ υἱοθεσία, εἶναι δωρεές, πού ἀπορρέουν ἀπό τήν Σταυρική θυσία τοῦ Θεανθώπου Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἀπέθανε ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἐτάφη καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν «θανάτῳ θάνατον πατήσας» καί ἀνελήφθη ἐν δόξῃ εἰς τούς οὐρανούς, γιά νά ἔλθη καί πάλι κατά τήν Δευτέρα Αὐτοῦ Παρουσία «ἵνα κρίνῃ ζῶντας καί νεκρούς». Ἡ ἐπιβεβαίωσις αὐτῆς τῆς πίστεώς μας δίδεται ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅταν ἀπό τήν λογική Λατρεία τῶν καθημερινῶν ἀκολουθιῶν, μας, ἀνερχόμεθα ἐν Χριστῷ στήν πνευματική νοερά Λατρεία, πού εἶναι ἡ Νοερά προσευχή.Εὐλογημένον! Ὅλος ὁ Τριαδικός Θεός ἔρχεται καί κατοικεῖ μέσα μας! Καί μάλιστα, ὅταν Τόν πιστεύουμε καί Τόν ἀγαπᾶμε ἐξ ὅλης ψυχῆς καί ἐξ ὅλης καρδίας, ἐξ ὅλης ἰσχύος καί ἐξ ὅλης διανοίας. Ἡ πίστις μας λοιπόν βεβαιώνεται ἀπό τά ἔργα τῆς μετανοίας καί ἡ ἀγάπη μας μέ τίς θυσίες καί τήν πνευματική μας Λατρεία.Ἀπαιτοῦνται θυσίες γιά νά ἀπαρνηθοῦμε τό ἁμαρτωλό, τό κακό, τό πονηρό καί διεστραμμένο θέλημά μας.Θυσίες, γιά νά σηκώνουμε κάθε μέρα τόν σταυρό μας.Θυσίες, γιά νά ὑπομένουμε ἀγόγγυστα τούς πειρασμούς καί τά βάσανα τῆς ζωῆς. Πλουτίζει ὁ χριστιανός, ἀδελφοί μου, πλουτίζει ὁ χριστιανὸς ποὺ λέγει τὴν εὐχή. Πλουτίζει πνευματικά. Πλουτίζει ἀπὸ θεῖες Τριαδικὲς δωρεὲς ἀλλὰ ὄχι χωρὶς κόπους, πειρασμοὺς καὶ σκληροὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ μύρια πάθη ποὺ ἔχει μέσα του καὶ κυρίως τὴν ψωροϋπερηφάνεια. Ἐμεῖς, ὡς ἀρχάριοι, θὰ ἐπιμένουμε στὴν προφορικὴ εὐχὴ μὲ τὰ χείλη ψιθυριστά, ἢ ἀκόμα καλύτερα ὅταν θὰ τὴ λέμε ἀπὸ μέσα μας. Ὁ δρόμος αὐτὸς τῆς νοερᾶς καρδιακῆς προσευχῆς εἶναι ὁ συντομότερος δρόμος γιὰ νὰ συναντήσει ἡ καρδιά μας τὸν γλυκύτατον Ἰησοῦν Χριστόν.Γι’ αὐτὸ εἶναι εὔκολος, ὅταν ἔχουμε ἔμπειρο ὁδηγὸ μὲ πολλὴ ταπείνωση καὶ ἀγάπη Γι’ αὐτὸ καὶ μεῖς ἀρκούμεθα πρὸς τὸ παρὸν στὴν προφορικὴ εὐχούλα. . Νὰ χρησιμοποιοῦμε μέρα νύχτα τὴν εὐχούλα, αὐτὴν καὶ μόνον μᾶς ἁρμόζει. Αὐτὴ καὶ μόνον μᾶς ἀρκεῖ. "Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησον μέ", μὲ τὸ στόμα ἢ ἀπὸ μέσα μας.Ἀγαπητοί μου, ὅταν λέμε ἀπὸ μέσα μας τὴν εὐχή, ὁ νοῦς μας νὰ εἶναι τόσο πολὺ συγκεντρωμένος σ’ αὐτήν, δηλαδὴ στὸ "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ", ὥστε νὰ μὴν ἔχει σκέψεις, λογισμούς, μετεωρισμοὺς καὶ φανταστικὲς εἰκόνες. Τέτοιου εἴδους προσευχὴ ἔκαμε καὶ ἡ ἀείμνηστη γερόντισσα Μακρίνα, ἀπὸ τότε ποὺ ἦτο λαϊκὴ καὶ ζοῦσε στὸν κόσμο. Ὁ νοῦς της παρέμεινε καὶ ἦτο ἀνεικόνιστος, δηλαδὴ δὲν εἶχε μέσα εἰκόνες. Ἦτο ἀσχημάτιστος, δὲν εἶχε μέσα σχήματα. Ἦτο ἀνίδεος, δὲν εἶχε μέσα ἰδέες καὶ νοήματα. Ἦτο ἄμορφος, δὲν εἶχε μορφές. Δηλαδὴ ἔκανε εὐχὴ μὲ τὸ μυαλὸ τελείως κενὸ καὶ ἄδειο. Οὔτε μορφὲς ἁγίων, οὔτε τὴν μορφὴ τῆς Παναγίας, οὔτε τοῦ Χριστοῦ, οὔτε παραστάσεις ἐκκλησιῶν, οὔτε τοῦ Παραδείσου, οὔτε ἀγαθὰ νοήματα, ἀπολύτως τίποτα, ἄδειος ὁ νοῦς, κενός. Διότι, ὅ,τι σχηματίζεται μέσα στὸ νοῦ, εἶναι φανταστικὰ εἴδωλα, εἶναι εἴδωλα καὶ δὲν εἶναι πραγματικότητα. Περιληπτικά, θὰ σᾶς πῶ ὅτι αὐτὸ εἶναι μία προσπάθεια ἐπίμονη, κουραστική, βασανιστική, ματωμένη. Αὐτὸ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ τηρηθεῖ ὅταν κάνουμε προσευχὴ μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι βέβαια, ἢ μέσα στὴ Θεία Λειτουργία. Τότε βλέπουμε τὶς εἰκόνες καὶ διὰ μέσου αὐτῶν πορευόμεθα εἰς τὸν Παράδεισον καὶ εἰς τὸν οὐρανόν, ὅπου ἐκεῖ ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ οἱ οὐρανοπολίτες ἅγιοι. Ἂν φεύγει τὸ μυαλό μας, κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν, και τῶν ἄλλων προσευχῶν, ἐννοῶ, τῶν καθημερινῶν, ἢ μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, ἐμεῖς ἔχουμε ὑποχρέωση, τὸ νοῦ μας, τὸ μυαλό μας δηλαδή, νὰ τὸ συμμαζεύουμε. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἡ πνευματικὴ προσευχή, μὲ τὴν νοερὰ ἐνεργειά της, γιὰ τὴν ὁποίαν εἴπαμε προηγουμένως, ὅπου ὁ χριστιανός, ἀφοσιωμένος στὴν εὐχή, κάθεται σὲ ἕνα σκαμνὶ ἢ εἶναι ὄρθιος, σκύβει τὸ κεφάλι του ἀριστερά, καὶ πρὸς τὸ μέρος τοῦ στήθους καὶ ἀρχίζει νὰ λέγει τὴν εὐχὴ μὲ κλειστὰ τὰ μάτια, ἀμετεώριστα, ἀφάνταστα, ἀνεικόνιστα, ἀνίδεα, ἀσχημάτιστα, ἄμορφα, μὲ βία πολλή, μὲ πόνο σωματικό, καὶ μὲ λίγη βοήθεια τῆς ἀναπνοῆς. Αὐτὴ ἡ προσπάθεια γίνεται μέσα στὴ νύχτα, σὲ ἀπόλυτη ἡσυχία, μὲ τὰ μάτια κλειστά, ὅπως εἶπα, καὶ τὸ νοῦ βυθισμένο στὴν καρδιά, ἐνῶ ὁ ἐνδιάθετος λόγος συνεχῶς ἐπαναλαμβάνει "Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον μέ". Καὶ πάντοτε σὲ μία συγκεκριμένη ὥρα τῆς νυκτός, βυθισμένος ὁ εὐχόμενος στὸ ἀπόλυτο σκοτάδι καὶ στὴν ἀπόλυτη ἡσυχία. Κατ’ ἀρχὰς ἀρχίζει μ’ ἕνα τέταρτο, ὕστερα μισῆ ὥρα, ὕστερα μία ὥρα, ὕστερα κατόπιν ὅσο μπορεῖ, ὅσο ἀντέχει ὁ καθένας, καὶ σύμφωνα μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ ἀπλανοῦς ὁδηγοῦ καὶ πνευματικοῦ του. Πότε, καθιστοὶ σ’ ἕνα σκαμνάκι καὶ πότε ὄρθιοι, γιὰ νὰ μὴ μᾶς πιάσει ὁ ὕπνος, λέμε τὴν εὐχούλα, βυθίζοντας τὸ νοῦ μας μαζὶ μὲ τὴν εὐχή, καὶ μὲ ὅλη μας τὴν ἐσωτερικὴ ἀγαπητικὴ διάθεση καὶ προαίρεση μέσα στὴν καρδιά.Πρέπει, ὅμως, νὰ προσέξουμε κάτι τὸ ὁποῖον καὶ συνιστοῦν οἱ Πατέρες, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι γραμμένο καὶ στὰ βιβλία «Ἔκφρασις Μοναχικῆς Ἐμπειρίας» τοῦ γέροντος καὶ παπποὺ Ἰωσήφ, τοῦ ὁσίου γέροντος καὶ παπποὺ Ἰωσήφ, καὶ τοῦ γέροντός μου «Πατρικὲς Νουθεσίες». Ὅτι προηγεῖται μία βαθιὰ μελέτη τοῦ πάθους τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τῆς Σταυρικῆς Του Θυσίας. Μία μελέτη γύρω ἀπὸ τὸ πὼς θὰ πεθάνουμε, ἂν ὁ θάνατος ἔλθει ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Πῶς θὰ ἀντικρύσουμε ἢ θὰ ἀντιμετωπίσουμε τὰ ἐναέρια τελώνια ποῦ θὰ διεκδικοῦν τὴν ψυχή μας; Πῶς θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὸ φοβερὸ κριτήριον τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴν Δευτέραν Αὐτοῦ Παρουσία; Πῶς θὰ μᾶς κρίνει δηλαδὴ ὁ Θεός; Καὶ ἄλλες τέτοιες ὅμοιες κατανυκτικὲς παραστάσεις καὶ στοχασμοὺς θὰ καλλιεργοῦμε πρὶν κάνουμε τὴν εὐχή. Γιὰ νὰ φθάσουμε, ὅμως, σ’ αὐτὴν τὴν εὐλογημένη προσπάθεια τῆς νυκτερινῆς κατ’ αἴσθησιν ἐνεργείας τῆς νοερᾶς καρδιακῆς προσευχῆς, ἀπαιτεῖται ἡ τελεία κάθαρσις ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη, τὶς ἀδυναμίες μας καὶ τὶς ἰδιοτροπίες μας. Ἀπαιτεῖται, λοιπόν, τελεία ψυχοσωματικὴ καθαρότητα. Συμμετοχὴ μὲ ἀκρίβεια στὰ σωστικὰ Πανάγια Μυστήρια. Τήρησις τοῦ Εὐαγγελικοῦ θελήματος τοῦ Ἁγίου Θεοῦ. Καλλιέργεια τῶν ἄλλων θειοτάτων ἀρετῶν..Πρὸς τὸ παρόν, αὐτὸν τὸν ὑψηλὸ τρόπο θὰ τὸν ἀφήσουμε γιὰ λίγο στὴν ἄκρη καὶ θὰ ἐπιμένουμε πάρα πολὺ στὴν προφορικὴ εὐχή, γι’ αὐτὸ βάλαμε αὐτὸ τὸ δεκάλεπτο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄριστα ἀποτελέσματα ἀπὸ ὅ,τι καταλαβαίνω, ἢ τουλάχιστον νὰ τὴ λέμε ἀπὸ μέσα μας, μὲ τὴν ταυτόχρονη τήρηση ὅλων τῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων ποὺ ἔχουμε πρὸς τὴν οἰκογένειά μας, πρὸς τὴν ἐργασία μας, καὶ πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη διδασκαλία τῆς πίστεώς μας. Προηγεῖται ἡ πράξις καὶ ἕπεται ἡ πνευματικὴ θεωρία ἡ λεγομένη ἁγιαστική. Προηγεῖται ἡ μακρὰ καὶ ἐπίπονος περίοδος ποὺ λέγεται καθαρτική. Ἕπεται ἡ φωτιστικὴ καὶ ἀκολουθεῖ ἡ θέωσις καὶ ὁ ἁγιασμὸς ποὺ ὀνομάζεται περίοδος τελειωτικὴ ἢ θείας τελειώσεως ἢ οὐρανίου θεωρίας, ἢ θεώσεως καὶ τὰ λοιπά.Θυσίες, γιά νά ξερριζώσουμε ἀπό μέσα μας τά πάθη μας καί στή θέσι τους νά σπείρουμε τίς θεοαρετές.Θυσίες, γιά νά καταφέρουμε νά νηστεύουν οἱ αἰσθήσεις μας καί εἰδικώτερα ἡ γλῶσσα μας, πού “κόκκαλα δέν ἔχει καί κόκκαλα τσακίζει”.Θυσίες πολλές γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.Θυσίες, καί μάλιστα μεγάλες, γιά νά μπορέσουμε μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ νά συγχωρήσουμε καί νά ἀγαπήσουμε τόν ἐχθρό μας!Μιά εὐσεβής χριστιανή κατέφυγε στόν στάρετς Ζωσιμᾶ γιά νά πάρη ὁδηγίες καί θάρρος στόν ἀγῶνα της κατά τῶν παθῶν.Τί νά κάνω, Γέροντα; Εἶμαι δυστυχισμένη πού δέν ἔχω μέσα στήν καρδιά μου ἀγάπη γιά τήν ἀδελφή μου.Δέν ἔχεις ἀγάπη; Κάνε τουλάχιστον ἐξωτερικά ἔργα ἀγάπης. Ἔμαθες ὅτι χρειάζεται κάτι; Πρόσφερέ της το. Διαφωνήσατε σ᾿ ἕνα ζήτημα; Ὑποχώρησε. Σέ μάλωσε; Καταδίκασε τόν ἑαυτό σου καί ζήτησέ της συγχώρησι. Μά πάνω ἀπ᾿ ὅλα, νά προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα γι᾿ αὐτήν, λέγοντας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον τήν ἀδελφή μου. Σῶσε την καί μέ τίς ἅγιες προσευχές της ἐλέησε κι ἐμένα!» Τότε ὁπωσδήποτε ὁ Θεός θ᾿ ἀλλοιώση τήν καρδιά σου. Ἀλλά κι ἄν ἐκείνη μετά ἀπ᾿ ὅλα αὐτά δέν εἰρηνεύση μαζί σου, ἐσύ πάντως θά ἔχης τήν συνείδησί σου ἀναπαυμένη Γ) Με τά έργα και τή ζωή μας. Ἡ εύγνωμοσύνη μας πρός τόν Δωρεοδότη Κύ¬ριο πρέπει νά εἶναι ἡ Ζωή καί προσευχή μας νά είναι δεμένα μεταξύ τους.Όχι νά λέμε ἕνα «εὐχαριστῶ» μέ τά χείλη, καί ἡ ζωή μας νά εἶναι ἀντίθετη άπό τό θέλημα τοῦ θεοῦ. Πρέπει μέ τή ζωή μας, τήν καθημερινή συμπεριφορά μας νά δείχνουμε ότι νιώθουμε τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ καί νά ἀνταποκρινόμαστε σ' αύτές. Τόν δωρεοδότη Κύριο θά τόν εύχαριστήσουμε ἄν βαδίζουμε στά ἴχνη του. Δέν θέλει τήν εὐγνωμοσύνη μας νά τήν περιο¬ρίζουμε μόνο στά χείλη, θέλει ἡ καρδιά μας νά εἶναι πάντα στραμμένη σ' Αὐτόν.Ἡ ζωή μας νά εἶναι σύμφωνη μέ τίς θεῖες ἐντολές του. Τό παίδι δείχνει εύγνωμοσύνη στούς γονεῖς του ὄχι μόνο μ' ἕνα «εὐχαριστῶ», ἀλλά ὅταν εἶναι ὑπάκουο στίς συμβουλές τους καί συμμορφώνεται μ' αύτές. Καί ἐμεῖς τήν εύγνωμοσύνη μας στόν Κύριον Ἰησοῦν θά τήν δείξουμε μέ τήν χριστιανική ζωή μας. Ἀμήν

 

ΕΟΡΤΙΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΥΜΥΘΟΥΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ

                                                                                        
Ὁ ἅγιος Σπυρίδων (270-348) γεννήθηκε καὶ ἔζησε στὴ Κύπρο ἀσκώντας τὸ ἐπάγγελμα τοῦ βοσκοῦ. Ὀλιγογράμματος, ἁπλὸς στοὺς τρόπους, ταπεινός, πράος, ἐνάρετος. Ποτάμι ἀνεξάντλητό τῆς ἀγάπης (ἀγάπης ρεῖθρον μὴ κενούμενον), φιλόξενος, προστάτης τῶν χηρῶν καὶ τῶν πτωχῶν,  παρηγοριὰ τῶν θλιμμένων, ἀνεξίκακος ἀλλὰ καὶ πηγὴ τῶν θαυμάτων. Σύμφωνα μὲ ἱστορικὲς μαρτυρίες ἐτιμάτο καὶ ὅταν ζοῦσε ὡς θαυματουργός. Ἦταν ἔγγαμος καὶ εἶχε μιὰ κόρη, τὴν Εἰρήνη. Ὅταν κοιμήθηκε ἡ σύζυγός του φρόντισε περισσότερο τὸ βίο τῆς ἀρετῆς. Ὅπως γράφει ὁ βιογράφος τοῦ Συμεὼν ὁ Μεταφραστὴς (P.G, 116, 417-468) «εἶχε ζωγραφισμένες στὸν ἑαυτὸ του ὅλες τὶς ἀρετές»  Όταν κοιμήθηκε ὁ ἐπίσκοπός τῆς μικρῆς πόλεως Τριμυθοῦντος, ποὺ βρίσκεται μεταξὺ Λευκωσίας καὶ Ἀμμοχώστου, οἱ πιστοὶ ὁμόφωνα τὸν κάλεσαν νὰ γίνει Ἐπίσκοπός τους. Ὡς ἐπίσκοπος δὲν ἄλλαξε τὴν ζωήν του. Φρόντιζε τὸ κοπάδι τῶν ζώων του, ἀσχολεῖτο μὲ τὶς γεωργικὲς ἐργασίες, φοροῦσε τὰ ἴδια φτωχικὰ ροῦχα καὶ τὸν ἴδιο σκοῦφο ἀπὸ πλεγμένα φοινικόφυλλα. Κοιμηθῆκε σὲ ἡλικία 78 ἐτῶν εἰρηνικὰ στὶς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 348μ,χ καὶ ἐνταφιάστηκε στὴν Τριμ σια Ὁ Ἅγιος Σπυρίδων (12 Δέκ.) ρώτησε κατὰ τὴν ἓν Νικαία Σύνοδο τὸν αἱρετικὸ Ἄρειο. «Ὢ φιλόσοφε, πιστεύεις ὅτι ἡ Ἅγια Τριὰς εἶναι εἷς Θεὸς καὶ Τρία πρόσωπα;». Ὃ φιλόσοφος ἀπεκρίθη: «Δὲν πιστεύω, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ Τρία Πρόσωπα νὰ εἶναι εἰς Θεός;». Ὃ Ἅγιος ἀπάντησε: «'Ἐγὼ νὰ σοῦ τὸ ἀποδείξω ὅτι εἶναι ἕνας Θεὸς καὶ Τρία Πρόσωπα. Φέρτε μου μία κεραμίδα». "Ἔφεραν λοιπὸν τὴν κεραμίδα καὶ ὁ Ἅγιος τὴν πῆρε στὰ χέρια του καὶ εἶπε πρὸς τὸν φιλόσοφο. «Κοίτα τὴν ἀλήθεια, ὢ φιλόσοφε». Καὶ ἀμέσως ἄφοῦ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἔσφιγξε τὴν κεραμίδα, ἐκείνη μὲ τὰ δύο του χέρια καὶ προσευχήθηκε λέγοντας. «Εἷς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τοῦ ἑνός Θεοῦ». Καὶ τότε, ὢ τοῦ θαύματος! Τὸ μὲν πῦρ, μὲ τὸ ὁποῖον ἦταν ψημένη ἡ κεραμίδα, πῆγε πρὸς τὰ ἐπάνω, τὸ Ὑδωρ ἔχύθη κάτω, τὸ δὲ χῶμα ἔμεινε στὰ χέρια του. Τότε λέγει πρὸς τὸν φιλόσοφο. «Αὔτη ἡ κεραμὶς δὲν ἀπετελεῖτο ἀπὸ τρία; Ἀπὸ πῦρ, ἀπὸ ὕδωρ καὶ ἀπὸ χῶμα καὶ ἔγιναν ἕνα; Ἔτσι εἶναι καὶ ἡ Ἁγία Τριάς. Πατήρ, Υἱὸς καὶ 'Ἅγιον Πνεῦμα. Τρία πρόσωπα Ό "Άγιος Σπυρίδωνας (12 Δεκ.) ρώτησε κατά τήν έν Νικαία Σύν­οδο τόν αιρετικό Άρειο. «Ώ φιλόσοφε, πιστεύεις ότι ή Άγια Τριάς είναι είς Θεός καί Τρία πρόσωπα;». Ό φιλόσοφος άπεκρίθη: «Δέν πιστεύω, διότι πώς είναι δυνατόν τά Τρία Πρόσωπα νά είναΐτείς Θεός;». Ό "Αγιος άπάντησε: «'Εγώ νά σοϋ τό άποδείξω ότι είναι ένας Θεός καί Τρία Πρόσωπα. Φέρτε μου μία κεραμί­δα». "Εφεραν λοιπόν την κεραμίδα καί ό "Άγιος την πήρε στά χέ­ρια του καί είπε προς τόν φιλόσοφο. «Κοίτα τήν άλήθεια, ώ φιλό­σοφε». Καί άμέσως άφοϋ έκανε τό σημείο τοϋ Τιμίου Σταυροϋ έσφιγξε τήν κεραμίδα, εκείνη μέ τά δύο του χέρια καί προσευχή­θηκε λέγοντας. «Είς τό όνομα τοϋ Πατρός καί τοϋ Υίοϋ καί τοϋ Αγίου Πνεύματος τοϋ ένός Θεοϋ». Καί τότε, ώ τοϋ θαύματος! Τό μέν πϋρ, μέ τό οποίον ήταν ψημένη ή κεραμίδα, πήγε πρός τά έπάνω, τό ΰδωρ έχύθη κάτω, τό δέ χώμα έμεινε στά ^(έρια του. Τότε λέγει πρός τόν φιλόσοφο. «Αύτή η κεραμίς δέν απετελείτο άπό τ£ία; Άπό πϋρ, άπό ύδωρ καί άπό χώμα καί έγιναν ένα; Έτσι είναι καί ή Αγία Τριάς. Πατήρ, Υιός καί 'Άγιον Πνεύμα. Τρία πρόσωπα, είς Θεός άληθινός». Λοιπόν ό φιλόσοφος, μόλις ειδε τό θαϋμα αύτό, έπίστεψε μέν ότι είναι Τρισυπόστατος ό Θεός, πλήν δέν θέλησε νά γίνη Χριστιανός. Τό τέλος του όμως, φρικτό. Πέθανε μέσα σέ δημόσια αποχωρητήριο, μέσα σέ φοβερούς πό­νους. Κακιά ή ζωή του, κακό καί τό τέλος του.εἷς Θεὸς ἀληθινός». Λοιπὸν ὃ φιλόσοφος, μόλις εἶδε τὸ θαϋμα αὖτο, ἐπιστέψε μὲν ὅτι εἶναι Τρισυπόστατος ὃ Θεός, πλὴν δὲν θέλησε νὰ γίνη Χριστιανός. Τὸ τέλος τοῦ ὅμως, φρικτό. Πέθανε μέσα σὲ δημόσια ἀποχωρητήριο, μέσα σὲ φοβεροὺς πόνους. Κακιὰ  ἡ ζωή του, κακὸ καὶ τὸ τέλος του.  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ: Πλησιάζουν σὲ λίγες ἡμέρες τὰ Χριστούγεννα 2018 καὶ ἡ Ἐκκλησία προετοιμάζεται γιὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Ὀρθοδοξίας. Καλούμαστε καὶ φέτος νὰ ἑορτάσουμε τὸ μεγάλο καὶ ἀνεπανάληπτο μυστήριο τῆς σαρκώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ λόγου τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὴν ἐνανθρώπιση τοῦ Χριστοῦ ἡ ἐκκλησία μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ μεγάλη θεολογικὴ ἀλήθεια, ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει κατὰ χάριν θεός.Χωρὶς νὰ γνωρίζουμε πάντοτε σὲ βάθος καὶ πλάτος τὴν θεολογικὴ σημασία τῆς ἑορτῆς, ὅλοι ὅμως ἀντιλαμβανόμαστε τὴν σπουδαιότητά της. Γι’ αὐτὸ ὁ καθένας μας μὲ τὸν τρόπο τοῦ προβαίνει σὲ κάποιου εἴδους προετοιμασία, μόνο ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε νὰ μὴν εἶναι ἐξωτερικὴ-κοσμική.Διότι τί ὠφελεῖ ἄραγε νὰ στολίσουμε τὰ σπίτια μας καὶ τοὺς δρόμους καὶ νὰ μὴν εὐπρεπίσουμε τὶς καρδιές μας καὶ νὰ μὴν τὶς καθαρίσουμε ἀπὸ τὰ πάθη τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου; Ἂν θέλουμε νὰ ἑορτάσουμε ἀληθινά Χριστουγενναπρεπει νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ πρόγραμμα προετοιμασίας ποὺ μᾶς προτείνει ἡ ἐκκλησία μας.– Τί προτείνει ἠ εκκλησία;Τὴν ἐσωτερικὴ καθαρότητα ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν καθαρὴ ἐξομολόγηση καὶ τὴν νηστεία ὄχι μόνο τῶν τροφῶν ἀλλὰ καὶ τῶν παθῶν. Εἶναι πλάνη νὰ πιστεύουμε, ὅτι μία ὀλιγοήμερη δίαιτα μᾶς ἐξαγνίζει. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς καθαρίζει πνευματικὰ εἶναι ἡ ἀποχὴ ἀπὸ κακὲς συνήθειες καὶ ἡ ἀπόταξη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Ἰησοῦς ὀ ὡραῖος κάλλει παρά πάντας βροτούς»Ὁ Ίησοῦς ἦταν ὁ «Ὡραίος κάλλει παρά πάντας Βροτούς». ἡ ὡραιότητα ὅμως ἦταν κυρίως πνευματική. «Τό πνευματικό φῶς, ἡ λάμπουσα καλλονή ἁγιότητος,ἡ ἀμετάβλητος ὡραιότης τῆς εἰρήνης τοῦ Θεοῦ». Ή αγιότητα τῆς ψυχῆς του ἔκανε τό πρόσωπό του ν' ἀκτινοβολεί. (Πόσο εὐτυχισμένοι ἦταν  οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ, πού εἶχαν τό προνόμιο νά τόν δοῦν μέ τά μάτια τους! «Έθεασάμεθα αὐτόν»!σημειώνει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης).Ἡ ὡραιότητα τοῦ Ἰησοϋ ἦταν ἀντανάκλαση τῆς ἐσωτερικότητος ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί ὡς Θεὸς εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἀγάπη...Τὸ ἀπέδειξε μὲ τὸν καλύτερο τρόπο ὅταν θέλησε νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ ἔλθει στὴ γῆ γιὰ χάρη μας. Δὲν ἦλθε μὲ ἔνδοξο τρόπο γιὰ νὰ μὲ ὑποχρεώσει νὰ Τὸν πιστέψω, ἀλλὰ ὡς ἀσήμαντος ἄνθρωπος γεννήθηκε σ' ἕνα στάβλο κι ἔζησε φτωχὸς καὶ ταπεινὸς στὴ μικρὴ πόλη μίας ἀσήμαντης ἐπαρχίας. Ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ Τοῦ ἦταν ἡ ἀπόλυτη ἔκφραση ἔμπρακτης ἀγάπης μὲ ἀποκορύφωμα τὴν ὑπέρτατη θυσία ποὺ Τὸν ὁδήγησε στὸ θάνατο. Ἡ διδασκαλία Του, ποὺ ὁ ἴδιος ἐφάρμοσε στὴν πράξη, μολονότι ὡς ἄνθρωπος δὲν μορφώθηκε καὶ δὲν σπούδασε, ὑπῆρξε ἡ ὑψίστη σοφία ποὺ ὁδήγησε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὸν πολιτισμὸ στὶς εὐγενέστερες κατακτήσεις. Τὸ μήνυμα τῆς Ἀνάστασεως Του ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ποὺ πληρώθηκε πολὺ ἀκριβὰ ἀπ’ ὅσους τὸ πίστεψαν καὶ τὸ διέδωσαν, προσφέρει τὴ μεγαλύτερη ἐλπίδα ποὺ μπορεῖ νὰ δεχτεῖ ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ καὶ λύνει κάθε ὑπαρξιακὸ πρόβλημα τῆς ζωῆς.ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, γιατί ἡ ζωή μου πῆρε νόημα ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἐλπίδα. Ὁ Ἴδιος δὲν μοῦ ὑπόσχεται ἀπολαύσεις ποὺ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ὑλικὰ ἀγαθὰ ἡ κοσμικὰ προνόμια, ἀλλά μου παρουσιάζει τὴν ἐπίγεια ζωὴ γεμάτη εὐκαιρίες γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς αἰώνιας πνευματικῆς ἀπόλαυσης. Εἶναι ἡ χαρὰ ποὺ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν εἴσοδό μου στὸ χῶρο τῆς Ἀγάπης, ποὺ εἶναι ἡ κινητήρια δύναμη τῆς ζωῆς, δηλαδὴ ἡ ἕνωσή μου μ' Ἐκεῖνον. Ἔτσι, πράγματα ὅπως ὁ πλοῦτος, ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ δόξα, ἀλλὰ καὶ ἡ φτώχεια ἡ ἡ ἀσχήμια ἡ ἡ ἀσθένεια ποὺ μπορεῖ νὰ ἔχω, φαίνονται ἀσήμαντα καὶ μηδαμινὰ μπροστὰ στὴ χαρὰ τῆς ἀγάπης ποὺ μὲ κάνει καλύτερο ἄνθρωπο ὅσο περισσότερο ἀγωνίζομαι νὰ ζῶ τὸ θέλημά Του καὶ τὶς ἐντολές Του. .Σᾶς εὔχομαι καί σεῖς καλά παιδάκια να ἀγαπήσετε τον γλυκύτατον Ἰησοῦν να μάθετε να προσευχεσθε στό ὑπέρ πᾶν ὄνομά του.Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ Ἐλέησόν με.Ὁ Ἱησοῦς εἶναι πούδίδει την χαράν και την εἰρήνη.

 
.
 
 

 
 
 

 

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018 ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018

ΕΥΛΟΓΙΑ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΠΑΥΣΑ ΑΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 16 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2018                                                                                                                                                                Νεκρώσατε οὖν τὰ μέλη ὑμῶν τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, πάθος, ἐπιθυμίαν κακήν, καὶ τὴν πλεονεξίαν, ἥτις ἐστὶν εἰδωλολατρία, δι᾿ ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ                               Νὰ συνδεθοῦμε μὲ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴν παρούσα ζωὴ

Ἡ ἐλπίδα αὐτὴ θὰ γίνει πραγματικότητα καὶ γιὰ μᾶς, ἐὰν συνδεθοῦμε μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Γράφει σχετικὰ ὁ ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας: «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωὴ ἀρχίζει στὴν παρούσα ζωή, ἀλλὰ φθάνει στὴν τελείωσή της στὴν μέλλουσα»(*).Ἡ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ζωὴ λοιπὸν ξεκινᾶ ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή· ξεκινᾶ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Τότε συνδεόμαστε μὲ τὸν Κύριο, γινόμαστε μέλη τοῦ σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας Του, παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ὑποψήφιοι κληρονόμοι τῆς Βασιλείας Του. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνο αὐτό. Ἀπαιτεῖται καὶ ἀνάλογη ζωή, ἰσόβιος ἀγώνας.Τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ὁ¬ρίζει πῶς πρέπει νὰ ζήσουμε, ὥστε νὰ τύ¬χουμε τῆς δωρεᾶς ποὺ ἐλπίζουμε: Νὰ νεκρώσουμε, νὰ ἀπαρνηθοῦμε ὅ,τι μᾶς συνδέει μὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὅ,τι μᾶς κρατάει κολλημένους στὴ γῆ καὶ μᾶς καθιστᾶ ἀνάξιους τοῦ Οὐρανοῦ: τὰ πάθη τῆς ἁμαρτίας, τὴν Πορνείαν δήλ΄ την σαρκικότητα καὶ κάθε κακὴ ἐπιθυμία, τὴν πλεονεξία, τὴν ὀργή, τὴν αἰσχρολογία, τὸ ψέμα· γενικὰ νὰ βγάλουμε σὰν ἄλλο φθαρμένο ροῦχο τὸν κακὸ ἑαυτό μας, καὶ νὰ ἐνδυθοῦμε τὸν καινούργιο, τὸν στολισμένο μὲ κάθε ἀρετή. Προσεύχου, ὡς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς,«Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος», καὶ θά εἰσηκουσθῆς
Ἀγωνιζόμενος στό Ἅγιον Ὅρος, κατά τό δεύτερο ἔτος τῶν μοναχικῶν ἀγώνων του, μέ ἀγρυπνίες, νηστεῖες καί προσευχές, μέ συγκέντρωση καί φυλακή τοῦ νοός, προέβαλε τήν Θεοτόκο ὡς ὁδηγό καί μεσίτρια, καί ζητοῦσε μετά δακρύων τήν βοήθειά της, κραυγάζων «Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος…» Ἐνῷ, λοιπόν, κάποια ἡμέρα εἶχε προσηλωμένο τόν νοῦ καί τήν καρδιά του στόν Θεό, αἴφνης παρουσιάσθη ἐνώπιόν του ἀνήρ σεμνοπρεπής καί σεβάσμιος, μέ πρόσωπο ἱλαρό καί γαλήνιο βλέμμα. Ἦτο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, ὁ ἠγαπημένος μαθητής τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε:«Ἦλθον, τέκνον, ἀπεσταλμένος ἀπό τήν ἁγιωτέραν τῶν ἁπάντων καί Βασίλισσαν τῶν Οὐρανῶν, διά νά σέ ἐρωτήσω, διά ποίαν αἰτίαν ἀνά πᾶσαν στιγμήν κραυγάζεις “Φώτισόν μου τό σκότος, φώτισόν μου τό σκότος!”» Βλέπων τό θαῦμα ὁ Γρηγόριος, ἀπεκρίθη στόν ἅγιο ἐπισκέπτη:«Καί τί ἄλλο πρέπει νά ζητῶ ἀπό τόν Θεό ἐγώ, ὅστις εἶμαι ἐμπαθής καί πλήρης ἁμαρτιῶν, παρά νά ἐλεηθῶ καί νά φωτισθῶ διά νά γνωρίζω τό θέλημά του καί νά τό ἐκτελ[ΩΝὉ ἱερός Εὐαγγελιστής ἀπεκρίθη: «Ἡ Δέσποινα τῶν ἁπάντων ὁρίζει νά εἶναι βοηθός σου, καί ἐπίσης ἐγώ ὁ δοῦλος της νά σέ βοηθῶ». Ἐρωτᾶ ὁ θεῖος Γρηγόριος: «Καί ποῦ πρόκειται νά μέ βοηθῇ ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου μου; Εἰς τήν παροῦσαν ζωήν, ἤ εἰς τήν μέλλουσαν;» Ἀπεκρίθη ὁ Θεολόγος: «Καί εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί εἰς τήν μέλλουσαν».Ταῦτα εἶπεν ὁ θεῖος Ἰωάννης, καί ἀφοῦ ἐπλήρωσε χαρᾶς καί εὐφροσύνης τήν καρδία τοῦ Γρηγορίου, ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτοῦ. Τα λόγια τοῦ Κυρίου μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται (Ματθ. 5,8) φανερώνουν τόν κεντρικό ρόλο τῆς καρδιάς στό πλαίσιο τῆς ἐν Χριστῶ πνευματικότητος, καθώς ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι (Ματθ. 15,19). Έτσι, η δυνατότητα ἀτενίσεως τῆς θεότητος περνάει μέσα ἀπό τήν κάθαρση αὐτοῦ τοῦ κέντρου πού ἡ πατερική σοφία ἀναγνωρίζει ὄχι μόνον ὡς φυσικό, ἀλλά καί ὡς παραφυσικό (Ματθ. 15,19) καί ἀκόμη καί ὑπερφυσικό (καθώς ἐντός τῆς καρδίας φυλάσσεται ἡ θεία Χάρις πού λαμβάνει ὁ βαπτισμένος εἰς τό όνομα τοῦ Ἰησοῦ). Εὔλογα, λοιπόν, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ ἐξαγιασμοῦ τῆς καρδιᾶς καὶ νοερᾶς προσευχῆς; Μὲ ἄλλα λόγια, πῶς συνδέεται ἡ πρακτική τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὸν ἐξαγνισμὸ τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου; Διότι καὶ τὰ δύο ἀποτελοῦν τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἀτένιση τοῦ θείου προσώπου. Ἂς ἀκούσουμε, λοιπόν, τὰ λόγια τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ποὺ λέει πώς: ἠ αρχή τῆς καθαρσεως εἶναι ἡ ἡσυχία, δηλαδὴ ἡ εἰρήνη ποὺ χαρίζει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν καρδιὰ καὶ στοὺς λογισμοὺς τοῦ πιστοῦ. Καὶ συνεχίζει ὁ ὅσιος Φιλήμων λέγοντας πῶς ὀφείλει ὁ χριστιανὸς διὰ μέσου τῆς ἡσυχίας νὰ καθαρίση τελείως τὸν νοῦ, δίδοντάς του μέρα καὶ νύκτα τὴν πνευματικὴ ἐργασία τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, τῆς νήψεως καὶ τῆς προσοχῆς.Και τὸ ὀφείλει αὐτὸ διότι ο νοῦς, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, ποῦ δὲν σκορπίζεται στὰ ἐξωτερικὰ πράγματα καὶ δὲν διαχέεται καὶ δὲν περιπλανιέται ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις στὸν ἔξω κόσμο ἐπανέρχεται στὸν ἑαυτό του καί, μὲ τὴν παντοδύναμη βοήθεια τῆς θείας Χάριτος,ἀνέρχεται πρὸς τὸν οὐράνιο θρόνο τοῦ Ἁγίου Θεοῦ γιὰ νὰ ἑνωθῆ μαζί Του! Ἑπομένως, ἡ συχνὴ ἐπανάληψη τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ καθαρίζει τό ἐσωτερικὸν τοῦ ποτηρίου (Μάτθ. 23,26), δηλαδὴ τὴν ἐμπαθῆ καρδιά, καί, ἔτσι, ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ πρώτη φάση στὸ νά βλέπει τὸν Θεὸν μὲ τὴν ἔννοια ὅτι αἰσθάνεται τὸν Θεὸν νὰ προσεύχεται μέσα του καί, ἐν συνέχεια, στήν ἴδια τήν θεοπτία, δηλαδή στήν θεά τοῦ ἀκτίστου Φωτός, κατὰ τὴν ὁποία καταργεῖται ἡ εὐχή. Ἔτσι, ὁ σκοπὸς τῆς πρακτικῆς τῆς μονολογίστου εὐχῆς εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδιά, καθὼς μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ νοῦς καθαρίζεται, φωτίζεται καὶ τελειοῦται. Ἔτσι, ἡ πραγματική ἀτένιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δεν εἶναι ἁπλά καί μόνο ἡ προσήλωση τοῦ νοός πρός Αὐτόν, διότι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὸν Θεό, ἢ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ σκεφθῆ. Γι’ αυτό καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάσει στήν ἐμπειρία τῆς θεώσεως, διαπιστώνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνώνυμος Πρέπει συνεχῶς ἀδιαλείπτως νὰ λέμε τὴν εὐχή. Μέσα στὴ καρδιά μας καὶ τὸ νοῦ μας πρέπει νὰ μείνει μόνο τὸ ὄνομα τοῦ Γλυκυτάτου Ἰησοῦ μας. Γιατί ὅταν ἐμεῖς ἀφήνουμε τὴν προσευχή, τὴν ἐπικοινωνία μας μὲ τὸ Θεό, τότε ὁ διάβολος μὲ λογισμοὺς ἀρχίζει καὶ μᾶς ζαλίζει καὶ δὲν ξέρουμε πλέον οὔτε τί θέλουμε, οὔτε τί λέμε , οὔτε τί κάνουμε. (Γέροντας Παϊσιος)Νὰ λέγωμεν συνεχῶς τὴν εὐχήν, εἴτε μὲ τὸ νοῦν, εἴτε μὲ τὸ στόμα.Ἡ εὐχή, τὸ παντοδύναμον ὅπλον δὲν ἀφήνει τὴν ἁμαρτία νὰεἰσέλθει. Ὁ διάβολος καίεται ἀπὸ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διὰτοῦτο πασχίζει μὲ κάθε τρόπον νὰ σταματήσει τὴν εὐχή. (ΓέρονταςἘφραὶμ Φιλοθεϊτης)Λέγε τὴν εὐχή: ἁγιάζει τὸ στόμα, ἁγιάζει ὁ ἀέρας, ἁγιάζει ὁ τόπος ποὺ λέγεται, Οἱ δαίμονες βάζουν χίλια ἐμπόδια διὰ νὰ μὴν προσευχηθεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ὅλες οἱ παγίδες , ὅλα τὰ δίκτυα τῶν δαιμόνων καταστρέφονται διὰ τῆς προσευχῆς. Ἄπειρες φορὲς οἱ δαίμονες διὰ στόματος δαιμονισμένων ὁμολόγησαν ὅτι καίονταιἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς εὐχῆς. (Γέροντας Ἐφραὶμ Φιλοθεϊτης)Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ὁ εὐλογημένος ἀγώνας νὰ διώξουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὸ σκοτάδι τῆς ποικίλης ἁμαρτίας καὶ νὰ τὴν πλουτίζουμε μὲ τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπισημαίνει καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στὴν Α´ καθολικὴ Ἐπιστολή του: Ἀγαπητοί, ἀπὸ τώρα εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ δὲν φανερώθηκε ἀκόμη τί θὰ γίνουμε. Γνωρίζουμε ὅμως ὅτι ὅταν φανερωθεῖ, θὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ Ἐκεῖνον, διότι θὰ Τὸν δοῦμε ὅπως εἶναι, στὴν κατάσταση τῆς δόξας Του. Καὶ γι᾿ αὐτὸ «πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην ἐπ᾿ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι». Ὅποιος ἔχει αὐτὴ τὴν ἐλπίδα στὸν Χριστό, καθαρίζει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ κάθε ἁμαρτία, ὅπως καὶ Ἐκεῖνος εἶναι καθαρός (Α´ Ἰω. γ´ 2-3).Τί θαυμαστὴ ποὺ εἶναι ἡ ἐλπίδα μας, ἡ ἐλπίδα τῶν Χριστιανῶν! Ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ἄλλη ἐπίγεια ἐλπίδα! Πέρα ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὰ στενὰ ὅρια αὐτοῦ τοῦ κόσμου! Ἀγκαλιάζει τὴ μα¬κάρια αἰωνιότητα! Ἂς ἀπαρνηθοῦμε λοιπὸν ὅ,τι γήινο καὶ ψεύτικο μᾶς ἑλκύει, καὶ ἂς πέσουμε στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ. Ἂς Τὸν ἀγαπήσουμε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά, ἂς ἑνωθοῦμε ὅσο μποροῦμε πιὸ στενὰ μαζί Του. Ἐκεῖνος εἶναι ἡ ζωή μας, ἡ εὐτυχία μας, ἡ σωτηρία μας, τώρα καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.

(*) Ἁγίου Νικολάου Καβάσιλα, Περὶ τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς Λόγος Α´ 1, ἔκδ. Ἱεροῦ Ἡσυχ. «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 20052, σελ. 28 (σὲ μετάφραση).

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 27 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2019

ΙΕ΄ Λουκᾶ:  Λουκ. ιθ΄ 1-10

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, διήρχετο ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν ῾Ιεριχώ· καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν ᾿Ιησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ ᾿Ιησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.                                                                  ἈΠΌΔΟΣΙΣ ΣΤΑ ΝΕΟΝΙΕΛΛΙΚΑ
Τόν καιρόν ἐκεῖνον, ἐπερνοῦσε ὁ Ἰησοῦς διὰ μέσου τῆς πόλεως τῆς Ἱεριχοῦς. Ἐκεῖ ἦτο κάποιος ποὺ ὀνωμάζετο Ζακχαῖος· ἦτο ἀρχιτελώνης καὶ πλούσιος, καὶ ζητοῦσε νὰ ἰδῇ ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς ἀλλὰ δὲν μποροῦσε ἀπὸ τὸ πλῆθος διότι ἦτο κοντὸς τὸ ἀνάστημα. Ἔτρεξε λοιπὸν ἐμπρὸς καὶ ἀνέβηκε ἐπάνω σὲ μιὰ μουριά, διὰ νὰ τὸν ἰδῇ, διότι ἀπὸ ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ περάσῃ. Ὅταν ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ μέρος αὐτό, ἀσήκωσε τὰ μάτια του καὶ τὸν εἶδε καὶ τοῦ εἶπε, «Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα, διότι πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου σήμερα». Καὶ κατέβηκε γρήγορα καὶ τὸν ὑποδέχθηκε μὲ χαράν.Ὅταν εἶδαν αὐτό, ὅλοι παρεπονοῦντο καὶ ἔλεγαν, «Εἰς τὸ σπίτι ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου πηγαίνει νὰ μείνῃ». Ὁ Ζακχαῖος ἐστάθηκε καὶ εἶπε εἰς τὸν Κύριον, «Τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας μου δίνω, Κύριε, εἰς τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐὰν μὲ δόλιον τρόπον ἐπῆρα ἀπὸ κάποιον τίποτε, θὰ τοῦ τὸ ἀποδώσω τέσσερις φορὲς περισσότερον». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Σήμερα ἔγινε σωτηρία σὲ τοῦτο τὸ σπίτι, διότι καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε νὰ ἀναζητήσῃ καὶ νὰ σώσῃ τὸ ἀπολωλός».

.Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΖΑΚΧΑΙΟΥ                                                    Ο ΠΟΘΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΜΠΟΔΙΑ                                             Στὴν Ἱεριχὼ ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος ἦταν ἀπορροφημένος ἀπὸ τὶς φοροεισπρακτικές του ἐργασίες. Διευθυντὴς τοῦ τελωνείου, εἶχε πολλὰ ζητήματα νὰ τακτοποιήσει, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀπολαβές. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὅμως κάτι ἄλλαξε μέσα του. Ἔμαθε πὼς ἀπὸ τὴν πόλη του θὰ περνοῦσε ὁ Κύριος Ἰησοῦς. Καὶ ἤθελε πολὺ νὰ Τὸν δεῖ, νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι. Εἶχε ὅμως μαζευθεῖ τόσο πολὺς λαὸς γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο ποὺ διέσχιζε τὴν πόλη, ὥστε ἦταν ἀδύνατο νὰ Τὸν προσεγγίσει. Ἦταν καὶ κοντὸς στὸ ἀνάστημα καὶ δὲν μποροῦσε νὰ Τὸν δεῖ ἔστω καὶ ἀπὸ μακριά. Καὶ τί κάνει; Τρέχει ἀμέσως σὰν νά ’ταν μικρὸ παιδί, κι ἀνεβαίνει πάνω σ’ ἕνα δέντρο, σὲ μιὰ συκομουριά, γιὰ νὰ Τὸν δεῖ. Διότι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός.Μόλις πλησίασε ὁ Κύριος, ἀμέσως κατευθύνθηκε πρὸς τὸ δέντρο, σήκωσε τὸ βλέμμα του καὶ κοίταξε τὸν Ζακχαῖο. Καὶ χωρὶς νὰ Τὸν γνωρίζει ἀπὸ πρίν, τὸν φωνάζει μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τοῦ λέει: Ζακχαῖε, κατέβα γρήγορα. Σήμερα πρέπει νὰ μείνω στὸ σπίτι σου. Καὶ ὁ Ζακχαῖος κατεβαίνει ἀμέσως, καὶ μὲ χαρὰ μοναδικὴ ὑποδέχεται τὸν Κύριο στὸ σπίτι του.Κάποιοι ἄνθρωποι βέβαια, μόλις τὸ εἶδαν αὐτό, μουρμούριζαν μὲ ἀγανάκτηση ἐναντίον του καὶ μὲ περιφρόνηση ἔλεγαν ὅτι στὸ σπίτι ἀνθρώπου ἁμαρτωλοῦ μπῆκε νὰ μείνει καὶ νὰ ἀναπαυθεῖ.Ὁ Ζακχαῖος ὅμως δὲν ὑπολόγισε τίποτε ἀπὸ αὐτά. Διότι ζοῦσε τὴ μεγαλύτερη χαρὰ τῆς ζωῆς του. Καὶ ποιὸς θὰ τὸ περίμενε; Ἕνας διευθυντὴς τοῦ τελωνείου, ἕνας ἄν-θρωπος τόσο πλούσιος, ἕνα πρόσωπο τῆς ὑψηλῆς κοινωνίας, ποὺ καθημερινὸ ἐνδιαφέρον εἶχε πῶς θὰ πλουτίσει περισσότερο, νὰ ἔχει καὶ πνευματικὰ ἐνδιαφέ-ροντα! Καὶ νὰ θέλει νὰ δεῖ τὸν Κύριο. Καὶ νὰ μὴν ὑπολογίζει τὰ τόσα ἐμπόδια στὸ δρόμο του αὐτό. Ἐπιθυμοῦσε νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Θὰ εἶχε ἀκούσει νὰ μιλοῦν γιὰ τὸν Κύριο, καὶ ἰδιαιτέρως γιὰ τὴν ἐπιείκεια καὶ συγκατάβαση ποὺ ἔδειχνε στοὺς τελῶνες. Καὶ ἤθελε νὰ δεῖ ποιὸς εἶναι αὐτός.Οἱ ἐξωτερικοὶ τύποι καὶ τρόποι συμπε-ριφορᾶς ἀσφαλῶς δὲν τοῦ ἐπέτρεπαν νὰ κάνει μιὰ τέτοια τρέλα, νὰ ἀναρριχηθεῖ πάνω σ’ ἕνα δέντρο. Ἀλλὰ ὁ πόθος του νὰ δεῖ τὸν Χριστὸ τὸν ἔκανε νὰ καθυποτάξει κάθε ἐπιφύλαξη καὶ νὰ ὑπερνικήσει κάθε ἐμπόδιο. Δὲν ὑπολόγισε οὔτε τὴ θέση του οὔτε τὴν προσωπική του ἀξιοπρέπεια οὔτε τὰ σχόλια τῶν ἄλλων.Ὅσοι λοιπὸν θέλουμε νὰ γνωρίσουμε τὸν Κύριο, νὰ Τὸν κάνουμε ἔνοικο στὴν ψυχή μας, νὰ Τὸν κάνουμε κυβερνήτη τῆς ζωῆς μας, θὰ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ ὑπερπηδοῦμε κάθε ἐμπόδιο στὸν πόθο μας αὐτό. Νὰ μὴν ὑπολογίζουμε κόπους καὶ δυσκολίες, σχόλια καὶ εἰρωνεῖες· οὔτε πιθανὴ ἀπομόνωση ἀπὸ τὸν κοινωνικό μας περίγυρο ἢ ἀπώλεια τῆς κοινωνικῆς μας καταξίωσης. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα καὶ πά-νω ἀπ’ ὅλα νὰ κυριαρχεῖ ὁ πόθος μας νὰ γνωρίσουμε τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ζήσουμε μ’ Αὐτόν, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸ μᾶς κοστίζει.                                                                           2. Η ΑΛΛΑΓΗ                                                                                     Ὁ Ζακχαῖος τώρα μέσα στὸ σπίτι του ἐκδηλώνει τὴν ἀληθινὴ καὶ σταθερὴ μετάνοιά του. Στέκεται κάποια στιγμὴ μπροστὰ στὸν Κύριο καὶ τοῦ λέει:Κύριε, τὴ μισὴ περιουσία μου τὴ δίνω στοὺς πτωχούς. Καὶ ἐὰν τυχὸν ὡς τελώνης ἀδίκησα μὲ ψεύτικες καταγγελίες καὶ ἀναφορὲς κάποιον γιὰ νὰ καταχρασθῶ τὴν περιουσία του, τοῦ τὸ ἐπιστρέφω τετραπλάσιο.Τότε τοῦ λέει ὁ Κύριος: «Σήμερα, μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου ἐδῶ ἦλθε ἡ σωτηρία στὸ σπίτι αὐτό. Καὶ ἔπρεπε νὰ σωθεῖ κι ὁ τελώνης αὐτός, διότι κι αὐτὸς εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ. Διότι ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ἦλθε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ γιὰ νὰ ἀναζητήσει καὶ νὰ σώσει τὸ χαμένο του πρόβατο, ποὺ κινδύνευε νὰ πεθάνει στὴν ἁμαρτία».Καί ἕνα τέτοιο χαμένο πρόβατο πού βρέθηκε ἦταν καὶ ὁ Ζακχαῖος. Ἦρθε καὶ γι’ αὐτὸν ἡ ὥρα τῆς χάριτος, ἡ ὥρα τῆς μετανοίας. Μιᾶς μετάνοιας ποὺ κυοφορήθηκε καὶ ὡρίμασε μὲ τὴ γνωριμία του μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ διακήρυξη τῆς ἐπανορθώσεώς του ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς προσωπικῆς σχέσεως ποὺ εἶχε μὲ τὸν Κύριο. Μόλις γνώρισε τὸν Χριστό, δὲν ὑπολογίζει οὔτε τὴν περιουσία του οὔτε τὸ ἀξίωμά του. Μοιράζει ὅλη του τὴν περιουσία. Καὶ τὴ δίνει ἀμέσως. Δὲν λέει ὅτι θὰ τὰ δώσει ἀργότερα ἢ μετὰ τὸν θάνατό του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος ἐπιβεβαιώνει τὴ γνήσια μετάνοια τοῦ Ζακχαίου λέγοντας ὅτι σήμερα ἦλθε ἡ σωτηρία στὸ σπίτι αὐτό.Πόσο γρήγορα ἄλλαξε ὁ Ζακχαῖος! Ὁ ἄδικος ἔγινε ἐλεήμων, ὁ πάμπλουτος πάμφτωχος, ὁ ἐγκόσμιος ὑπερκόσμιος, ὁ ὑλόφρων θεόφρων, ὁ φίλος τοῦ χρήματος φίλος τοῦ Χριστοῦ. Μαθητὴς τοῦ Κυρίου καὶ ἀργότερα συνοδὸς τοῦ ἀποστόλου Πέτρου, ἐπίσκοπος Καισαρείας και Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.Μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ λοιπὸν ὅλα διορθώνονται. Μὲ τὴ μετάνοια καὶ ἱερὰ Ἐξομολόγηση ὅλα μποροῦν νὰ ἀλλάξουν. Ἀρκεῖ ἐμεῖς νὰ ζοῦμε καθημερινὰ μὲ μετάνοια καὶ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός μας καὶ νὰ ἀφήνουμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐργάζεται τὴ μεταμόρφωση καὶ ἀναγέννησή μας. Κι ὅταν ὁ Κύριος κρίνει, θὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ πολλά μας πάθη καὶ τὶς ἀδυναμίες μας, θὰ μᾶς ἀναγεννήσει, θὰ μᾶς ἐξαγιάσει.                     Ὁ Ἰησοῦς ἦταν  ὁ «Ὡραῖος κάλλει παρὰ πάντας τούς υἱούς»                        .
 Νά ἀκολουθήσειςτὸ φῶς ἢ τὸ σκοτάδι, τὴ ζωὴ ἢ τὸν θάνατο, δηλαδὴ τὸν Χριστὸ ἢ τὸ χάος.Ὁ Χριστὸς ἦλθε «ἴνα ζωὴν ἔχωσι καὶ πὲρισσὸν ἔχωσιν» οἱ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ ἔχουν ζωὴ καὶ μάλιστα περίσσια. Θυσιάζεται καὶ προσφέρεται «ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς», γιὰ νὰ ζήσει ὁ κόσμος. Στὸ χέρι τοῦ καθενὸς εἶναι νὰ γνωρίσει τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἐπιλέξει ἐλεύθερα τὴν ἀποδοχὴ ἢ ἄρνηση τοῦ προσώπου Του. Τήν ζωὴ ἢ τὸν θάνατο. Γιατί τρίτος δρόμος δὲν ὕπαρχει.Σ΄ αὐτό τὸ πρόσωπο, σ΄ αὐτό τὸ «ὑπὲρ πᾶν ὄνομα», Ὁ Ἰησοῦς ἦταν  ὁ «Ὡραῖος κάλλει παρὰ πάντας τούυἱούς». Ἡ ὡραιότητα ὅμως ἦταν κυρίως πνεὺματική. «Τὸ πνευματικὸ φῶς, ἡ λάμπουσα καλλονὴ τῆς ἁγιότητος, ἡ ἀμετάβλητος ὡραιότης τῆς εἰρήνης τοΰ θεοῦ». Ἡ ἁγιότητα τῆς ψυχῆς τοῦ ἔκανε τὸ πρόσωπό του ν' ἀκτινοβολεῖ. (Πόσο εὐτυχισμένοι –τοῦ ἦταν οἱ μαθητὲς τοῦ Χρστοῦ, ποῦ εἶχαν τὸ προνόμιο νά τὸν δοῦν μὲ τὰ μάτια τους! «Ἔθεασαμεθα αὐτὸν»! σημειώνει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης)Ἡ _ ὡραιότητα τοῦ Ἰησοῦ ἦταν ἀντανάκλαση τῆς ἐσωτερικῆς του ὡραιότητος, τῆς ἀναμαρτησίας.Ἡ μορφὴ τοῦ Ἱησοῦ ἀκτινοβολοῦσε. Χωρὶς νὰ ντύνεται μὲ αὐτοκρατορικὲς χλαμύδες, χωρὶς νὰ φοράει χρυσὲς στρατιωτικὲς στολές, χωρὶς νὰ ἱπεύει ὑπερήφανα ἄλογα, ὁ Ἰησοῦς ἦταν μία μεγαλειώδης μορφή. Ὅσοι ζοῦσαν κοντὰ του ὄχι  μόνον δὲν ἐξοικειώθηκαν μαζί του, ἀλλά  βλέπουμε νά αὐξάνεται συνεχῶς ὃ θαυμασμός τους γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ                                                                                 Ἡ προετοιμασία μας,
Ἡ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας,

Σημεῖα πού πρέπει νά προσέξουμε                                                                                                       Μετάνοια – Ἐξομολόγησις                                                                                                           Τό μεγαλύτερο γεγονός τῆς ἐπγείας ζωῆς μας εἶναι (ἀναμφισβη­τήτως τό βάπτιομά μας. Τήν ήμέρα πού βαπτισθήκαμε ἀρνηθήκαμε τό διάβολο, τά ἔργα του, τήν λατρεία του, τό σκοτάδι του καί ἐνωθήκαμε μέ τόν Γλυκύτατον Ἰησοῦν Χριστόν- μπολιαστήκαμε στό Πανάγιο Σῶμα Του, τήν Εκκλη­σία. Μέ ἁπλά λόγια γίναμε παιδιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα, μέλη τῆς δικῆς Του οἰκογενείας. Καί ξεκινήσαμε μιά πνευματική πορεία, πού σκοπό ἔχει τήν τελείωσή μας, τήν θέωσή μας.Ἡ πνευματική ὅμως αὐτή πορεία πολλές φορές διακόπτεται ἀπό τήν ἀμέλειά μας καί τήν ἁμαρτία. Ξεχνάμε τίς δωρεές καί τήν άγάπη τοῦ Θεοῦ, λησμονοῦμε τίς ὑποσχέσεις πού δώσαμε στό ἅγιο βάπτισμα καί ξαναγυρνᾶμε στή δουλεία τῆς ἁμαρτίας.Ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γνωρίζοντας τήν άδυναμία μας, μᾶς προσφέρει τήν δυνατότητα νά επιστρέψουμε πάλι κοντά Του, νά διορθώσουμε τήν πορεία μας, νά γιατρέψουμε τίς πλη­γές μας. Καί αὐτό έπιτυγχάνεται μέ τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί έξομολογήσεως.2. Μετάνοια: τό μονοπάτι τῆς ἐπιστροφῆς καί τῆς ἐλπίδος«Μετάνοια σημαίνει ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Μετάνοια σημαίνει συμφωνία μέ τόν Θεόν γιά νέα ζωή. Μετανοῶν σημαίνει ἀγοραστής τῆς ταπεινώσεως. Μετάνοια σημαίνει μόνιμος ἀποκλεισμός κάθε σωματικῆς παρηγορίας, σκέψη αύτοκατακρίσεως, μέριμνα για τήν σωτηρίαν τοῦ ἑαυτοῦ μας.Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα τῆς ἐλπίδος καί άποκήρυξη τῆς ἀπελπισίας, καθαρισμός τῆς συνειδήσεως, θελημα­τική ὑπομονή ὅλων τῶν θλιβερῶν πραγμάτων».Ἡ μετάνοια εἶναι μόνιμη κατάσταση καί συνεχῶς ἐπαναλαμβανομένη στήν ζωήν κάθε πιστοῦ. Γι' αὐτό καί δίδεται ὥς ὑπόσχεση πρίν άπό τό Βάπτισμα, βιώνεται τήν ὥρα τοῦ Βαπτίσματος καί ὑπάρχει ὥς άνάγκη άλλά καί ὥς εὐλογία καί χαρά τοῦ Θεοῦ γιά τήν μετά τό Βάπτισμα ζωήν τοῦ πιστοῦ.Εἶναι χαρακτηριστικό πώς σέ κάθε εὐχα­ριστιακή λατρευτική σύναξη ζητοῦμε άπό τόν Κύριο νά πορευθοῦμε τόν υπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας «ἐν εἰρήνη καί μετανοία».Τό πρῶτο κήρυγμα τοῦ Κυρίου εἶναι κήρυγμα μετανοίας.Καί προϋπόθεση μετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι καί τό θεανθρώπινο Σῶμα Του, ἡ ἐκκλησία εἶναι ἡ μετάνοια. Τήν παραμονή ὅμως μέσα σ' αύτήν δέν εξασφαλίζει ἡ ἀτομική άξιομισθία, ἤ άντικειμενική άναγνωρισμένη ἀρετή, άλλά ή μετάνοια, ἡ καινούργια στάση τῆς ἐμπιστοσύνης καί τῆς ἀναθέσεως ὁλοκλήρου τῆς ζωῆς τοῦ πιστοῦ τῆς ἀποτυχημένης καί ἀστόχου  χρήσεως τῆς ἐλευθερίας του στό Χριστό, εἶναι περίοδος μετα­νοίας. Ἀγαπητοί μου μακάρι νά μιμηθοῦμε τήν Μετάνοια καί τήν εἰλικρηνή ἐξομολόγησι τοῦ Ζακχαῖου,ὥστε τρέξουμε στόν Πνευματικο ἐξομολόγο γιά νά καθαρίσουμε τήν καρδία μας , ὥστε νά ἀκούσουμε                                                                

 «Σήμερα, μὲ τὴν ἐπίσκεψή μου ἐδῶ ἦλθε ἡ σωτηρία στὸ σπίτι αὐτό δηλ΄στήν καρδιά μας»   

 

 

 

Ἡ Θεολογία τῶν Δακρύων

                                                                                             Εἶπαν πὼς ὁ Χριστιανισμὸς κάνει τὸν ἄνθρωπο κατηφῆ καὶ μελαγχολικό. Ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητός του καὶ τὰ δάκρυα ποὺ χύνει ἐξ αἰτίας τῆς φυγαδεύει τὴν χαρὰ ἀπὸ τὴν ψυχή του.

Ἔτσι εἶπαν. Εἶναι ὅμως ἔτσι τὰ πράγματα; Ὅλοι ὅσοι τὰ λένε αὐτὰ εἶδαν ἀπὸ μακρυὰ τὸ βίωμα τῆς πίστεως. Γι’αὐτὸ καὶ τὸ παρεξήγουν.

Δὲν κατάλαβαν ὅτι μόνο ὁ Χριστιανὸς ζεῖ τὴν ἀληθινὴ χαρά. Μία χαρὰ ποὺ δὲν εἶναι «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Διότι ἡ ποιότητά της εἶναι ἄλλη καὶ ἡ προέλευσή της εἶναι ἄλλη. Κυοφορεῖται μέσα στὰ δάκρυα τοῦ πόνου γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ ὡριμάζει πάλι μέσα στὰ δάκρυα μίας τώρα ἀπέραντης ψυχικῆς εὐφροσύνης ποὺ φέρνει ἡ συναίσθηση τῆς συγχώρεσης καὶ τῆς λύτρωσης.

Αὐτὸ τὸ χριστιανικὸ παράδοξο οἱ Ἅγιοι Πατέρες τὸ ὀνόμασαν χαρμολύπη. Εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ πνευματικὰ ἀναστημένου ἀνθρώπου ποὺ πέρασε καὶ περνάει ἀπὸ τὴν ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ.

Ἔτσι ἔχουμε μία θεολογία τῶν δακρύων μέσα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.

Ἕνα βαθὺ πνευματικὸ νόημα, ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὰ δάκρυα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ὑπόθεση τῆς ψυχικῆς μας καθάρσεως. Καὶ ἀποκτοῦν μία ξεχωριστὴ ἐπικαιρότητα αὐτὴ τὴν περίοδο τῆς Μ.Σαρακοστῆς ποὺ ἡ Ἁγίας μας Ἐκκλησία μὲ τὶς ὑπέροχες κατανυκτικὲς ἀκολουθίες της καὶ τὸ θαυμαστὸ λατρευτικό της πλοῦτο συχνότατα κάνει λόγο γιὰ τὰ δάκρυα καλώντας μας σὲ μία οὐσιαστικώτερη συμμετοχὴ στὸ θαῦμα τῆς πνευματικῆς μας ἀναγεννήσεως.                                                                     Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥΣ

Τὰ δάκρυα εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἐξ αἰτίας τῆς ψυχικῆς μας ἀρρώστιας μπῆκαν τὰ δάκρυα στὴ ζωή μας. «Ἔκκοψον καὶ παῦσον τὴν ἁμαρτίαν καὶ δὲν χρειάζονται τὰ δάκρυα τῶν ὀμμάτων σου, διότι ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀσθένεια δὲν εἶναι ἀναγκαία τὰ ἰατρικὰ φάρμακα». Ὁ ὅσιος πατὴρ θεωρεῖ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας ἀνώτερα καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ νερὸ τοῦ Βαπτίσματος ἔστω καὶ ἂν φαίνεται αὐτὸ τολμηρό. Διότι τὸ νερὸ τοῦ Βαπτίσματος καθαρίζει τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔγιναν πρὶν ἀπὸ αὐτό. Ἐνῶ τὰ δάκρυα καθαρίζουν τὶς ἁμαρτίες ποὺ διαρπάξαμε μετὰ ἀπὸ αὐτό. Ἀκόμη καὶ τὸ ἴδιο τὸ Βάπτισμα καθαρίζει ποὺ ἔχει καὶ αὐτὸ μολυνθεῖ ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. «Ἐὰν δὲν ἐχάριζε ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους τῆς μετανοίας τὰ δάκρυα σπάνιοι ὄντως καὶ δυσεύρετοι θὰ ἤσαν οἱ σωζόμενοι. Ἐὰν πάλι εἶναι ἀδύνατο νὰ τρέχουν ἀπὸ τὰ μάτια μας τὰ δάκρυα γιὰ τὴ φυσική μας σκληρότητα, τουλάχιστον ἂς μὴ λείπει ἡ μεγάλη καὶ ἐνώδυνος κατάνυξη».

Η ΓΝΗΣΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ

«Μὴ νομίσης ὅτι ἔφθασεν εἰς τοιαῦτα θεοχαρίτωτα καὶ σωτηριώδη δάκρυα, ἐκεῖνος ποὺ κλαίει, ὅταν βούλεται. Διότι μπορεῖ νὰ κλαίει κανεὶς ἢ ὑβριζόμενος ἢ ἀδικούμενος καὶ μὲ τὸ νὰ εἶναι πτωχὸς ἢ κλαίει ἀπὸ τὴν πολύ του ἀγανάκτηση ἢ ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκδικηθεῖ. Μήτε ἐκεῖνος ὅπου κλαίει καθὼς θέλει διότι ἠμπορεῖ νὰ κλαίει δὶ’ἐκεῖνα τὰ πράγματα ποὺ ἀγαπάει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἀποκτήση, καθὼς πολλάκις κλαίει κανεὶς διὰ τὸν θάνατον τῶν συγγενῶν καὶ φίλων του ἢ διότι ἀπώλεσε κανένα πράγμα ἢ διότι τοῦ τὸ ἅρπασαν ἢ πρὸς τὸ θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις ἢ διὰ κανένα πρόσωπο ποὺ ἀποχωρίζεται.

Ἀλλὰ ἐκεῖνος μόνον, ποὺ κλαίει καθὼς ἀγαπάει ὁ Θεὸς ἢ διὰ τὰς ἁμαρτίας του ἢ δὶ’ἄλλην ψυχὴν ἁμαρτωλὸν ἢ διὰ τὸ τέλος του μὴ τύχη καὶ κολασθῆ διὰ τὰ ἁμαρτίας του καὶ ἀποστερηθῆ τὸν Θεὸν ἢ δὶ’ ἄλλα τοιαῦτα θεάρεστα πράγματα, οὗτος ἠξιώθη τοῦ χαρίσματος ποὺ προσφέρει τὰ ἀξιοθαύμαστα καὶ κεχαριτωμένα δάκρυα».

 

 

Χρειάζεται λοιπὸν πολὺ προσοχή. Διότι πολλὲς φορὲς κατὰ τὸν Ἅγιο Πατέρα συμπλέκεται καὶ ἑνώνεται μαζὶ μὲ τὸν κατὰ Θεὸν σωτηριῶδες δάκρυ καὶ τὸ τῆς κενοδοξίας καὶ ὑπερηφανείας δάκρυ. Καὶ τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπατηθῆς.

Γι’αὐτὸ συνιστᾶ: «Σκέψου μήπως δακρύζεις, διότι νομίζεις ὅτι εἶσαι καλὸς καὶ φιλόθεος καὶ ἐπαινεῖσαι κρυφίως ἐν τὴ διάνοιά σου ἢ φανερῶς ἔμπροσθεν τῶν ἄλλων μὲ τὸν λόγον σου ἢ κατακρίνεις τοὺς ἄλλους ὡς μὴ κλαίοντας ἢ ὅτι δὲν σοὶ ἦλθον ἐκ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ τὰ δάκρυα ἀλλ’ἐκ τῆς προκοπῆς καὶ ἁγιωσύνης σου, ἢ κλαῖς καὶ ἔπειτα δὲν ἀφήνεις τὰς πονηρίας σου οὔτε παύεις τὰ κακίας σου ἢ δὲν ἔχει ὑπομονὴ εἰς τοὺς πειρασμοὺς καὶ τὰ θλίψεις σου ἢ παρακαλεῖς νὰ παιδεύθωσι οἱ ἐχθροί σου, τότε γνώριζε ὅτι ἐκεῖνα εἶναι τῆς δαιμονιώδους ὑπερηφανείας δάκρυα».

Ἀξίζει νὰ τελειώσουμε μὲ μία θαυμάσια προτροπὴ ποὺ ἀπευθύνει ὁ ἅγιος πατὴρ πρὸς ὅλους μας.

«Ὢ φίλοι καὶ ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μου, δὲν θέλει νὰ μᾶς ἐγκαλέσει ὁ Κύριος ἐν τῷ καιρῶ τοῦ θανάτου ἠμῶν καὶ τῆς μελλούσης αὐτοῦ κρίσεως, οὔτε θέλει νὰ μᾶς καταδικάσει, πὼς δὲν ἐθαυματουργήσαμεν, ἢ πὼς δὲν ἐγυμνάσθημεν τὴν θεολογίαν ἢ πὼς δὲν ἐμάθαμεν βαθέα καὶ ὑψηλὰ νοήματα ἀλλὰ θέλει μᾶς ἐρωτήσει κατὰ ἀλήθειαν καὶ θέλει μᾶς κατακρίνει διότι δὲν ἠθελήσαμε νὰ ταπειωθῶμεν καὶ νὰ κλαύσωμεν ἐν βίω παντὶ τὰς ἁμαρτίας μας καὶ νὰ ἀποπλύνωμεν τὴν ψυχὴ ἠμῶν μὲ τὰ ἴδια δάκρυα καὶ τοῦ θανάτου ἠμῶν μὲ καρδίαν ἐνώδυνον τὴν συγχώρησιν τῶν ἁμαρτημάτων μὰ κατὰ τὸ θεῖον αὐτοῦ πρόσταγμα».

Εὐτυχισμένοι ὅσοι προσέχουν τὰ λόγια αὐτά. Ὅσοι ζοῦν ἰδιαίτερα αὐτὲς τὶς ἡμέρες ποὺ εἶναι ἡμέρες προσευχῆς, μετανοίας καὶ κατανύξεως

 

 

 

Τό παράδειγμα τῆς Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μᾶς ἐνισχύει καί μᾶς δίνει ἐλπίδα..» (Κυριακή Ε’ Νηστειῶν

                                                                                                                                                                                                                                                                                   Ἡ πέμπτη Κυριακή  τῶνΝηστειῶν παρουσιάζει ἐνώπιόν μας ἕνα μεγάλο πρότυπο ὑψηλῆς πνευματ.κῆς στάθμης, τήν ζωή τῆς ὁσίας Μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.Ἐάν ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος τῆς περασμένης Κυριακῆς εἶναι τό πρότυπο τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού ποθοῦν τήν σωτηρία τους, χωρίς παρεκκλίσεις καί παλινδρομήσεις ἀπό τόν ἀληθινό δρόμο, ἡ ὁσία Μαρία εἶναι τό ὑπόδειγμα μετανοίας αὐτῶν πού ἁμάρτησαν ἤ πλανήθηκαν ἀπό τήν ὁδό τῆς σωτηρίας καί αὐτῶν πού ταξιδεύουν μετ᾿ἐμποδίων καί πτώσεων. Εἶναι ἀκόμη ὑπόδειγμα μετανοίας καί γι᾿ αὐτούς πού ἀγωνίζονται, ὅσον ἠμποροῦν, νά ὑψωθοῦν στήν κλίμακα τῆς ἁγιότητος.Ὅπως διηγεῖται ἡ ἴδια, ἐπέρασε τήν νεότητά της μέσα στά πλέον ἀδιάντροπα καί ἀχαλίνωτα πάθη. Κάποτε, βλέποντας μερικά πλοῖα πού ἑτοιμάζοντο νά πλεύσουν πρός τήν Ἰερουσαλήμ, γιά τήν ἑορτή τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀνεχώρησε κι αὐτή μέ μία ὁμάδα νεαρῶν ἀγοριῶν, ὄχι μέ σκοπό νά προσκυνήση, ἀλλ᾿ ἐπειδή εὑρῆκε εὐκαιρία καί ἀνθρώπους γιά νά ἱκανοποιήση τήν ἀχόρταστη πορνική ἐπιθυμία της.Ἔφθασε στά Ἰεροσόλυμα, μετά ἀπό ἕνα ἁμαρτωλό ταξίδι, καί ἐπῆγε μαζί μέ ὅλο τόν κόσμο στόν ναό γιά τήν προσκύνησι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ὅμως δέν ἠμπόρεσε νά προχωρήση πιό μέσα στόν νάρθηκα, ὅσο καί νά ἐβίαζε τόν ἑαυτό της, διότι μία ἀόρατος δύναμις τήν ἐμπόδιζε. Τότε λοιπόν, ἐξύπνησε μέσα της τό αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς καί ἁμαρτωλότητος. Βλέποντας δίπλα τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, προσευχήθηκε μέ μετάνοια καί ἐσωτερική συντριβή. Ἀφοῦ αἰσθάνθηκε κάποια καρδιακή ἀνακούφισι, δοκίμασε πάλι νά μπῆ στήν ἐκκλησία. Πράγματι καμμία δύναμις δέν τήν ἐμπόδισε τώρα νά μπῆ μέσα. Προσκύνησε μέ μεγάλη ταπείνωσι τόν Σταυρό τοῦ Κυρίου καί, ὅταν ἐξῆλθε τοῦ ναοῦ, ὕψωσε ἄλλη θερμή προσευχή πρός τήν Θεοτόκο. Ἐκείνη ἄκουσε τήν μετά δακρύων προσευχή της καί τῆς εἶπε νά περάση τόν Ἰορδάνη ποταμό καί νά ὑπάγη στήν ἔρημο. Μετά ἀπό μία σύντομη στάσι στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ στόν Ἰορδάνη, ὅπου καί ἀξιώθηκε τῆς κοινωνίας τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, πέρασε τά σύνορα τῆς ἐρήμου καί ἄρχισε μιά καινούργια ζωή. Πράγματι, ἔκαμε μία ὑπεράνθρωπη ζωή πού τήν συνέχισε μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της. Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔζησε μέ δύο καί ἥμισυ κομμάτια ψωμί, τά ὁποῖα εἶχε πάρει κατά τήν ἀναχώρησί της ἀπό τήν Ἰερουσαλήμ. Ὅλη αὐτή τήν περίοδο βασανιζόταν ἀπό τήν πεῖνα, τήν δίψα, τήν γυμνότητα, τόν καύσωνα τοῦ ἡλίου, τήν ἀνυπόφορο παγωνιά τῆς νυκτός καί ἀπό τήν ἀδιάκοπη πάλη μέ τά ἀκάθαρτα πνεύματα.Στά τελευταῖα της χρόνια, κατά θεία οἰκονομία, συναντήθηκε μέ τόν ὅσιο Ζωσιμᾶ, ὁ ὁποῖος τῆς προσέφερε πρό τοῦ θανάτου της τήν θεία Κοινωνία καί μᾶς διηγήθηκε τήν ζωή της, ὅπως τήν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τῆς Ὁσίας. Μετά ἀπό τόσα χρόνια ἀσκήσεως στήν ἔρημο ἡ ὁσία Μαρία ἐξωμοιώθηκε περισσότερο μέ τούς ἀγγέλους παρά μέ τούς ἀνθρώπους. Διότι, ὅταν προσευχόταν, ἀνυψωνόταν στόν ἀέρα. Ἐπέρασε τόν Ἰορδάνη χωρίς νά βραχῆ, προεγνώριζε τούς διαλογισμούς τῶν ἀνθρώπων καί προέβλεπε τά μακράν καί τά μέλλοντα, ὡσαν νά τά εἶχε μπροστά της.Ἡ ὁσία Μαρία μᾶς καταπλήσσει κατά τό ξεκίνημα της γιά τήν καινούργια ζωή μέ δύο σπουδαῖα ἔργα: Τήν ἀσάλευτη ἀπόφασή της ν᾿ ἀρχίση μιά ἄλλη ζωή καί τήν τελεία ἀποκοπή της ἀπό τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἁμαρτία εἶναι αἰχμαλωσία, ἡ σωτηρία εἶναι ἐλευθερία. Δέν ὑπάρχει σωτηρία στήν χώρα τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Ἑβραϊκός λαός γιά νά φθάση στήν χώρα τῆς Ἐπαγγελίας, ἔπρεπε νά περάση πρῶτα ἀπό τήν δουλεία τῆς Αἰγύπτου. Ὁ ἄσωτος υἱός μόνον, ὅταν ἐπέστρεψε στό πατρικό του σπίτι, ἐφόρεσε τήν πρώτη στολή καί τιμήθηκε. Ἡ ὁσία Μαρία, ὄχι στήν Αἴγυπτο, πού ἦτο ὁ τόπος τῶν ἁμαρτιῶν της, ἀλλά μακριά στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, ἐκεῖ ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἁγιάσθηκε. Συνεπῶς, γιά ν᾿ ἀρχίσουμε μιά καινούργια ζωή μέ τόν Χριστό, πρέπει νά κόψουμε τελείως τίς σχέσεις μας μέ τήν ἁμαρτία. Δέν ἠμποροῦμε νά βάλουμε καλή ἀρχή, ἐάν δέν μισήσουμε τήν ἁμαρτία ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας.Ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος, πού κι αὐτός στήν νεότητά του ἔκανε αὐτή τήν ἁμαρτωλή ζωή, προσευχόταν μέ μεγάλη μετάνοια λέγοντας: «Κύριε, βοήθησέ με νά σ᾿ ἀγαπήσω, μέ τόση ἀγάπη, ὅση ἀγάπησα τήν ἁμαρτία στό παρελθόν!»Αὐτό εἶναι τό πρῶτο ἔργο στήν ζωή τῆς ὁσίας Μαρίας, τό ὁποῖον δέν πρέπει νά ξεχνοῦμε. Ἐάν θέλουμε νά ἐπιτύχουμε κάτι μέ τήν προσευχή, τήν νηστεία καί τίς ἄλλες χριστιανικές ἀσκήσεις, πρέπει νά ἐξέλθουμε ἀπό τήν Αἴγυπτο καί νά πᾶμε στήν Ἰερουσαλήμ, νά σηκώσουμε τόν Σταυρό, νά περάσουμε τόν Ἰορδάνη καί νά κατοικήσουμε στήν ἔρημο. Νά φύγουμε δηλαδή, ἀπό τήν ἁμαρτία καί νά φιλοξενηθοῦμε στήν γῆ τῆς ἀναμαρτησίας μέ τήν σαθερή ἀπόφασι νά κάνουμε μόνο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.Αὐτή ἡ άπόφασις δέν λαμβάνεται εὔκολα, διότι εὐθύς ἀμέσως ἀρχίζουν οἱ δυσκολίες. Σαράντα ἑπτά χρόνια στήν ἔρημο, συνεχής ἀγώνας γιά τήν λύτρωσι ἀπό τά τυραννικά πάθη, τά ὁποῖα βασανίζουν τήν ψυχή κι ὅταν ἀκόμη τά ἀπαρνηθῆ. Η ὁσία Μαρία εὑρίσκεται στήν ἔρημο, ὑποφέρει ἀπό τήν πεῖνα, τήν δίψα, δέν βλέπει κανέναν ἄνθρωπο μέσα στήν ἔρημο, δέν ἀκούει κανέναν κι ὅμως δέκα ἑπτά χρόνια βασανιζόταν ἀπό τήν φλόγα τῶν ἐμπαθῶν λογισμῶν, ἀπό τίς ἀναμνήσεις τῆς πορνείας, γαστριμαργίας καί μέθης, στά ὁποῖα ζοῦσε παλαιότερα. Ἀπ᾿ ἐδῶ καταλαβαίνουμε, ὅπως εἴδαμε καί στόν ἄσωτο υἱό, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός τῆς ψυχῆς μας. Ὄργανο τοῦ διαβόλου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος μέ ὑποκρισία, μέ πονηρία, μέ ψεῦδος καί ἀπάτη κρύβει τήν ἐχθρότητα πού τρέφει ἐναντίον μας, μέχρις ὅτου μᾶς πιάσει στήν παγίδα τῆς συνηθείας μέ τήν ἁμαρτία. Τότε λοιπόν, μᾶς παρουσιάζει ὅλο τό θανάσιμο μῖσος πού ἔχει ἐναντίον μας, δέν μᾶς λυπᾶται καθόλου, μᾶς βασανίζει καί δέν θέλει ν᾿ ἀναχωρήση, χωρίς νά ὁδηγήση καί τήν δική μας ψυχή στά βάσανα τοῦ ἄδου. Γι᾿ αὐτό ὅλοι οἱ Πατέρες μᾶς προτρέπουν συνεχῶς νά ἀποφεύγουμε σάν δάγκωμα ὀχιᾶς τήν πρώτη ἐμπειρία τῆς ἁμαρτίας καί περιεργείας.Ὅποιος φεύγει ἀπό τήν ἁμαρτία, λυτρώνεται ἀπό τόν φοβερό πόλεμο πού κατόπιν ἀκολουθεῖ, ἀπό τόν ὁποῖον δέν εἴμεθα σίγουροι ὅτι κάποτε θά λυτρωθοῦμε. Ποιός ἠμπορεῖ νά ἔχη τήν θέλησι καί ἀποφασιστικότητα τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας;Ἀλήθεια, ὅταν σκεπτώμεθα τήν ζωή, τούς ἀγῶνες καί τήν ὑπομονή της, κυριευόμεθα ἀπό θαυμασμό καί φόβο. Ἡ ἀσκητική πολιτεία της μᾶς φαίνεται ὑπεράνθρωπη. Κι ἔτσι εἶναι, διότι δέν γινόταν διαφορετικά. Τό δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας δέν θεραπεύεται μέ τό νερό τῶν λουλουδιῶν. Ἔχει ἀνάγκη ἀπό δυνατά ἰατρικά φάρμακα, ὄχι μέ ἡμίμετρα ἀλλά μέ ἀγῶνα ζωῆς καί θανάτου. Οἱ Πατέρες ἀπό τό Γεροντικό λέγουν ἕνα σοφό λόγο: «Δῶσε θέλησι καί πάρε δύναμι» κι ἄλλος λέγει:  «Δῶσε αἷμα καί λάβε πνεῦμα». Εἶσαι ἀδύνατος πνευματικά; Ὁ Σωτήρ γιά τούς ἀδυνάτους ἦλθε. «Θέλεις νά γίνεις ὑγιής;» μᾶς ἐρωτᾶ. Πρέπει μέ ὅλη σου τήν καρδιά νά δοθῆς σέ Μένα καί θά πάρεις δύναμι. Πάρε δύναμι νά ξεπεράσης τίς στενοχώριες, νά ἀντιμετωπίσης τόν νοητό ἐχθρό, νά μή ὑποκύπτης στόν ἀγῶνα, νά δώσης αἷμα γιά νά λάβης πνεῦμα. Ἡ Χάρις ἐνισχύει τίς ἐξηντλημένες ἀπό τήν ἁμαρτία δυνάμεις, θεραπεύει τά ψυχικά τραύματα καί αὐτό πού μέ τήν θέλησί μας καταστρέψαμε, τώρα πρέπει νά τό ἐπανορθώσουμε μέ τήν καθαρά ἐξομολόγησι, μέ τήν εἰλικρινῆ μετάνοια, μέ τά καλά ἔργα, μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή. Ἐάν κάποτε μᾶς εὐχαρίστησε ἡ ψεύτικη ἀπόλαυσις τὴς ἁμαρτίας, τώρα πρέπει νά γευθοῦμε καί τήν ὠφέλιμη πικράδα τοῦ ἰατρικοῦ φαρμάκου. Ὅπως ὁ ἀσθενής ὑπομένει τήν ἐγχείρησι, τήν κοπή τῶν μελῶν, τό πικρό φάρμακο, γνωρίζοντας ὅτι αὐτά θά τοῦ χαρίσουν τήν ποθουμένη ὑγεία, ἔτσι πρέπει νά ὑπομείνουμε τούς κόπους τῆς νηστείας μέ τήν ἐλπίδα ὅτι γρήγορα ἔρχεται ἡ ἑορτή τῆς Λαμπροφόρου Ἀναστάσεως. Ἔτσι ἀκόμη πρέπει νά ὑποδεχθοῦμε τά σωτηριώδη καί λυτρωτικά ἐκ τῆς ἁμαρτίας Πάθη τοῦ Χριστοῦ, τά ὁποῖα μᾶς ἀξιώνουν τῆς ἀθανάτου χαρᾶς, τῆς φωταυγείας καί γλυκύτητος τοῦ αἰωνίου Πάσχα μαζί μ᾿ ἐκείνους πού ὑπέμειναν τίς θλίψεις καί τά ποικίλα βάσανα αὐτῆς τῆς ζωῆς.Τά γεγονότα  αὐτῆς τῆς ἑβδομάδος ἔχουν στενό δεσμό μεταξύ τους  καί μιά βαθειά πνευματική σημασία.Ὅπως ἄλλοτε ἡ Κωνσταντινούπολις πολιορκήθηκε ἀπό τά βάρβαρα ἔθνη γιά νά κατακτηθῆ κατόπιν ἀπ᾿ αὐτά, ἔτσι καί σ᾿ αὐτή τήν ἐπίγεια ζωή καί προπαντός στήν περίοδο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων, ἡ βασιλική πόλις τῆς ψυχῆς μας, πολιορκεῖται ἀπό τούς ἀοράτους ἀγαρηνούς καί σαρακηνούς, οἱ ὁποῖοι ἀποσκοποῦν νά λεηλατήσουν τόν πλοῦτο τῶν ἀρετῶν της καί νά τήν ρίξουν στόν βυθό τῆς ἁμαρτίας, πού εἶναι ὁ θάνατος.Ἔχουμε ὅμως φοβερά καί ἀκαταμάχητη προστασία τήν Πανάχραντο Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία πάντοτε μᾶς λυτρώνει ἀπό κάθε δοκιμασία.Καί ἄν ἀκόμη συμβῆ κάποτε ν᾿ ἀμελοῦμε γιά τίς ἀρετές καί πνιγόμεθα στίς ἀνθρώπινες μέριμνες, ὑποκύπτουμε στούς ἀοράτους ληστές καί πίπτουμε ἡμιθανεῖς, καί τότε ἀκόμη, ἄς ἔχουμε τήν ἐλπίδα μας στό ἀμέτρητο ἔλεος Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος ὄχι ἀπό τήν Σαμάρεια, ἀλλά ἀπό τήν Θεοτόκο Μαρία προῆλθε γιά τήν ἰδική μας σωτηρία.Τό παράδειγμα τῆς ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μᾶς ἐνισχύει καί μᾶς δίνει ἐλπίδα. Κι αὐτή ἔπεσε καί λεηλατήθηκε ἀπό τούς δαίμονες ληστές, ἀλλά λυτρώθηκε μέ τήν δύναμι τοῦ Σταυροῦ καί τήν ἀνίκητη δύναμι τῆς Κυρίας Θεοτόκου.«Τά σκιρτήματα πάντα τῆς σαρκός, χαλινώσασα πόνοις ἀσκητικοῖς, ἀνδρεῖον ἀπέδειξαν, τῆς ψυχῆς σου τό φρόνημα, τόν γάρ Σταυρόν ποθήσασα, Κυρίου θεάσασθαι,  ἱερῶς ἀοίδιμε τῷ κόσμῳ ἐσταύρωσαι…» (Ὄρθρος Κυριακῆς).«Ἡ πορνείας πρότερον μεμεστωμένη παντοίαις, Χριστοῦ Νύμφη σήμερον, τῇ μετανοίᾳ ἐδείχθη, Ἀγγέλων τήν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα, δαίμονας, Σταυροῦ τῷ ὅπλῳ καταπατοῦσα, διά τοῦτο βασιλείας ἐφάνης, νύμφη Μαρία ἔνδοξε». (Κοντάκιον Κυριακῆς).Ἁπό τό βιβλίο: «ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ» – Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε Δικαίου Ρουμανικῆς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Ἁγίου Ὄρους